Έντυπη Έκδοση

Το μυθιστόρημα του Νίκου Διακογιάννη

Η λυδία λίθος της ζωής

Νίκος Διακογιάννης

Ο ύπνος των αγαλμάτων

εκδόσεις Καλέντης, σ. 269, ευρώ 15

Ο ήρωας του μυθιστορήματος κατατρύχεται από ένα άλλο μυθιστόρημα, το Γάλα των αγαλμάτων, βιβλίο το οποίο, ποιητική αδεία, καταχωρίζεται στην εργογραφία του Ζοζέ Σαραμάγκου. Αυτό το άγνωστο μυθιστόρημα, κατοικημένο από «αγάλματα-παρηγορητές», που ανθρωποποιούνται για να εξαγνίσουν την ανθρωπότητα, εισβάλλει αντεστραμμένο στη ζωή του πρωταγωνιστή, σαν κακό όνειρο, που ακόμα και μετά το ξύπνημα φανερώνει έναν κόσμο απ' άκρου εις άκρον αλλόκοτο και άξενο, παγωμένο και ανήλιαγο. Ο Νίκος Διακογιάννης (γενν. 1974) φαντασιώνει στο βιβλίο του έναν υπερφυσικό εφιάλτη, ο οποίος ενσκήπτει σαν Νέμεση για την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Σε αυτή την τιμωρημένη ανθρωπότητα τα αγάλματα αρχίζουν να καταρρέουν το ένα μετά το άλλο, αφήνοντας πίσω τους θρύψαλα και συντρίμμια και μαζί εκατόμβες από νεκροζώντανους. Το πνεύμα και η καλλιτεχνική διάνοια λιποτακτούν από τα επίγεια, εγκαταλείποντας τους ανθρώπους άρρωστους από μια ύπουλη νόσο, που τους μεταμορφώνει σε αγάλματα, ακίνητα και αμίλητα, χωρίς όμως να τους σκοτώνει. Την ίδια στιγμή η γη πάσχει από υποθερμία και ο ήλιος μοιάζει πιο μακρινός από ποτέ. Τα φιλεύσπλαχνα αγάλματα, που στις κρυφές σελίδες του Σαραμάγκου έστεργαν να παρηγορήσουν τις ανθρώπινες τραγωδίες, γίνονται τώρα κομιστές ενός τρομερού μηνύματος, ισοδύναμου με τη συντέλεια.

Ο Διακογιάννης προαναγγέλλει έναν καινοφανή σκοταδισμό, παρατηρώντας τον σύγχρονο κόσμο να δύει καταιγιστικά. Οπως υπογραμμίζει στο βιβλίο του, η κρίση της σημερινής εποχής δεν πρέπει να τίθεται μόνο με όρους οικονομικούς. Η εστίασή του προσηλώνεται στο πνεύμα, εξετάζοντας αφ' ενός το κάλλος που αναθάλλει σε ορισμένα έργα του και αφ' ετέρου τον όλεθρο που εγκυμονεί η διάβρωσή του. Η ίδια η ανθρώπινη φύση φέρει το ορμέμφυτο της καταστροφής. Η αλαζονεία, ιδιότητα συχνά εγγενής με την ιδιοφυΐα, μπορεί να είναι η πρώτη ύλη θαυμαστών επιτευγμάτων, αλλά είναι επίσης η ουσία που επιφέρει τις βαθύτερες ρωγμές σε αυτό το μοναδικό και ανεπανάληπτο «αναθρώσκω». Στο μυθιστόρημα τα αγάλματα σωριάζονται καταγής, τιμωρώντας το πνεύμα που τα όρθωσε, την ανθρώπινη νόηση. Η θεόπνευστη ανάσα τους μοιάζει να κόβεται από τα αντιπνευματικά τοξικά της σύγχρονης εποχής. Ο συμφυής με αυτά συμβολισμός τους θρυμματίζεται και είναι αυτά ακριβώς τα θρύμματα που έρχονται με τη σειρά τους να συμβολίσουν τη χρεοκοπία της πνευματικότητας και την καθολική κυριαρχία ενός πρωτόγονου τρόμου. Ενας τρόμος που για να καταπραϋνθεί αποζητούσε σπαρακτικά τη μεταφυσική. Τα αγάλματα, που με την κατάρρευσή τους σηματοδότησαν το ξέσπασμα του εφιάλτη, μεταλλάχθηκαν στις έμφοβες συνειδήσεις των προσώπων του μυθιστορήματος, σε σύμβολα του κακού και εργαλεία ενός νέου τύπου τρομοκρατίας. Οι θνητοί ήταν εντελώς άοπλοι μπροστά σε αυτή την υπερκόσμια Μέδουσα. Χρειαζόταν επειγόντως η επανεφεύρεση του Θεού. Τα γλυπτά δαιμονοποιήθηκαν και όσα δεν κομματιάζονταν αυτοβούλως, περιορίζονταν σε απαγορευμένες ζώνες ή καταστρέφονταν μέσα στην έξαρση της θρησκοληψίας και της δεισιδαιμονίας. Δεν ήταν πια έργα τέχνης, αλλά φορείς της ύβρεως, ιδίως αυτά που συνιστούσαν σε παλαιές εποχές λατρευτικά σύμβολα, είδωλα, δηλαδή, που αντιστρατεύονταν τα χριστιανικά δόγματα. Αλλοι, ωστόσο, είδαν διαφορετικά την πίστη που θα τους λύτρωνε και στράφηκαν στο «κίνημα του νεοπαγανισμού», πιστεύοντας πως «η επιστροφή στη λατρεία της Φύσης, στη λατρεία του κτιστού κόσμου», ήταν η άρρητη αξίωση των διαμελισμένων αγαλμάτων. Υπό την επήρεια του παραλυτικού φόβου, οι θεοί στήνονταν ξανά στα βάθρα τους, εντολοδότες μιας όψιμης ευλάβειας, ενόσω άλλοι, εξίσου ευλαβείς, έσπευδαν να τους κατακρημνίσουν στο όνομα της δικής τους πίστης. «Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας οι θεοί τόσο διαφορετικών πολιτισμών δεν είχαν αποκαθηλωθεί κατά τέτοιο μαζικό τρόπο».

Οι θεοί θανατώνονταν, τα έργα τέχνης λιποψυχούσαν και γίνονταν τέφρα, γύρω από όσα επιζούσαν υψώνονταν τείχη, η απώλεια των μνημείων έκανε τη μνήμη να φυλλορροεί, το κρύο κατακυρίευε τη γη και φαιά νέφη, σαν πετρώδη, την περιέσφιγγαν, οι άνθρωποι περιέρχονταν σε αφασία, το αίμα έπηζε στις φλέβες τους, ενώ η πραγματικότητα συστρεφόταν στο χείλος της κόλασης. Οι ήρωες του βιβλίου βρέθηκαν ξαφνικά καταμεσής ενός εωσφορικού τοπίου. Η πρότερη ζωή τους σαρωνόταν από το χιόνι, το οποίο απλωνόταν σε μια μακάβρια, κάτωχρη έρημο, που σκλήριζε από τα οστά των άταφων νεκρών. Και «ο ήχος από τα μικρά οστά που έσπαγαν έφτανε στ' αυτιά τους σαν ήχος από χιλιάδες σφαίρες που έρχονταν να σφηνωθούν σε ό,τι ζωντανό είχε απομείνει στο μέρος της συνείδησης...».

Αντιμέτωποι με την πρωτοφανή συμπαντική συμφορά, οι ήρωες προσφεύγουν ενστικτωδώς σε μια απωθημένη, παρωχημένη αγνότητα, πέρα από τον επικοινωνιακό παροξυσμό της διαδικτυακής επικράτειας, και μαθαίνουν να εμπιστεύονται την ασφάλεια, όσο επισφαλής και αν είναι, που προσφέρει η εγγύτητα με ένα αγαπημένο σώμα. Το νεαρό ζευγάρι, για παράδειγμα, που πρωταγωνιστεί στις σελίδες, μόνο με το αγκάλιασμά του νιώθει ότι μπορεί να απωθήσει τον ζόφο που το πολιορκεί. Ενα δυνατό φιλί «έκανε για λίγο την πραγματικότητα υλικό εύπλαστο στα χέρια τους». Απελπιστικά ανοχύρωτα, έκθετα στο απόλυτο κρύο και σε μια απόκοσμη καταχνιά, τα δύο σώματα φώλιαζαν τις νύχτες σε έναν επίπλαστο κόσμο, τον οποίο δρόσιζε ένας άνεμος οιονεί ειδυλλιακός. Μια πλαστική σακούλα, δεμένη στην μπαλκονόπορτα, θρόιζε στον αέρα της πόλης, αντηχώντας στο σμίξιμό τους σαν απόηχος άλλων καιρών. «Ηθελε κόπο, ψυχή σπαράζουσα, η γλυπτική μιας τέτοιας νύχτας».

Οι νέοι του βιβλίου ξεχνούν με την ονειροπόληση το κακό όνειρο που ζουν. Ο Διακογιάννης τούς ρίχνει σε έναν ριζικά απομαγευμένο κόσμο προκειμένου να τους στρέψει προς τον μονόδρομο της αγάπης. Διακαής η ανάγκη της αγάπης, υποδηλώνεται στις σελίδες εννοιολογικά αναπεπταμένη. Αυτό το ιδεώδες αντίδοτο εμπεριέχει όλο το καλόπιασμα της ζωής, τη στιγμή της πρώτης ανάσας, τον χρόνο της παιδικής ηλικίας, την πλησμονή του έρωτα, την απερίγραπτη μαγεία του φιλιού, αλλά και του φίλου. Οσοι από τους ήρωες προσβάλλονται από τη νόσο των αγαλμάτων, ζητούν πυρετικά γάλα, προφέροντας τη λέξη σαν μετωνυμία της αγάπης. Η επιθυμία τους για «αυτό το υγρό, μπορούσε να παραλληλιστεί μόνο με την ανάγκη για σαρκικό έρωτα ή για αγάπη».

Μπροστά στο άλογο που αλώνει την υπερφίαλη αυτάρκειά τους, οι ήρωες δοκιμάζονται με τον ρομαντισμό. Αυτή η μεταστροφή, δηλωτική της διεκδίκησης μιας αθωότητας, που έχουν από καιρό στερηθεί, είναι και το νόημα των δεινών τους. Ο Διακογιάννης εμμένει στο αλληγορικό υπόβαθρο του βιβλίου, δείχνοντας από νωρίς την προσχηματική, παραδειγματική χρήση του υπερφυσικού στοιχείου. Η υπόρρητη συνομιλία του με τον Σαραμάγκου, καθώς και η πρόταξη παραθεμάτων, που διαλέγονται με τα κύρια μοτίβα του μυθιστορήματός του, μαρτυρούν την πρόθεσή του να εκμεταλλευτεί την πλοκή σαν αντηχείο ιδεών. Στο φανταστικό άγος της μυθοπλασίας προβάλλει τις μείζονες απειλές της σύγχρονης εποχής, όπως ξεκάθαρα έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται τα τελευταία χρόνια. Δεσπόζον ζήτημα ο υπαρξιακός παγετός και πανικός από το ξόφλημα της υλιστικής φρεναπάτης. Ο κεντρικός ήρωας έρχεται εξαρχής ενώπιον ενός επιτακτικού ερωτήματος: «Βρισκόμουν στο κέντρο σε σχέση με τα πράγματα ή έρμαιο στην περιδίνηση της τρέλας;».

Ενα ερώτημα που θίγει πρόδηλα τον αναλογισμό της προσωπικής ευθύνης. Αν ο κόσμος είναι τρελός, κάποιοι τον τρέλαναν, άρα κάποιοι άλλοι μπορούν να τον ξε-τρελάνουν. Το θέμα είναι κατά πόσο κανείς προτίθεται να βρεθεί στο κέντρο των πραγμάτων, να θεωρήσει, δηλαδή, τον εαυτό του νευραλγικό κομμάτι αυτού που συμβαίνει και να επωμιστεί το βάρος της μετατόπισής του στο επίκεντρο. Υπό μία έννοια, οι ήρωες επιχειρούν να μετατοπιστούν προς το κέντρο της τρέλας, προκειμένου να αντιληφθούν τα αίτιά της και επαγωγικά την ενδεικνυόμενη θεραπεία. Η εσωστρέφειά τους, η γαλήνη τους από το πλησίασμα των σωμάτων τους, μπορεί να φαίνεται αντίθετη με αυτή την προσπάθεια, αλλά ο Διακογιάννης δεν διαχωρίζει την έγνοια για τον άλλο από τη φροντίδα των οικείων, εμφορούμενος μάλλον από αυτή τη ζωτική για το χριστιανικό ήθος σύνδεση. Η αγάπη σημαίνει ευθύνη και η συνωνυμία τους υπερβαίνει το σύνορο μεταξύ συλλογικότητας και ατόμου.

Οι ήρωες κάνουν έρωτα ακούγοντας τους τριγμούς μιας πλαστικής σακούλας, που στη φαντασία τους σαλεύει σε άλλο τόπο και χρόνο και δεν είναι πια σακούλα, αλλά μόνον ο ήχος του ανέμου, απολυτρωμένος από τα έργα του ανθρώπου. Δεν είναι απίθανο την ίδια στιγμή να προσδοκούν έναν διαφορετικό ρυθμό αναπνοής και για τον κόσμο τους, που μοιάζει έτοιμος να σπάσει σε κομμάτια, υποχωρώντας σε ένα διηνεκές σούρουπο. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Δύο βιβλία πάνω από τον φόβο και τον θάνατο
Ο πόλεμος, εμφύλιος ή όχι, και τα παιδιά
Κοινωνικά σύμβολα και αξίες στις ΗΠΑ
Ξαφνιάσματα στα σκαλιά της Παναγίας των Παρισίων
Η Ελλάδα στην οικονομική κρίση
Κυκλοφορούν επίσης
Της φιλίας ή της συνάντησης
Η ζωή ως ταξίδι ή πραγματικότητα
Ο ακριβοδίκαιος Εντγκαρ Αλαν Πόε
Η Ασπασία Παπαθανασίου ως συγγραφέας
Πάμε σινεμά;
Η κακοποιημένη γυναίκα και ο κόσμος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Η εποχή της πεταλούδας
Πρωταθλήτρια των μουσικών αναμνήσεων
Αφανής Αναγνώστης
Επιμέλειας απολογία
Γιορτή Βιβλίου
Ο καπτα-Σίμος το Σφαντό
Εξι βιβλία με διαφορετικό κοινό
Μέρες του παρελθόντος με γοητεία ή φρίκη
Η γαλλική φωνή και ο Στάινερ
Η περίπτωση Τζέικομπσον
Η τρίτη ανάγνωση
Η κατάρα των Ντέην
Κριτική βιβλίου
Δύο βιβλία πάνω από τον φόβο και τον θάνατο
Ο πόλεμος, εμφύλιος ή όχι, και τα παιδιά
Η λυδία λίθος της ζωής
Κοινωνικά σύμβολα και αξίες στις ΗΠΑ
Ξαφνιάσματα στα σκαλιά της Παναγίας των Παρισίων
Η Ελλάδα στην οικονομική κρίση
Κυκλοφορούν επίσης
Της φιλίας ή της συνάντησης
Η ζωή ως ταξίδι ή πραγματικότητα
Ο ακριβοδίκαιος Εντγκαρ Αλαν Πόε
Η Ασπασία Παπαθανασίου ως συγγραφέας
Πάμε σινεμά;
Η κακοποιημένη γυναίκα και ο κόσμος
Νίκος Γκάτσος
Ο Ελληνας και ο ελληνιστής
Πέντε ποιητικά βιβλία
Λέξεων κυματισμοί πολύτροποι
Συνέντευξη: Θάνος Ψυχογιός
«Να δημιουργήσουμε γενιές που θα αγαπήσουν τα βιβλία»
Συνέντευξη: Σωτήρης Παστάκας και Γιάννης Η. Παππάς
Ταξιδεύοντας στην όμορφη Ιταλία
Άλλες ειδήσεις
Το κενό
Μικρές λάμψεις
Εκδοχές φοινικιάς στη μακρινή χώρα
Εφοδος στο μαυσωλείο