Έντυπη Έκδοση

Τρία ιδιαίτερα βιβλία

Μέρες του παρελθόντος με γοητεία ή φρίκη

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

Μέρες του 2004 (από την όχθη του 2010)

εκδόσεις Υψιλον, σ. 63, ευρώ 9

Η ίδια εκείνη υποκρισία που ζητάει από τους διανοούμενους σε καιρούς κρίσης να πάρουν θέση και να δώσουν ιδέες, είναι η ίδια που αποκλείει οποιονδήποτε δεν επαναλαμβάνει βαρύγδουπα αυτά ακριβώς που της υπαγορεύουν οι «ομιλούσες γραβάτες» των ολοκληρωτικών μηχανισμών δημοσιότητας. Αναρωτιέμαι συχνά ποιους «έλληνες διανοούμενους» γνωρίζει ο κόσμος. Αν ρωτήσεις δειγματοληπτικά, το ονόματα που θα σου παραθέσουν είναι αποκαλυπτικά: τους σαλτιμπάγκους των καναλιών και τους καθ' έξιν επιφυλλιδογράφους, επίδοξους εθνοπατέρες με ή χωρίς εκκλησιαστική στήριξη, λιγωμένους εκσυγχρονιστές με αποδομητικά τικ, γραφειοκράτες ακαδημαϊκούς μιας «αριστεράς» που ανεβαίνει μεθοδικότατα εδώ και τριάντα χρόνια τα σκαλιά της κρατικής εξουσίας. Το είδος σπανίζει στις ημέρες μας, το ξέρουμε, και τα ελάχιστα εναπομένοντα δείγματα αξίζει να φυλαχθούν ως κόρη οφθαλμού. Γι' αυτό έχει νόημα να χαιρετίσουμε τούτο το μικρό βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, ενός από τους τελευταίους επαγρυπνούντες.

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ψυχή των εκδόσεων «Ερασμος» κι εκδότης του περιοδικού Σημειώσεις, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος δεν παύει να αναμετριέται από το αφανές μετερίζι του με τη γλοιώδη ελληνική δημόσια σκηνή, την πολιτική πραγματικότητα, όπως ευφημιστικά σχεδόν λέμε, κυρίως υπό μορφή σύντομων σχολίων στις Σημειώσεις και σπανιότερα με περιστασιακές δημοσιεύσεις σε άλλα έντυπα. Τέτοια κείμενα της τελευταίας εξαετίας συγκεντρώνει αυτός ο μικρός τόμος. Τα χρονολογικά όρια είναι εμβληματικά: το 2004 είναι η εποχή της μαζικής ευφορίας των ηλιθίων γύρω από το δυσθεώρητο φαγοπότι της Ολυμπιάδας, της αποκορύφωσης του εθνικού ρίγους τύπου Τσάμπιονς Λιγκ και Γιουροβίζιον και των σημιτικών ιαχών περί «ισχυρής Ελλάδας», παράλληλα με την κατασταλτική εξάρθρωση των λεγόμενων «τρομοκρατικών οργάνωσεων» που εξασφάλιζε συναινέσεις για την αστυνομική μεταμόρφωση, ολοκληρωτικού τύπου, της χώρας κατ' επιταγήν των δυτικών της πατρώνων και καθ' ομοίωσιν των δικών τους κοινωνιών-κλιματιζόμενων στρατοπέδων. Το 2010 η χώρα κλαίει για μια καταστροφή που νομίζει πως είναι απλώς οικονομική -ή, ακόμη χειρότερα, «χρηματοπιστωτική»- χωρίς να αντιλαμβάνεται την αδυσώπητη αλληλουχία των δικών της πράξεων, και κυρίως την αυτοκτονική της τύφλωση, που οδήγησε με ακρίβεια στο σημείο που βρίσκεται.

Δεν θα επαναλάβω εδώ τα όσα λέει το βιβλίο - αξίζει να διαβαστούν προσεκτικά λέξη λέξη. Θα παραθέσω μόνο ένα απόσπασμα για την απονάρκωση των διανοουμένων, αυτοαναστοχαστική στιγμή του ίδιου του εγχειρήματός του: «Το Γκουαντάναμο, η ορατή κορυφή ενός παγκόσμιου παγόβουνου, πάνω στο οποίο είδαμε να ναυαγεί πάμφωτος και σημαιοστόλιστος ολόκληρος ο νομικός πολιτισμός μας, μας κάνει να συνειδητοποιούμε την τεράστια απόσταση που μας χωρίζει από τη μυθική πλέον περίοδο της υπόθεσης Ντρέυφους η οποία τάραξε στα τέλη του προπερασμένου αιώνα τις συνειδήσεις των Ευρωπαίων. Η υπενθύμιση και μόνο [...] προκαλεί αυτομάτως τη σύγκριση ανάμεσα στο "Κατηγορώ" του Ζολά και τον ευλύγιστο λόγο του τίποτα μπροστά στη σημερινή αυθαιρεσία της εξουσίας. Το "άλας της γης" δεν εμωράνθη απλώς, αλλά κατέστη το μεταμοντέρνο όπιο του λαού. Κάποτε ο διανοούμενος φύτρωνε, κατά το λεγόμενο, εκεί που δεν τον έσπερνες. Δεν δίστασε να φορέσει το σκουφί του τρελού [...] προκειμένου να πει τα δικά του ή να αυθαδιάσει, όσο τον έπαιρνε, στον βασιλιά του ή στο κοινό του. Επαιξε το κρυφτό ανάμεσα στον θάνατο και τη γελοιότητα, αλλά δεν ταυτίστηκε ποτέ απολύτως με την εξουσία, ερωτευμένος πάντα με τους ρόλους του Αμλετ και του Δον Κιχώτη. Ωσπου έγινε αφέντης στη θέση του αφέντη του, και ο μικρός τρελός κοιμήθηκε για πάντα μέσα του» (σελ. 22).

Susan Sontag

Η γοητεία του φασισμού. Δύο δοκίμια

μτφρ.: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

εκδόσεις Υψιλον, σ. 88, ευρώ 10

Το πνεύμα ως πάθος. Δύο δοκίμια για τον Αρτώ και τον Κανέττι

εκδόσεις Υψιλον, σ. 101, ευρώ 11

Το 2004 τυχαίνει όμως να είναι και η χρονιά που πέθανε η Susan Sondag. Κατά ευτυχή σύμπτωση, την ίδια τούτη περίοδο κυκλοφόρησαν, και από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, δύο μικροί τόμοι με δοκίμιά της που επέλεξε και μετέφρασε ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Δεν είναι η πρώτη φορά που μεταφράζεται Susan Sondag στα ελληνικά· μας δίνουν ωστόσο ακόμη μια ευκαιρία να θαυμάσουμε το δαιμόνιο πνεύμα αυτής της ανήσυχης διανοούμενης που μοίρασε τη ζωή της ανάμεσα στην ακαδημαϊκή διδασκαλία, την κριτική δοκιμιογραφία και τον πολιτικό ακτιβισμό. Αθεη Εβραία της Νέας Υόρκης, εντυπωσιάζει ακόμα με τον ιδιάζοντα τρόπο της να διασταυρώνει τη βαθιά αισθητική οξυδέρκεια μ' ένα αταλάντευτο ηθικοπολιτικό κριτήριο, την ιδιοσυγκρασιακή της ικανότητα να δίνει ένα ηθικό βάθος σ' εκείνο που πιο πολύ αντιστέκεται στην ηθική αξιολόγηση: το καλλιτεχνικό γεγονός και τις αισθητικές στάσεις.

Η γοητεία του φασισμού απαρτίζεται από δύο δοκίμια πάνω σε δύο πολύ διαφορετικές περιπτώσεις γερμανών σκηνοθετών, της Λένι Ρίφενσταλ και του Χανς-Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ. Η Λένι Ρίφενσταλ, πασίγνωστη σήμερα κυρίως ως cult personna, θέτει ένα ακραίο δίλημμα στην αισθητική κρίση, όπου η αντιμαχία μορφής-περιεχομένου δύσκολα θα μπορούσε να λάβει οξύτερες διαστάσεις: κανένας δεν της συγχώρησε ότι υπήρξε ευνοουμένη του Χίτλερ κι επίσημη κινηματογραφίστρια του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, ενώ όλοι νιώθουν αμήχανοι απέναντι στα υφολογικά της επιτεύγματα που κατόρθωσαν να αποσπάσουν τη μέγιστη δύναμη υποβολής από το μέσον του κινηματογράφου. Στα μάτια πολλών εξιλεώθηκε όχι τόσο από τη σχεδόν αναγκαστική «αποκήρυξή» της όσο από το ύστερο έργο της με τις ποιητικές εικόνες πρωτόγονης ομορφιάς που διέσωσε, είτε είναι οι Νειλωτικές φυλές του Σουδάν είτε οι κοραλλιογενείς βυθοί της Ερυθράς Θάλασσας. Αναμενόμενα σχεδόν, η κρίση της Susan Sondag πέφτει ανελέητη σαν πέλεκυς: δίνοντας πολλά άγνωστα στοιχεία και πραγματολογικές λεπτομέρειες, επιμένει στη συστηματική ψευδολογία της Ρίφενσταλ και προσπαθεί να δείξει πώς η παραμικρή πτυχή του έργου της, και όχι μόνο η θεματογραφία ενός μέρους του, ενσαρκώνει την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία. Ακόμα και η εντυπωσιακή κινηματογράφηση των Νούμπα ή των Νούερ -που τα ηρωικά σώματά τους υπό μεγεθυντικές οπτικές γωνίες εικονίζονται όπως τα σώματα των αθλητών-υπερανθρώπων του Γ' Ράιχ- είναι σαγηνευμένη από τον μύθο, ένα ψευδαισθητικό illo tempore που στρέφει πεισματικά τα νώτα στην Ιστορία. Στο τελευταίο μέρος τού ίδιου δοκιμίου η Sondag εξετάζει την αναβίωση μιας φασιστικής αισθητικής σε όψεις της μόδας ως δείκτη του λανθάνοντος σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα της σύγχρονης (μεταμοντέρνας λεγόμενης) κουλτούρας.

Πολύ διαφορετική είναι η κρίση της για τον Χ.Γ. Ζύμπερμπεργκ. Εμμένοντας πολύ περισσότερο εδώ στο αισθητικό επίπεδο ανάλυσης, σημειολογώντας με αξιοθαύμαστη λεπτομερειακότητα και υπομονή την πληθωρική γραφή της μοντερνιστικής του φαντασμαγορίας «Χίτλερ -ένα φιλμ από τη Γερμανία» (1977), θα δείξει ότι από τους δύο δασκάλους που επικαλείται ο Ζύμπερμπεργκ -τον Μπρεχτ και τον Βάγκνερ- είναι απείρως περισσότερο βαγκνερικός, ένας καθυστερημένος ρομαντικός που νιώθει ότι ο ναζισμός ήταν η γκροτέσκα πραγματοποίηση (και προδοσία) του γερμανικού Ρομαντισμού· και παρ' ότι δεν διστάζει να χαρακτηρίσει το φιλμ αριστούργημα σε μια εποχή κινηματογραφικής ασημαντότητας, αντιμετωπίζει με κάποιον σκεπτικισμό την (επίσης ρομαντική) αλαζονεία του δημιουργού που πιστεύει πως με τα σύμβολα της καλλιτεχνικής του αρκάνα μπορεί να εξορκίσει αποτελεσματικά την κληρονομιά του Χίτλερ.

Δύο κείμενα απαρτίζουν και τον δεύτερο τόμο με τίτλο Το πνεύμα ως πάθος. Το δοκίμιο για τον Ελία Κανέττι είναι μια έντιμη και όπως πάντα διεισδυτική ανάλυση που πάνω απ' όλα ζωντανεύει στα μάτια μας τον κόσμο των κεντροευρωπαίων διανοουμένων, γερμανόφωνο και κοσμοπολιτικό, που χάθηκε για πάντα μέσα στον τελευταίο πόλεμο. Το αριστούργημα όμως του τόμου είναι το δοκίμιο για τον Αντονέν Αρτώ. Γραμμένο με τη συγκίνηση που ταιριάζει στην περίπτωση, είναι ένα από τα περιεκτικότερα κείμενα που έχουν γραφτεί για τον πυρετώδη σαλό του θεάτρου που επαγγέλθηκε το απραγματοποίητο κι έγινε ο ίδιος φλεγόμενος οδοδείκτης των συνόρων ανάμεσα στην τέχνη και την τρέλα. Ξαφνιάζει συχνά με απροσδόκητες αλλά καίριες παρατηρήσεις όπως, ας πούμε, ότι ο Αρτώ είναι, σε αντίθεση με τους σουρεαλιστές, κατά βάσιν ένας ηθικολόγος: «Ομοια με τον Ρουσσώ, ο Αρτώ εξεγείρεται κατά της ηθικής ευτέλειας του μεγαλύτερου μέρους της τέχνης. Ομοια με τον Πλάτωνα, ο Αρτώ αισθάνεται πως η τέχνη γενικά ψεύδεται» (σελ. 33). «Οπως και ο Νίτσε», παρατηρεί αλλού, «ο Αρτώ αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως θεραπευτή της κουλτούρας -καθώς και του βαρύτερα πάσχοντος αρρώστου της» (σελ. 42). «Ο Αρτώ προσκομίζει τη μεγαλύτερη ποσότητα οδύνης στην ιστορία της λογοτεχνίας» (σελ. 64)· και τελικά, «Ο Αρτώ είναι κάποιος που έκανε ένα ταξίδι πνευματικής αναζήτησης για λογαριασμό μας -είναι ένας σαμάνος» (σελ. 70). *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Γιορτή Βιβλίου
Ο καπτα-Σίμος το Σφαντό
Εξι βιβλία με διαφορετικό κοινό
Η γαλλική φωνή και ο Στάινερ
Η περίπτωση Τζέικομπσον
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Η εποχή της πεταλούδας
Πρωταθλήτρια των μουσικών αναμνήσεων
Αφανής Αναγνώστης
Επιμέλειας απολογία
Γιορτή Βιβλίου
Ο καπτα-Σίμος το Σφαντό
Εξι βιβλία με διαφορετικό κοινό
Μέρες του παρελθόντος με γοητεία ή φρίκη
Η γαλλική φωνή και ο Στάινερ
Η περίπτωση Τζέικομπσον
Η τρίτη ανάγνωση
Η κατάρα των Ντέην
Κριτική βιβλίου
Δύο βιβλία πάνω από τον φόβο και τον θάνατο
Ο πόλεμος, εμφύλιος ή όχι, και τα παιδιά
Η λυδία λίθος της ζωής
Κοινωνικά σύμβολα και αξίες στις ΗΠΑ
Ξαφνιάσματα στα σκαλιά της Παναγίας των Παρισίων
Η Ελλάδα στην οικονομική κρίση
Κυκλοφορούν επίσης
Της φιλίας ή της συνάντησης
Η ζωή ως ταξίδι ή πραγματικότητα
Ο ακριβοδίκαιος Εντγκαρ Αλαν Πόε
Η Ασπασία Παπαθανασίου ως συγγραφέας
Πάμε σινεμά;
Η κακοποιημένη γυναίκα και ο κόσμος
Νίκος Γκάτσος
Ο Ελληνας και ο ελληνιστής
Πέντε ποιητικά βιβλία
Λέξεων κυματισμοί πολύτροποι
Συνέντευξη: Θάνος Ψυχογιός
«Να δημιουργήσουμε γενιές που θα αγαπήσουν τα βιβλία»
Συνέντευξη: Σωτήρης Παστάκας και Γιάννης Η. Παππάς
Ταξιδεύοντας στην όμορφη Ιταλία
Άλλες ειδήσεις
Το κενό
Μικρές λάμψεις
Εκδοχές φοινικιάς στη μακρινή χώρα
Εφοδος στο μαυσωλείο