Έντυπη Έκδοση

Αλλοτε σφυριά, άλλοτε πούπουλα

Σεμπάστιαν Μπάρυ

Η μυστική γραφή

μτφρ.: Αύγουστος Κορτώ

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 328, 19,86 ευρώ

Δεσμώτες ενός ζοφερού κτηρίου, μιας ψυχιατρικής κλινικής της οποίας η κατεδάφιση επίκειται, απειλώντας να συμπαρασύρει τα θεμέλια του μικρόκοσμού τους, οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, ένας ψυχίατρος και μία υπέργηρη τρόφιμος, διαγράφουν τροχιές παράλληλες, καθώς παλεύουν να μετακινηθούν από το πένθος στη λύτρωση. Η Ροσίν Κλίαρ, βουλιαγμένη για δεκαετίες στις σκιές της στενόχωρης κάμαράς της και στον απόηχο μακρινών κραυγών, συνιστά για τον θεράποντα γιατρό της την ύστατη ευκαιρία για άφεση. Ο δόκτωρ Γκρεν νιώθει υπόλογος απέναντι στη νεκρή γυναίκα του, τη θλίψη της οποίας απέτυχε να θεραπεύσει, με συνέπεια να καταβυθίζεται στις ενοχές, αρνούμενος πεισματικά να ελεήσει τον εαυτό του. Η Ροσίν ωστόσο που διήλθε από βορβορώδεις ατραπούς διαφυλάττοντας το θαύμα της καλοσύνης μαζί με τα ίχνη μιας σκοτωμένης ομορφιάς που ακόμα αχνοφέγγουν πάνω της, με την άηχη παρουσία της μοιάζει να του προσφέρει το μοναδικό αντίδοτο της ενοχής, τη συμπόνια. Το έλεός της δεν χρειάζεται λέξεις, η έκφρασή του μπορεί να φωλιάσει σε ένα δειλό άγγιγμα στον ώμο του μελαγχολικού επισκέπτη της, τη στιγμή που εκείνος σωπαίνει με τη σκέψη του στραμμένη στο μνήμα της γυναίκας του. Περισσότερο από τη γνωμάτευση σχετικά με την ψυχική υγεία της ασθενούς ενόψει της εγκατάλειψης του ιδρύματος, οι ερωτήσεις του δόκτορος Γκρεν προς εκείνη αποσκοπούν στο λύσιμο δικών του υπαρξιακών κόμπων. Η καρτερία της που αναβλύζει από κάθε μόριο της υπόστασής της, είναι ο μίτος που θα τον οδηγήσει στη συγχώρηση του εαυτού του. Με άλλα λόγια, ο γιατρός αντικρίζει τη νοσηλευόμενη με την προσμονή της δικής του ίασης.

Ο Σεμπάστιαν Μπάρυ, ένας αξιοπρόσεκτος Ιρλανδός συγγραφέας, γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από τις μεταφράσεις δύο μυθιστορημάτων του που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Πόλις (Η οδύσσεια του Ινίας Μακνάλτυ, 2003, Μακριά, πολύ μακριά, 2007), παρακολουθεί με απαράμιλλη διεισδυτικότητα δύο παράλληλους κατασκότεινους βίους, εστιάζοντας την προσοχή του στις ανύποπτες ευεργεσίες της μνήμης, που συχνά δείχνει μια ευσπλαχνική αμέλεια, άλλοτε ξεχνώντας και άλλοτε παραχαράσσοντας. Αμφότεροι οι ήρωες αναμετρούνται με τις ωδίνες της μνήμης μέσω του γραπτού λόγου, αγωνιώντας να ξεγεννήσουν μια αληθοφανή, πρωτίστως συμπονετική, εκδοχή της ύπαρξής τους. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος αφορά τις συγκλίσεις ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, η σημαντικότερη εκ των οποίων έγκειται στο ακαταλάγιαστο πένθος τους. Αν η Ροσίν θρηνεί, πέρα από αγαπημένους απόντες, τη ζωή της που νεκρώθηκε άωρα από τραγωδίες απροσμάχητες, αναλογιζόμενη πως ό,τι απομείνει από την ίδια θα χωρέσει άνετα ακόμα «και στο πιο μικρό φέρετρο, και στον πιο στενό λάκκο», ο δόκτωρ Γκρεν τιμωρεί τις ασύγγνωστες ανεπάρκειές του, επιλέγοντας να μεταμορφώσει τη γυναίκα του σε ένα φιλέκδικο φάντασμα που δεσπόζει στους εφιάλτες του. Ο τρόμος του βέβαια γι' αυτή τη φασματική παρουσία που τον παραμονεύει τις νύχτες, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να παραβληθεί με την οδύνη της απουσίας. Σπαράγματα από την κοινή τους ζωή αναδύονται ορμητικά από τον βυθό του παρελθόντος σαν ένα πελώριο κύμα, «και σαν κύμα να σκάνε στην τεφρή ακτή του εαυτού μου, να με τυλίγουν και να παρακαλάω να με πάρουνε μαζί τους». Μόνο μέσα στο λυκόφως της κάμαρας της Ροσίν ο γιατρός απαλλάσσεται παροδικά από τους μύχιους διώκτες του και την τυραννία της μεταμέλειας, στην προσπάθειά του να διαρρήξει την εσωστρέφεια της ασθενούς, που είναι βέβαιος ότι περιφρουρεί ανείπωτα κρίματα και πένθη, ισοβαρή, αν όχι επαχθέστερα, με τα δικά του. Εκείνη αντιλαμβάνεται την ανάγκη του για ερωτήσεις, ευγνώμων την ίδια στιγμή για τη διακριτικότητά του που τον αποτρέπει από το να τις διατυπώσει. Η σιωπή φαίνεται να είναι το μοναδικό δικαίωμα που αντέχει πλέον να διεκδικήσει, η μόνη της αξίωση. Ασάλευτη στα βαθιά της νερά βλέπει την πετονιά και το αγκίστρι που της τείνει ο γιατρός, ευχόμενος ίσως και ο ίδιος να μην την αγκιστρώσει, να αποτύχει να τη σύρει διά της βίας στην επιφάνεια και να την αφήσει έτσι να αναπνέει στον πυθμένα της ζωής. Αλλωστε το αίσθημά του περί ηθικής δεν θα του επέτρεπε ποτέ να κακοποιήσει τη σιωπή της.

Αποσβολωμένη από τον πόνο, η Ροσίν δοκιμάζει να συναντηθεί κατά μόνας με τον παλιό της εαυτό, μέσα στον οποίο σπαρταρούσε κάποτε το όνειρο, ιχνηλατώντας με την αρωγή της γραφής τα βήματά της προτού αυτά ακινητοποιηθούν στα ελάχιστα τετραγωνικά ενός θαλάμου ψυχιατρικής κλινικής. «Γράφω τώρα για να σταματήσω το κλάμα. Μαχαιρώνω λέξη λέξη το χαρτί με τον κονδυλοφόρο μου, σαν να καρφιτσώνω και τον εαυτό μου μαζί». Τίποτα περισσότερο πια από ένα αναιμικό απομεινάρι, «ένα ανεμοδαρμένο χαρτάκι στις παρυφές της ερημιάς», μια εύθρυπτη περγαμηνή που καμία γραφίδα δεν θα τολμούσε να αγγίξει, ευελπιστεί πως οι σελίδες της θα αποδειχθούν λιγότερο θνητές από την ίδια, ενώ παράλληλα θα ήθελε οι λέξεις της να ηχήσουν όχι μόνο πικραμένες, αλλά και δοξαστικές, σε αναγνώριση των ολίγιστων που κάποτε απολάμβανε. «Πρέπει πάντα να απαριθμούμε τις χαρές μας, υπάρχουν εξάλλου τόσες λύπες στη ζωή που αξίζει τον κόπο, όποτε μπορούμε, να βάζουμε κι ένα μικρό σελιδοδείκτη στις σελίδες της ευτυχίας». Σε αυτή τη θαρραλέα αισιοδοξία, μια θεία χάρη στον οποίο ποτέ δεν δωρήθηκε, ο δόκτωρ Γκρεν αποζητά το εφαλτήριο προς την ανάταση.

Οι συλλογισμοί του γιατρού επιβαρύνονται από τη βεβαιότητα πως κάθε αποτίμηση της ψυχικής κατάστασης της ασθενούς του θα είναι αναπόφευκτα αντιδεοντολογική. Η μεταφορά της Ροσίν στη νεόδμητη κλινική θα πρέπει αναγκαστικά να στηρίζεται στο αμφίβολο πόρισμα ότι χρήζει περαιτέρω νοσηλείας, ενώ το εξιτήριο θα την εξορίσει σε έναν κόσμο ανυπολόγιστα καταστροφικό για τις ισχνές της δυνάμεις. Οι αμφιταλαντεύσεις του δόκτορος Γκρεν αποκτούν ιδιαίτερο βάρος όταν επιχειρεί να αποσπάσει τις αλήθειες που η Ροσίν αποσιωπά, μέσα από την αντιπαραβολή δύο αλληλοσυμπληρούμενων, και συνάμα αντίδικων, αφηγήσεων, αφ' ενός τη μαρτυρία του πατέρα Γκοντ και αφ' ετέρου την ιδιόχειρη αυτοβιογραφία της. Ο πατήρ Γκοντ σαρκώνει τον άτεγκτο καθολικισμό σύμφωνα με τις επιταγές του οποίου η Ροσίν, κόρη πρεσβυτεριανού και επιπρόσθετα πλημμελούς χρηστότητας όσον αφορά τη συζυγική της αφοσίωση, λογίζεται αποδιοπομπαία. Στη μαρτυρία του αντηχεί ένας ξερός δογματισμός που ακολουθεί προγραμματικά έναν μονόδρομο με τερματικό σταθμό την καταδίκη. Από το άλλο μέρος, η εξιστόρηση της ασθενούς μοιάζει με αποκύημα μιας μνήμης έμφοβης και διστακτικής, που τρεμοσβήνει και αναδιπλώνεται, ενώ η καλοψυχία του βλέμματός της όταν αναθυμάται την παρελθούσα φρίκη, επισύρει τις υποψίες του γιατρού σχετικά με το ενδεχόμενο της συγκάλυψης και της απώθησης. Εξαιρετικό ως προς την αναξιοπιστία της μνήμης, ενδεικτικό επίσης της οξυδέρκειας του Σεμπάστιαν Μπάρυ που δεν καταδέχεται ψυχαναλυτικές ευκολίες και προκατασκευασμένα σχήματα, το επεισόδιο με τα φτερά και τα σφυριά. Η Ροσίν στην αφήγησή της ανακαλεί το επεισόδιο παρουσιάζοντάς το σαν ένα ιδιόμορφο, ιλαροτραγικό οπωσδήποτε, πείραμα του πατέρα της. Εκείνος ανεβαίνει στην κορυφή ενός πύργου προκειμένου να διερευνήσει την ταυτόχρονη ρίψη σφυριών και φτερών, ενόσω εκείνη από το έδαφος παλεύει να τον διακρίνει, λυγίζοντας ολοένα και περισσότερο το κεφάλι της προς τα πίσω. Για την κόρη εκείνο που καταδεικνύει το πείραμα είναι ότι αγάπη σημαίνει να μη βλέπεις, να μην καταλαβαίνεις και όμως να πασχίζεις να δεις, έστω και αν πονάς. Υπό την οπτική γωνία ωστόσο του πατέρα Γκοντ το περιστατικό χάνει το λυρικό του ύφος, καθώς μεταστοιχειώνεται στη στυγερή απόπειρα δολοφονίας του πατέρα της Ροσίν. Φτερά που είχαν φράξει το στόμα του αιωρούνται γύρω από το διαλυμένο από σφυριές κορμί του.

Οι παραλλαγές του επεισοδίου αποκτούν ξεχωριστό ενδιαφέρον υπό το βλέμμα του δόκτορος Γκρεν, ο οποίος γνωρίζοντας από πρώτο χέρι την «ιδιότροπη εντιμότητα» της μνήμης, αποφεύγει να θεωρήσει αναληθή τη μία εκ των δύο, υποβαθμίζοντας τη μεν σε απόρροια μεταβίβασης, τη δε άλλη σε σύμπτωμα συνοφρυωμένης θρησκοληψίας. Κάθε ανάμνηση είναι διπρόσωπη, ο καθένας άλλωστε αφήνει κάποιες φορές τη μνήμη του να ψεύδεται προς όφελός του. Οπως ισχυρίζεται η Ροσίν το να ιστορείς «δεν σημαίνει να διευθετείς το τι συμβαίνει με χρονική σειρά και φιλαλήθεια, αλλά να κάνεις μια διευθέτηση φανταστική, εικασίες και υποθέσεις, υψωμένες σθεναρά σαν λάβαρο κόντρα στον εξασθενημένο άνεμο της αλήθειας».

Το σθένος με το οποίο οι δύο γράφοντες υπερασπίζουν την ειλικρίνειά τους, παρωθεί τον αναγνώστη τους να συλλογιστεί τις ελλείψεις της δικής του γραπτής αφήγησης, από την οποία απουσιάζουν οι σημαντικές φράσεις, οι αδήριτες. Αντιθέτως η Ροσίν διασώζει την αξία του γραπτού της αναγνωρίζοντας τη σημασία της κατάφασης, αυτής της ιεράς οδού προς την εξιλέωση και τη συγχώρηση. Η ζωή είναι δώρο ανυπέρβλητο, αν μη τι άλλο επειδή μπορεί να «εξισώνει με την πτώση τους τα σφυριά με τα φτερά».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Πώς γίνεσαι βασανιστής
Το μετέωρο βήμα της δημοκρατίας
Το παιχνίδι της βιογραφίας της Ασωτης Σώτης
Αντικατοπτρισμοί της εγγύτητας και της απόστασης
Ο θάνατος ως συνέχεια και δικαίωση της ζωής
Τα εγκλήματα ενός «άνθους» στον πόλεμο
Κράμα αισθημάτων και πολιτικού κυνισμού
Ιδιότυπες γοητείες
Τρεις κόκκινες σημαίες
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Ο μύθος του Φάουστ έχει και στη μουσική μεγάλη απήχηση
Μια καλή μάγισσα...
Κριτική βιβλίου
Πώς γίνεσαι βασανιστής
Το μετέωρο βήμα της δημοκρατίας
Το παιχνίδι της βιογραφίας της Ασωτης Σώτης
Αλλοτε σφυριά, άλλοτε πούπουλα
Αντικατοπτρισμοί της εγγύτητας και της απόστασης
Ο θάνατος ως συνέχεια και δικαίωση της ζωής
Τα εγκλήματα ενός «άνθους» στον πόλεμο
Κράμα αισθημάτων και πολιτικού κυνισμού
Ιδιότυπες γοητείες
Τρεις κόκκινες σημαίες
Λογοτεχνία
Ο Κέρουακ διαβαίνει μουσηγέτης
Κέρουακ φάντης μπαστούνι
Άλλες ειδήσεις
Τηλεφώνημα από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ
Η άλλη Αμερική σήμερα