Έντυπη Έκδοση

Τζέιμς Ενσορ

Οι μάσκες ενός μοναχικού ζωγράφου

Η μεγάλη αναδρομική έκθεση του Τζέιμς Ενσορ στο Μουσείο του Ορσέ στο Παρίσι (πρώτη μετά το 1990) φωτίζει την επικαιρότητα της έκθεσης με έργα του στο Μουσείο Μπενάκη. Μας καλεί να απολαύσουμε μία από αυτές τις σπάνιες στιγμές, όπου ένα ελληνικό μουσείο συγχρονίζεται με τη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή.

Τι είναι όμως αυτό που στρέφει δύο μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία στο έργο αυτού του περίεργου Βέλγου, που γεννήθηκε πριν από περίπου 150 χρόνια (1860), πέθανε σε ηλικία 89 ετών (1949) αλλά σταμάτησε να ζωγραφίζει στα 35; Γιατί το έργο του, που δεν μπόρεσαν ποτέ να το κατατάξουν εξ ολοκλήρου σε κάποιο συγκεκριμένο κίνημα της τέχνης και διαφεύγει ακόμα τις κατηγοριοποιήσεις, φτάνει μέχρι τον εικοστό πρώτο αιώνα ζωντανό και ανοιχτό στις ερμηνείες;

Η ζωή και το έργο του Ενσορ, εκτός από τους ιστορικούς της τέχνης έχει απασχολήσει και τον χώρο της ψυχανάλυσης. Βοήθησαν σ' αυτό η παύση της δημιουργικότητάς του, η επιθετική και εκδικητική του σχέση με τον κοινωνικό του περίγυρο (η οποία έκανε στροφή 180 μοιρών όταν το βελγικό κράτος αλλά και η υπόλοιπη Ευρώπη άρχισαν να τον αναγνωρίζουν), η ταύτισή του σε πολλά έργα με το πρόσωπο του θεανθρώπου, η εμμονή του με τις μάσκες και τους σκελετούς, η εξάρτησή του από το αδιέξοδο οικογενειακό του περιβάλλον -θα μείνει για πάντα στη σοφίτα του πατρικού του σπιτιού.

Ο Βρετανός πατέρας του, μορφωμένος και ευαίσθητος, ο μόνος που υποστηρίζει την αγάπη του Ενσορ για τη ζωγραφική, θα «ξοκείλει» στο λιμάνι της Οστάνδης. Θα παντρευτεί την προσγειωμένη, ορθολογίστρια και μάλλον καταθλιπτική μητέρα -η οποία θεωρεί τον Ενσορ αποτυχημένο όσο δεν μπορεί να συνεισφέρει στο οικογενειακό εισόδημα- και θα καταλήξει ο αλκοολικός και αποτυχημένος περίγελος της πόλης. Η αδερφή του, μικρότερη και εξαρτημένη απόλυτα από τον Ενσορ -πλειστάκις μοντέλο και αιώνια συγκάτοικός του- παντρεύεται έναν Κινέζο έμπορο πορσελάνης, ο οποίος την εγκαταλείπει ένα χρόνο μετά τον γάμο, μόλις γεννιέται η κόρη τους. Η γιαγιά του διατηρεί ένα μικρό, σκοτεινό και παράξενο μαγαζί, που πουλάει κοχύλια, μάσκες, πορσελάνες κινέζικες και γιαπωνέζικες λάκες. Βγαίνει για την καθημερινή της βόλτα στο λιμάνι με μια μαϊμού σκαρφαλωμένη στον ώμο της. Στοιχεία όλα ενός δράματος που ο Ενσορ θα καταφέρει να εντάξει στο προσωπικό και ανεπανάληπτο έργο του.

Ορσέ: Πίνακες της ψυχής

Εκθέτοντας ενενήντα ζωγραφικά έργα μαζί με πολλά σχέδια και άλλα τόσα χαρακτικά, το παρισινό μουσείο επιχειρεί να φωτίσει την προσφορά του Ενσορ στη ζωγραφική και να τον τοποθετήσει ανάμεσα στους ζωγράφους και τα ρεύματα που σχηματοποίησαν την έκφραση του εικοστού αιώνα. Γιατί παρόλο που η δημιουργικότητά του έπεσε σε λήθαργο κοντά στην εναλλαγή των αιώνων, τα έργα του καταγράφουν -σαν ένα πολλαπλά ευαίσθητο ραντάρ- τις σεισμικές δονήσεις στον κοινωνικό ιστό της Ευρώπης και τις μεγάλες διακυμάνσεις στα υπαρξιακά αδιέξοδα, που οδήγησαν στην άβυσσο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.

Η ματιά του Ενσορ επάνω στη ζωή και τους ανθρώπους δεν είναι ούτε μόνον νατουραλιστική, ούτε ακριβώς αλληγορική, ούτε καθαρά εξπρεσιονιστική. Είναι η ματιά που φέρνει το μέσα έξω και που χρησιμοποιεί αυτό που βλέπει σαν αφορμή για να απεικονίσει το προσωπικό βάθος της ύπαρξης. Κι αυτό στα πρώτα χρόνια. Γιατί αργότερα (και το χρονολογικό ξετύλιγμα της έκθεσης στο Ορσέ βοηθάει πολύ σε αυτό το «ξεκαθάρισμα») θα εγκαταλείψει την πραγματικότητα. Θα επιδοθεί σε ένα όργιο που στριφογυρνάει μανιασμένα γύρω από τις εμμονές για τον φόβο και τον θάνατο, τη μάσκα και το ψυχικό της αποτύπωμα, την εκστατική πανδαισία του φωτός και της θάλασσας. Αψηφώντας τεχνικές και μεθόδους, ο Ενσορ θα επιδοθεί στο κυνήγι των προσωπικών του δαιμόνων με τόση πρωτοτυπία ώστε το 1940 ο Alfred Barr -ιστορικός της τέχνης και πρώτος διευθυντής του ΜΟΜΑ- να υποστηρίζει αναφορικά με το έργο του «Η δοκιμασία του Αγίου Αντωνίου» ότι, όταν το ζωγράφιζε, το 1887, υπήρξε «ο πιο τολμηρός εν ζωή ζωγράφος».

Στο μεγαλύτερο κομμάτι του έργου του ο Ενσορ ζωγραφίζει πρόσωπα με μάσκες και από πολλούς αποκαλείται ο «ζωγράφος της μάσκας», όμως τα πρόσωπά του δεν φοράνε τις μάσκες τους, είναι οι μάσκες τους. Για τον Ενσορ η μάσκα φανερώνει το πραγματικό και οριακό ανθρώπινο πρόσωπο. «Με μεγάλη χαρά εγκατέλειψα τον εαυτό μου στο βασίλειο της μοναξιάς, όπου ενθρονίστηκε η Μάσκα με όλη της τη βία, το φως και τη μεγαλοπρέπειά της», έχει γράψει.

Μπενάκη: Χαρακτικά της αγωνίας

Ενώ η γενιά του Ενσορ ασχολήθηκε πολύ με τις γραφικές τέχνες, ο ίδιος, αν και είχε φίλους ποιητές και αντλούσε συχνά έμπνευση από τη λογοτεχνία (φανατικός θαυμαστής του Πόε), δεν δημιούργησε ποτέ χαρακτικά με σκοπό να εικονογραφήσουν βιβλία. Αφιερώθηκε στη χαρακτική με την αγωνία του ανθρώπου που θέλει το έργο του να διαδοθεί και να αντέξει στη φθορά του χρόνου.

«Θέλω να επιζήσω. Η προσωρινότητα του υλικού της εικόνας με τρομάζει. Αμοιρη ζωγραφική! Μια τέχνη εκτεθειμένη στην ανικανότητα των συντηρητών και στις ατέλειες της αναπαραγωγής. Ναι, επιθυμώ να αναταράζω τις επόμενες γενεές για πολύ καιρό ακόμα. Θέλω να επιβιώσω - σκέφτομαι τον σκληρό χαλκό, το άφθαρτο μελάνι, την εύκολη αναπαραγωγή. Ως εκ τούτου επιλέγω τη χαρακτική ως μέσο έκφρασης».

Και άρχισε να χαράζει με μανία. Μόνο το 1888 έφτιαξε 40 χαρακτικά έργα, σχεδόν το 1/3 του συνολικού του έργου. Γραμμές χαραγμένες στον σκληρό χαλκό, γραμμές που χορεύουν στον αέρα, γραμμές απειλητικές, γραμμές απόγνωσης, γραμμές εκδίκησης. Η έκθεση με το σύνολο των χαρακτικών του έργων στο Μπενάκη μάς διηγείται την επιθετική σχέση του Ενσορ με την κοινωνία, τη λατρευτική σχέση του με τη φύση και με τη δύναμη των στοιχείων της, την οικειότητά του με την απόγνωση και τις προσωπικές του νευρώσεις. Μία έκθεση για όσους, πέρα από τη σκληρότητα του χαλκού, μπορούν να αναγνωρίσουν τις ευάλωτες πινελιές της ανθρώπινης οδύνης.

**Η έκθεση στο Μπενάκη (Πειραιώς) διαρκεί ώς την 1 Δεκεμβρίου. Στο Ορσέ, μέχρι τις 4 Φεβρουαρίου

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εκθεση ζωγραφικής
Οι μάσκες ενός μοναχικού ζωγράφου
Κριτική θεάτρου
Η κόλαση στον πάνω κόσμο
Παίζοντας με το θέατρο
Συνέντευξη: Βέρνερ Χέρτσογκ
«Υπάρχει ζωή και μετά τον Κίνσκι»
Συνέντευξη: Θεατρική ομάδα Pequod
Ο «Γλάρος» πετάει με το σκαρί τού «Μόμπι Ντικ»
Συνέντευξη: Ρέα Γαλανάκη
Με πονά η χονδροειδής εγκληματική εικόνα της Κρήτης
Συνέντευξη: Σοφία Καραμάνη
Μ' αρέσει όταν η τέχνη προκαλεί διαμάχες