Έντυπη Έκδοση

Ρέα Γαλανάκη

Με πονά η χονδροειδής εγκληματική εικόνα της Κρήτης

Το τελευταίο μυθιστόρημα «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα» («Καστανιώτης») της Ρέας Γαλανάκη είναι το τέταρτο βιβλίο της που επικεντρώνεται στον γενέθλιο τόπο της, την Κρήτη.

Εχουν προηγηθεί: «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά», «Ο αιώνας των λαβυρίνθων» και «Αμίλητα, βαθιά νερά». Αυτή τη φορά η συγγραφέας επιλέγει να αξιοποιήσει στη μυθοπλασία της ένα ορεινό χωριό που θυμίζει την κλειστή κοινωνία των Ζωνιανών. Η δράση αρχίζει να ζωντανεύει όταν καταφτάνει στον ορεινό τόπο μια νεαρή Ελληνοεβραία δασκάλα, το έτος 2000. Δεν θ' αργήσει να γίνει μάρτυρας ενός παλιού πασχαλινού εθίμου, της καύσης του Ιούδα.

Αυτά τα δύο μυθοπλαστικά στοιχεία -της νεαρής γυναίκας και του παλαιού εθίμου- δίνουν την αφορμή στη Ρέα Γαλανάκη να κάνει μια βαθιά τομή στο «άβατον» των σύγχρονων ορεινών κοινωνιών του νησιού, αλλά και να ξεδιπλώσει μια παλιά κρητική παράδοση, που αποδίδει στο πρόσωπο του βιβλικού Ιούδα τη μοίρα του μυθικού Οιδίποδα.

Νόμος και παρανομία, έρωτες και τελετουργίες, φονικά και αποσιωπήσεις, ρηξικέλευθες αλλά και απαρχαιωμένες αντιλήψεις συνθέτουν ένα σκηνικό γεμάτο συγκρούσεις και αντιφάσεις. Μέσα σ' αυτό η νεαρή γυναίκα αναζητεί τις ρίζες της ταραγμένης οικογενειακής της ιστορίας. Παράλληλα, ο περί τον Ιούδα και τον Οιδίποδα μύθος, ένας μύθος για το απόλυτο κακό, βαδίζει πάνω στα δικά του μονοπάτια, που οδηγούν κατευθείαν στο σκοτάδι. Ξεκινά από τα βάθη του χρόνου και φτάνει ώς τις μέρες μας, για να υπηρετήσει αλλά και να ερμηνεύσει τις άκαμπτες δομές των ορεινών κλειστών κοινωνιών.

Ποιος είναι ο λόγος που συνδέετε τον Ιούδα τον Ισκαριώτη και τον Οιδίποδα στο μυθιστόρημά σας; Γιατί αναπτύσσετε αυτόν τον μύθο παράλληλα με μια πολύ σύγχρονη ιστορία;

«Ο Ιούδας και ο Οιδίποδας έχουν συνδεθεί εδώ και πολλούς αιώνες, μόνο που δεν ήταν ευρύτερα γνωστό. Στο βιβλίο μου δούλεψα αποκλειστικά με πηγές που προέρχονται από την Κρήτη: με ένα μακροσκελές ανώνυμο ποίημα, το "Παλαιά και Νέα Διαθήκη", γραμμένο στον Χάνδακα (Ηράκλειο) τέλη του 15ου αιώνα, όπου σε 77 στίχους λέγεται ότι ο Ιούδας πετάχτηκε από τους γονείς του στη θάλασσα μέσα σε μικρό κιβώτιο, αλλά σώθηκε, γύρισε αργότερα, και χωρίς να το ξέρει σκότωσε τον πατέρα του και παντρεύτηκε τη μάνα του. Σημειώνω ότι το ιταλικό χειρόγραφο εκδόθηκε πρώτη φορά το 2004 από το Ελληνικό Ινστιτούτο της Βενετίας, αφού ήδη το είχε μεταγράψει, μελετήσει και ανακοινώσει ο πρόωρα χαμένος Νίκος Παναγιωτάκης. Αυτός ο μύθος διασώζεται και κατά τον 20ό αιώνα στην Κρήτη, σύμφωνα με μαρτυρία καταγεγραμμένη σε μελέτη του επιφανούς λαογράφου Γ. Μέγα».

Γιατί επιλέξατε να επικεντρώσετε τη δράση του μυθιστορήματός σας σ' ένα σύγχρονο ορεινό χωριό, που θυμίζει την ιδιότυπη κοινωνία των Ζωνιανών;

Η ελληνική σημαία «ζωσμένη» στα όπλα. Η ελληνική σημαία «ζωσμένη» στα όπλα. «Απλώς θυμίζει, όπως λέτε. Το χωριό στο μυθιστόρημά μου είναι εντελώς φανταστικό, επινοημένο από μένα, και δεν μπορεί να ταυτιστεί με κανένα υπάρχον. Αλλά και τα πρόσωπα στο σύγχρονο μέρος του μυθιστορήματος επίσης είναι όλα επινοημένα, κανένα τους δεν είναι πραγματικό. Επέλεξα να μιλήσω για ένα τέτοιο ανύπαρκτο-υπαρκτό, ένα συμβολικό χωριό και συμβολικούς ανθρώπους, ακριβώς επειδή ήθελα να εμβαθύνω στις λεγόμενες κοινωνίες του "άβατου". Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι αυτές οι κοινωνίες, όπως και κάθε άλλη κοινωνία, είναι πολύ πιο περίπλοκες από τη μονοκόμματη, ισοπεδωτική και μαύρη εικόνα που δίνουν γι' αυτές τα ΜΜΕ άπαξ και συμβεί κάτι. Την αποσιωπημένη ποικιλομορφία τους, τα χρώματα που ξιφουλκούν με το μαύρο, αυτά ενδιαφερόμουν να αναδείξω».

Σας επηρέασε η ειδησεογραφία και σε ποιον βαθμό μπορεί να αποτελέσει αφορμή για τη συγγραφή ενός λογοτεχνικού έργου;

«Το κάθε τι μπορεί να αποτελέσει αφορμή συγγραφής, αρκεί να έχει συγκινήσει βαθιά κάποιον συγγραφέα. Η ειδησεογραφία εξακολουθεί να είναι για πάρα πολλούς βασική πηγή. Σημασία, όμως, δεν έχει τόσο η πηγή ούτε η προσωπική εμπλοκή, παρά μόνον ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας θα διαχειριστεί την έμπνευση και τη συγκίνησή του μέσω της λογοτεχνίας. Σημασία έχει, δηλαδή, το τι κομίζει ένα έργο.

Αλλά για να απαντήσω πιο συγκεκριμένα, η ειδησεογραφία με επηρέασε και από μια αρνητική πλευρά. Δεν μπορούσα, δηλαδή, να δεχθώ αδιαμαρτύρητα τη χονδροειδή εγκληματική εικόνα που παρουσίαζαν, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, τα κανάλια και οι εφημερίδες για τέτοιους τόπους. Με πονούσε. Ως συγγραφέας έπρεπε να προσπαθήσω να διακρίνω την ποικιλομορφία και τις εσωτερικές συγκρούσεις αυτών των κλειστών κοινωνιών, τις περιφερειακές δυνάμεις που δεν υπακούν ή προσπαθούν να αντισταθούν χωρίς να εκφράζονται ποτέ δημόσια, τις άνισες βουβές μάχες, τον ρόλο των γυναικών, το κύρος της σχολικής εκπαίδευσης κ.λπ.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν κοινωνίες μ' έναν και μοναδικό τύπο ανθρώπου, "κακού" ανθρώπου, όταν μάλιστα κι αυτός ο "κακός" έχει δοθεί σαν καρικατούρα. Εκεί πάτησα, στις ελάχιστες ρωγμές, δοσμένες κι αυτές από τα ΜΜΕ -και προς τιμήν τους αυτή τη φορά- που μας επέτρεψαν να υποθέσουμε την ύπαρξη του διαφορετικού, τις εξαιρέσεις του κανόνα, αυτούς που ανθίστανται έστω και αδύναμα στον καινούργιο αέρα που τα τελευταία χρόνια σάρωσε όλες σχεδόν τις χρόνιες ισορροπίες. Στηρίχτηκα επιπλέον και σε ό,τι το μεγάλο, ή πολύ σπάνια το μικρό, σημαίνει για μένα η πατρίδα μου, η Κρήτη».

Παίζετε με τον χρόνο τον μυθικό και τη σύγχρονη εποχή. Τι προσπαθείτε να επιτύχετε μ' αυτή σας τη λογοτεχνική επινόηση;

«Απλώς να καταλάβω τι συμβαίνει γύρω μας. Με άλλα λόγια, έχω τη γνώμη πως κάθε ταυτότητα, ανθρώπου ή τόπου, και σε κάθε εποχή, κατασκευάζεται τόσο με πραγματικά όσο και με μυθολογικά στοιχεία. Λόγου χάριν, πόσα μυθολογικά στοιχεία υπάρχουν στη συνείδηση της ελληνικότητας του καθενός μας; Οι μύθοι είναι άχρονοι, σημειώνω, γι' αυτό και η διάρκειά τους είναι καμιά φορά μεγάλη. Η συσχέτιση του Ιούδα με τον Οιδίποδα κατά την Αναγέννηση, μια εποχή που ξανασκύβει στην ελληνική αρχαιότητα, μάλλον επιδίωκε (φορτώνοντας στον Ιούδα τα αρχέτυπα της αμαρτίας από δυο μεγάλους πολιτισμούς, τον αρχαιοεληνικό και τον εβραϊκό) να δώσει στους χριστιανούς ένα ισχυρό παράδειγμα του διαχρονικού απόλυτου κακού. Θα το εκπροσωπούσε ο Ιούδας και, μέσω αυτού, οι Εβραίοι. Πρόκειται για ένα ύπουλο ρατσιστικό ιδεολόγημα.

Από τη μεριά μου, επιχείρησα να συνδυάσω τον παραπάνω μύθο με τις ακραίες κοινωνικές καταστάσεις που σήμερα επικρατούν σε κάποιους τόπους ακόμη και εκτός Κρήτης, προκειμένου να δείξω την ανελαστικότητα σκέψης, τον συντηρητισμό, τον τοπικό εθνικισμό, ακόμη και τον ρατσισμό εκείνων που κρατούν (στο μυθιστόρημα πάντα) τα νήματα της παρανομίας και αποτελούν την άτυπη εξουσία του νοερού μου τόπου. Και το έθιμο να καίγεται ένα ομοίωμα του Ιούδα το Πάσχα μού έδωσε μια καλή αφορμή να μιλήσω για τα παραπάνω».

Ασφαλώς και δεν απουσιάζει από το βιβλίο σας κι ένα σχόλιο εναντίον του αντισημιτισμού, έτσι δεν είναι;

«Ναι, γιατί ο αντισημιτισμός, άχρονος πλην όμως διαχρονικός, ανάλογα με τις εποχές και τις περιστάσεις φοράει και άλλο κοστούμι. Στις μέρες μας, για παράδειγμα, οι ασυγχώρητες και καταδικαστέες από όλους μας πολεμικές επιχειρήσεις του κράτους του Ισραήλ εναντίον των Παλαιστινίων έχουν προκαλέσει ένα καινούργιο ρεύμα αντισημιτισμού, το οποίο, αντί να κατακρίνει τη συγκεκριμένη άθλια κρατική πολιτική, κατηγορεί τη "φυλή", τους απανταχού Εβραίους. Ετσι όμως ακυρώνονται οι τολμηρές φωνές διαμαρτυρίας μέσα από το ίδιο το κράτος του Ισραήλ, αφού το ζήτημα τίθεται με ρατσιστικούς όρους.

Στο μυθιστόρημα, για να εστιάσω πάλι στο βιβλίο, το πράττω μέσω της τοπικής παράδοσης, απόηχο του ανώνυμου κρητικού αναγεννησιακού ποιήματος, που θέλει τον Ιούδα και αιμομίκτη εκτός από δούλο και προδότη. Ισως πρέπει να πω εδώ ότι η Ελληνοεβραία δασκάλα ανακαλύπτει σ' αυτό το χωριό, που μόνο το όνομά του είχε ακούσει από την ετοιμοθάνατη μητέρα της, την αποσιωπημένη οικογενειακή της ιστορία. Δεν την ανακαλύπτει μόνο αυτή αλλά και οι διώκτες της, που την καταδιώκουν επιπλέον και για το οικογενειακό της παρελθόν, κατηγορώντας τους αριστερούς αντάρτες (επί Κατοχής) προγόνους της, δυο πρωτοξάδερφα που παντρευτήκαν στο βουνό, ως Εβραίους αιμομίκτες».

Για ποιον λόγο επιμένετε στα δυο τελευταία βιβλία σας να αντλείτε υλικό από μια κλειστή κοινωνία με αρχαϊκές ιδέες;

«Για να υποδείξω τον τρόπο που άλλα στοιχεία μιας σπουδαίας τοπικής παράδοσης έχουν μείνει σταθερά, ενώ άλλα, τα περισσότερα ίσως, έχουν αλλοιωθεί, αφού ακόμη και οι παραδόσεις υφίστανται αλλαγές μέσα στον χρόνο, προπαντός όταν αλλάξουν άρδην οι οικονομικές-κοινωνικές συνθήκες ενός τόπου. Η σιωπή, λόγου χάριν, εξακολουθεί να ισχύει για το σύνολο των κατοίκων, είτε οι κάτοικοι είναι δράστες είτε απλώς γνωρίζουν χωρίς να συμφωνούν. Ενώ η αναγκαία σε άλλες εποχές οπλοκατοχή, καθώς και η ρυθμισμένη από τους άγραφους νόμους όσο και λελογισμένη οπλοχρησία, αρχαία έθιμα και σεβαστά των ορεσίβιων (των αντρών μόνο, περιττό να πω), έχουν σε μεγάλο βαθμό εκτραπεί σήμερα και καλύπτουν διάφορες εγκληματικές ενέργειες ή επιδεικνύουν κοινωνική ισχύ λόγω του πλούτου, εύκολου και παράνομου συνήθως πλούτου. Ακόμη και ο πανίσχυρος "κακός" του μυθιστορήματος, ο δάσκαλος Χάρακας, οφείλει ως "κεφαλή" του τόπου να βοηθά όπου υπάρχει χρεία, εξασφαλίζοντας έτσι και τη σιωπή -υπήρξαν άλλωστε δημοσιεύματα για ανάλογες συμπεριφορές». *

Οι γυναίκες αντιστέκονται αφανώς και σιωπηλά

Γιατί η κεντρική σας ηρωίδα είναι μια Ελληνοεβραία δασκάλα που πάει να διδάξει σε ένα τέτοιου τύπου χωριό;

«Από σοβαρά δημοσιεύματα πληροφορηθήκαμε ότι όλοι οι δάσκαλοι δεν στέριωναν τα τελευταία χρόνια σε τέτοια χωριά. Η λιτότητα της διατύπωσης δηλώνει πολλά και διάφορα, άξια να τα διερευνήσει εν φαντασία και λόγω ένας συγγραφέας. Το δε κάψιμο του Ιούδα αφορούσε άμεσα τη δασκάλα με το εβραϊκό αίμα. Στράφηκε εναντίον της, επειδή είχε ήδη μπει στο στόχαστρο των εθνικιστών ηγετών του τόπου, που ήθελαν μια νήσο καθαρή από μετανάστες, Εβραίους και κομμουνιστές. Πιστεύω ακράδαντα ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων στην Κρήτη δεν υιοθετεί αυτές τις ρατσιστικές αντιλήψεις, το υπογραμμίζω, γι' αυτό άλλωστε στο μυθιστόρημά μου υπάρχουν ακόμη και μέσα στο χωριό πολλοί που τις αντιμάχονται. Υπάρχουν εν τούτοις, όπως υπάρχουν πλέον και παντού.

Μέσω της δασκάλας, της νεαρής γυναίκας από την Αθήνα που κουβαλάει τον ριζωμένο φόβο, επιχείρησα να προσεγγίσω όσους αντιστέκονται αφανώς και σιωπηλά. Αυτές οι μικρές μάχες, που συμβαίνουν πάντα μέσα στο πλαίσιο της τοπικής παράδοσης, με ενδιέφεραν πολύ. Μάχες που έδωσαν δυο γυναίκες ηλικιωμένες, ένας ατίθασος και αυτοδίδακτος βοσκός (που φυσικά διέθετε κι αυτός Καλάσνικοφ και 4Χ4), η δασκάλα με δυο μικρά παιδιά της τάξης της -την κόρη του δημάρχου και τον γιο ενός Αλβανού μετανάστη. Τις έδωσε και η ίδια η αντιστασιακή ιστορία του χωριού επί Κατοχής, ζωντανή και φωτεινή στις αναμνήσεις μερικών, μισητή στις αναμνήσεις άλλων. Το δράμα που ακολουθεί είναι το φυσικό αποτέλεσμα αυτών των αφανών και άνισων συγκρούσεων».

Εκφράζουν κάτι ιδιαίτερο οι γυναίκες στο μυθιστόρημα;

«Η δική τους οπτική ήταν που με ενδιέφερε κυρίως. Της Κιμπουρέας -μάνας και γυναίκας του Ιούδα (μιας άλλης Ιοκάστης), της δασκάλας Μάρθας, της ηλικιωμένης Αγγελικώς, που γίνεται άγγελος θανάτου, και της φιλενάδας της, Φροσύνης. Κοντά τους οι νεκρές, η αντάρτισσα γιαγιά Μάρθα, η κουτσή κόρη της Αγάπη, σε συνεχή διάλογο με τις ζωντανές γυναίκες. Και οι άντρες, ωστόσο, υπάρχουν ισότιμα, και με εξίσου δραματικό τρόπο σ' αυτή τη σύνθετη, τη μυθική, μα και πολύ σύγχρονη μυθιστορία».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εκθεση ζωγραφικής
Οι μάσκες ενός μοναχικού ζωγράφου
Κριτική θεάτρου
Η κόλαση στον πάνω κόσμο
Παίζοντας με το θέατρο
Συνέντευξη: Βέρνερ Χέρτσογκ
«Υπάρχει ζωή και μετά τον Κίνσκι»
Συνέντευξη: Θεατρική ομάδα Pequod
Ο «Γλάρος» πετάει με το σκαρί τού «Μόμπι Ντικ»
Συνέντευξη: Ρέα Γαλανάκη
Με πονά η χονδροειδής εγκληματική εικόνα της Κρήτης
Συνέντευξη: Σοφία Καραμάνη
Μ' αρέσει όταν η τέχνη προκαλεί διαμάχες