Έντυπη Έκδοση

Απλετοι μικρόκοσμοι

Τα 60 διηγήματα που συγκέντρωσε ο Θανάσης Νιάρχος στον παρόντα τόμο πλαισιώνονται από δύο κείμενα, εν είδει προλόγου και επιλόγου, υπογραφόμενα το πρώτο από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο και το άλλο από τον Βαγγέλη Αθανασόπουλο, τα οποία έρχονται να δικαιώσουν τη δουλειά τού επιμελητή καθώς και τα κριτήρια που την επικαθορίζουν.

Οι γράφοντες εξετάζουν από διαφορετική ο καθένας οπτική το εν λόγω αφηγηματικό γένος, διασαφηνίζοντας πλαγίως, και ωστόσο εύγλωττα, τις επιλογές του Νιάρχου. Ο Γεωργουσόπουλος υπογραμμίζει τη σημασία της ανθολογίας, επισημαίνοντας ότι από το σύνολό της προκύπτει «μια εκ περιωπής ανθρωπολογία, ανθρωπογεωγραφία και ηθολογία εκατόν τριάντα, περίπου, ετών νεοελληνικού βίου». Ο Αθανασόπουλος, από το άλλο μέρος, επιχειρεί την επόπτευση του διηγήματος, εστιάζοντας την προσοχή του στην ένταση, την πυκνότητα, τη διεισδυτικότητα και την αφηγηματική οικονομία που ως είδος απαιτεί, προκρίνοντας σε μείζονα στόχο του τη «διαμόρφωση μιας ενιαίας εντύπωσης».

Οπως οι δύο μελετητές προσεπικυρώνουν τις αποφάσεις του ανθολόγου, τα ανθολογούμενα πεζά συγκροτούν από κοινού την εντελέστερη υποστήριξη των θεωρήσεών τους. Εκείνο που εκ πρώτης όψεως ξενίζει είναι η αλφαβητική διάταξη των διηγημάτων σύμφωνα με το επίθετο του κάθε συγγραφέα. Ωστόσο η επιλογή αυτή δεν φανερώνει παρά τη φιλεργία του επιμελητή. Αρκεί να προσέξουμε ότι διηγήματα όμορα ή και απομακρυσμένα στη χωροταξία του βιβλίου, συγκλίνουν πρόδηλα ως προς το ύφος και τη θεματολογία τους. Κάτι που δεν είναι φυσικά έργο της τύχης. Υπό αυτό το πρίσμα είναι εύλογο ότι σε αρκετές περιπτώσεις πρωτεύον κριτήριο για τη συμπερίληψη ενός διηγήματος στάθηκε η εν δυνάμει συμβολή του στη συνεκτικότητα της ανθολογίας.

Θα ήταν ίσως σκόπιμη η επισήμανση ενδεικτικών σημείων γειτονίας μεταξύ ορισμένων πεζών. Παραδείγματος χάριν, το «Σπίτι με το ρόπτρο» της Μέλπως Αξιώτη που έμεινε «ατράνταχτο» στα χτυπήματα της Ιστορίας, «καθώς ταιριάζει σε γενναιότατους πολεμιστές», μοιάζει να συμπάσχει με το «Ερημόσπιτο» του Δημοσθένη Βουτυρά, μέσα στο οποίο αντιβοούσαν ουρλιαχτά και οιμωγές, μοιρολόγια ιδιωτικών πενθών. Ο Σωτήρης Δημητρίου, από την άλλη, στο «Πάσχα τ' Απρίλη» και ο Στρατής Δούκας στην «Επάνοδο» μιλούν για την ανεκλάλητη οδύνη του χαμένου τόπου. Η επιστροφή στο χωριό είναι για τον πρώτο μια «διαδρομή πνευματική, μια διαδρομή νοσταλγίας και καημού», ενώ ο δεύτερος ανακαλώντας τοπία και μορφές της γενέτειρας σκέφτεται πως «τα μνήματα μας γεννούν την ηδονή». Τη φονική πλήξη της «Επαρχίας» στο διήγημα της Κωστούλας Μητροπούλου, όπου δεν γίνεται τίποτα, εκτός ίσως από κάποιες Κυριακές, διαδέχεται ο «Εις τρελλός» του Μιχαήλ Μητσάκη, ο οποίος ήταν ευτύχημα για τη μικρή επαρχιακή του πόλη, καθώς αν έλειπε «θα ήτο αδύνατον να διέρχωνται ευαρέσκως τας μικράς αέργους ώρας των οι κάτοικοι».

Στην «Κλεψύδρα» της Τατιάνας Γκρίτση-Μιλλιέξ μια γυναίκα παρακολουθεί, αφασική σχεδόν, μια κλεψύδρα, από καιρό γυρισμένη, να ελαχιστοποιεί τον χρόνο της, τυφλά αφοσιωμένη στην προσμονή του τάφου της. Παραλυμένη από τη βιαιότητα αυτής της αντίστροφης μέτρησης, συλλογίζεται: «Οι κλεψύδρες μετράνε ατελείωτα, μόνον οι κατάδικοι αλλάζουν». Ο συλλογισμός της πιθανόν να είχε διατρέξει και το μυαλό του αφηγητή στο διήγημα του Μάριου Χάκκα «Η φυλακή». Καθηλωμένος σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, δέσμιος μιας αναμονής αλγεινής, ο ήρωας νιώθει παγιδευμένος στον προθάλαμο που οδηγεί κατευθείαν στον τελικό προορισμό. Στον χώρο όπου βρίσκεται είναι βέβαιο πως «οι τυφεκιοφόροι του εχθρού θα νικήσουν».

Στην πραγματικότητα ούτε η ηρωίδα της Καίης Τσιτσέλη στο «Η νύχτα χαίνει» διατηρεί την αυταπάτη μιας ύστατης νίκης που θα αντιστάθμιζε την πικρία της άφευκτης ήττας. Γι' αυτό αποδύεται στο φόνο του χρόνου της, σημαδεύοντάς τον με τα χαρτιά της τράπουλας. Κάθε βράδυ μόνη στο νεκρικό της διαμέρισμα, η γηραιά κυρία ρίχνει πασιέντζες, αποζητώντας μια αντίσταση στο ισοπεδωμένο τοπίο της ζωής της. «Ενα εμπόδιο, μια σκληρή επιφάνεια μέσα στον χλιαρό χυλό του χρόνου». Οταν η πασιέντζα ολοκληρώνεται η γηραιά κυρία βιώνει κάτι πολύ βαθύτερο από την ευδαιμονία του νικητή, καθώς η επιτυχία τής «προσφέρει την τέλεια γεωμετρία της ανασυνταγμένης τράπουλας». Τότε η ζωή αποκτά, για λίγο έστω, μια όψη καθησυχαστική. «Η τάξη βασιλεύει. Η ελπίδα περιττεύει». Διαφυγούσα η ελπίδα επίσης για το ανδρόγυνο στο «Ηλιόγερμα» του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου. Κάθε μέρα που περνούσε γινόταν για εκείνους «ένας παλιός, ένας πολύ παλιός καιρός» και λαφυραγωγημένοι από τον χρόνο αφουγκράζονταν αμίλητοι την «ανεπανόρθωτη ώρα» που «έφτανε σιγαλοπερπάτητη».

Ο φόβος του θανάτου, προβληματική εμβληματική στη λογοτεχνία, δεσπόζει σε πολλά από τα ανθολογούμενα κείμενα. Χαρακτηριστικό το «Πηγάδι» του Βασίλη Βασιλικού, όπου το εκφοβιστικό κτίσμα αναφαίνεται ως σύμβολο θανάτου. Ο Θάνος του διηγήματος, παρά τις πεισματικές του προσπάθειες εκλογίκευσης, δεν παύει να αντικρίζει σε αυτή τη δεξαμενή ζωοποιού ύδατος ένα αχερόντειο φρέαρ. Η αδιέξοδη συλλογιστική του δημιουργεί κλίμα θυμηδίας που συναντάμε και σε άλλα «πένθιμα» πεζά, όπως στον «Θείο Βαγγέλη» του Γιώργου Ιωάννου. Ο θείος Βαγγέλης, λοχαγός με ψυχολογία νεκροθάφτη, αρτύνει το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι του διηγήματος, απαγγέλλοντας τους τρεις πολυχρησιμοποιημένους επικηδείους του, γραμμένους ανάλογα με το αξίωμα του εκάστοτε τεθνεώτος. Εξίσου ιλαρός ο «Επικήδειος» του Ιωάννη Κονδυλάκη, πνίγεται σε μια θύελλα γέλιου εξαιτίας της αδεξιότητας του ρήτορα που απέτυχε να γίνει κοινωνός της επιβεβλημένης θλίψης. Σε αντίθεση με τον προρρηθέντα ήρωα και τον ξεκαρδισμένο, βέβηλο αποχαιρετισμό του, ο «Παππα-Νάρκισσος» του Δημήτριου Βικέλα, ο οποίος «επάλαιεν εντός της ψυχής του το ταπεινόν αίσθημα του φόβου προς το ευγενές αίσθημα του καθήκοντος», κατάφερε να καταπνίξει τον αποτροπιασμό του για «της αποσυνθέσεως την επαφήν» και να μεσιτεύσει με την προσήκουσα ευλάβεια στην απόσχιση της ψυχής από τη σάρκα λεπρού.

Ερημος και ευλαβής στέκεται ο μπαρμπα-Γιαννιός του Παπαδιαμάντη κάτω από ένα παράθυρο ερμητικό για εκείνον, φαντασιώνοντας το χιόνι σαν «άσπρο σινδόνι» να σαβανώνει τον θλιβερό δρομίσκο όπου αδίκως καρτερεί τον έρωτα, εξαγιάζοντας αμαρτίες παλιές και νεκρές απαντοχές. Σε ένα άθλιο σοκάκι ιερουργεί και ο «Ανθρωπος με το φλεμόνι» του Καραγάτση. Κάθε πρωί στις εννιά ακριβώς ξεπροβάλλει, τυφλός στη γύρω ασχήμια, για να ταΐσει τις γάτες «με το φέγγος της χαρούμενης ψυχής στα ημερωμένα του μάτια», «ωσάν να έκανε πράξη ανώτερη, γεμάτη κάλλος κι αρετή, που να πλημμύρισε την ψυχή του μελένια ικανοποίηση». Ομως ο σεξουαλικός πόθος που χρόνια ύπνωττε μέσα του έρχεται με την εκτόνωσή του να αμαυρώσει κάθε αγαθή προαίρεση. Η γαλήνη και η αγιοσύνη της χειρονομίας του σαρώνονται διαμιάς από τους αδιατάρακτους νόμους μιας ζωής στενής και αγέλαστης. «Κι απόμεινε η χαρά-χαρά, κι ο πόνος-πόνος». Στο διήγημα του Γεράσιμου Γρηγόρη «Το φλεμόνι» η πείνα, απροσμάχητο ένστικτο εξερεθισμένο από το ωμό κρέας, εξομοιώνει ζώα και ανθρώπους σε ένα θλιβερό κουβάριασμα. «Κι ήταν ο κόσμος όλος σαν ένα τεράστιο αρχέγονο σπήλαιο που αντιλαλούσε».

Η ροπή της ανθρώπινης φύσης τόσο προς την ανάταση όσο και προς τη βδελυρότητα αποτυπώνεται και στο διήγημα του Ρένου Αποστολίδη «Η Νόμιμη», που στην κορύφωσή του αποκαλύπτει ένα απαίσιο σύμπλεγμα από σάρκες κατασπαραγμένες. Προτού γυμνωθούν από οτιδήποτε ανθρώπινο, οι διηγηματογραφικοί φίλοι έπλεαν στο δικό τους στερέωμα, «ξεκομμένοι εξαίσια μες στον κόσμο - στο κέντρο του, αδελφωμένοι», καταυγασμένοι από το λευκό, ζείδωρο φως μιας λάμπας θυέλλης. Θρυαλλίδα για την αποδέσμευση των ζωικών τους ενορμήσεων γίνεται έξαφνα η ερωτική επιθυμία. Το αναπάντεχο σβήσιμο της λάμπας κατακαίει τα νεανικά σώματα, τα οποία με τη συνέργεια του σκοταδιού παραδίδονται σε ένα όργιο κανιβαλισμού. Μέσα στο κουβάρι «κανείς πια δεν είχε πρόσωπο». «Ο καθένας ήταν πια στ' αλήθεια αληθινός!» Και όλοι μαζί καταδύθηκαν στον αληθινό κόσμο. «Αυτή η λάμπα ήταν το παν». Φως και έρεβος μαζί.

«Κάτω από μια λάμπα μόλις δεκαπέντε κηρίων» περιμένει μια ολόκληρη νύχτα ο διηγηματογραφικός ήρωας του Μενέλαου Λουντέμη, μια ύπαρξη δεσποτική και φιλάρεσκη, μια οπτασία κακεντρεχή, που συνήθιζε να τον επισκέπτεται απρόσκλητη για να σταθεί απέναντί του απλησίαστη, παριστάνοντας τον απαγορευμένο καρπό. Ομως καθώς «ο κύκλος του λαμπιονιού των 15 κηρίων πάει να χάσει τα σύνορά του πάνω στο τραπέζι», ο ήρωας καταλαβαίνει πως τώρα που εκείνος την αγαπά, εκείνη δεν πρόκειται να ξανάρθει. Αντιθέτως, στη ματαιωμένη ερωτική συνάντηση στο διήγημα του Μάρκου Λαζαρίδη «Η φίλη του Σεζάν» ο άντρας είναι που επιδεικνύει σκαιά απροθυμία για την άχαρη φιγούρα μιας μεσήλικης γυναίκας, παραφωνία στο μαυλιστικό παρισινό φόντο, στην οποία δυσκολεύεται να διακρίνει ένα αντικείμενο πόθου.

Οι αναγνωστικοί βηματισμοί πάνω στον εύθρυπτο συνδετικό ιστό των ιστοριών δημιουργούν έναν υπόρρητο, αναπεπταμένο αφηγηματικό τόπο, όπου η συνοπτικότητα του κάθε μέρους διαχέεται στην πολλαπλότητα από την οποία είχε αρχικά αποσπαστεί. Με άλλα λόγια, φυλλομετρώντας την ανθολογία διαβάζουμε κάτι γενικότερο από τα επιμέρους κείμενα. Διότι, όπως λέει στο «Πηγάδι» ο Θάνος, «ο τρόπος που πηγαίνει κανείς σ' ένα πράγμα αλλάζει και το ίδιο το πράγμα μερικές φορές».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Δύο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Ελληνικό διήγημα: ένα είδος σε μόνιμη ανθοφορία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ενας αυστριακός Ρεμπώ
Σύγχρονος αισθητισμός
Ο γιατρός από την Τασκένδη
Το όνειρο της Αιγύπτου
Ο λογοτεχνικός Βορράς
Εκπτωτος μονάρχης
Ιταλικοί αντικατοπτρισμοί
Ο βυθός είναι μέσα μας
Καλειδοσκόπιο θανατικών
Ο ντετέκτιβ του μυαλού
Δύο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Ελληνικό διήγημα: ένα είδος σε μόνιμη ανθοφορία
Απλετοι μικρόκοσμοι
Από τις 4:00 στις 6:00
Ο Oscar Wilde και οι επιρροές του στη μουσική σκέψη
Εφυγε νωρίς...
Άλλες ειδήσεις
Περιοδικός Λόγος
Ο εφιάλτης στον καθρέφτη
Ο Καλάζνικοφ ήθελε να γίνει ποιητής...
Βιβλίο. Τι;