Έντυπη Έκδοση

Μαύρο τριαντάφυλλο στο στήθος

Ελεωνόρα Σταθοπούλου

Καλό αίμα, κακό αίμα

εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σ. 266, ευρώ 15

Ενα από τα δεκαοχτώ διηγήματα του βιβλίου τιτλοφορείται «Απόγνωση», απηχώντας τη συνολική αίσθηση του βιβλίου της Ελεωνόρας Σταθοπούλου. Ζοφερή η θεματολογία, παρακολουθεί πρόσωπα κατασπαραγμένα από τις μικρές τους δυστυχίες, εγκλωβισμένα σε δράματα που διαβρώνουν ολοσχερώς την ιδιοσυστασία τους. Η συγγραφέας καταγράφει εταστικά τη σύνθλιψή τους, εστιάζοντας το βλέμμα της στη δυναστευτική σχέση τους με τους άλλους. Οι γονικοί δεσμοί κυριαρχούν με τη συναισθηματική τους βία, ενώ κεντρική θέση έχουν ασφαλώς και τα σαρκικά μαρτύρια. Στις φλέβες των ηρώων κυλά καλό και κακό αίμα, που αρδεύει το ψυχικό τους πλάτος. Αλλοτε η απόγνωση εκβάλλει σε μια κακία αχαλίνωτη, ασύδοτη και ανυπόμονη και άλλοτε μεταστοιχειώνεται σε εξοντωτική καλοσύνη, που θυσιάζει τον εαυτό για να σώσει τον άλλο. Απαράμιλλη είναι η δύναμη της γραφής που ακτινογραφεί αλάνθαστα εσώτατα κατάγματα, του μυαλού και της ψυχής, για να τα διαθλάσει κατόπιν στα διηγήματα μέσα από μια σκοτεινή ποιητικότητα. Η γλώσσα της Σταθοπούλου σπαράζει, διατηρώντας ταυτόχρονα μια πείσμονα σκληρότητα. Εκπληκτικός επίσης είναι ο τρόπος που η γραφή ενδίδει σε παρανοϊκά παραληρήματα, κατορθώνοντας να «σπάει» και την ίδια στιγμή να μένει αρραγής. Γυναίκες καθημαγμένες, διάστικτες από βαθιές πληγές, έμφοβα παιδιά, άντρες απαρηγόρητοι και περίλυποι, ανεξημέρωτοι σαλοί συγκατοικούν στη συλλογή, μιλώντας για εκείνους που τους έφτασαν στη θλίψη.

Σαγηνευτικές μες στο ρήμαγμά τους οι ηρωίδες του βιβλίου, εμφανίζονται στις σελίδες απελπιστικά εύθραυστες και τρωτές, αλλά παραμένουν μέχρι τέλους αλύγιστες. Ακόμα και αν η φωνή τους ηχεί θρηνητική, εκείνες δεν παρασιωπούν την ειρωνεία που αναλογεί στον πόνο τους. Η Ευγενία, για παράδειγμα, μπορεί να τσακίζεται από τις ελεεινολογίες του εραστή της, ο οποίος της καταλόγιζε παθητικότητα και δουλικότητα και ονόμαζε τη συζυγική της στωικότητα ανοησία, αλλά εκείνη εντέλει του απέδειξε με τη μεταθανάτια αφοσίωσή της την ανύποπτη ισχύ της αρετής. Αν εκείνος λυτρώθηκε χάρη στην υπερβατική της συγχώρεση, το οφείλει στην ψυχοσύσταση οσιομάρτυρος της Ευγενίας, που τόσο περιφρονούσε. Η προθυμία της για ταπείνωση τού εξασφάλισε το περιθώριο να συνομιλεί απερίσπαστος με τον Λόγο, εκστατικός με τις ιδέες του για το τι είναι άνθρωπος, προσφέροντας κατά καιρούς λουλούδια σε εκείνη που είχε πάψει να είναι. Η Ευγενία πέθανε γιατί μία από τις αξημέρωτες νύχτες της, σφραγισμένη κάτω από το κυρωτικό χέρι του άντρα της, είδε τα χρυσά γράμματα σε μαύρο φόντο του γειτονικού φαρμακείου να λάμπουν σαν ανέλπιστα αστέρια «στον ουρανό μιας ζωής χαμένης». Η Μόνικα επιστρέφοντας στο άδειο διαμέρισμα μετά την κηδεία της μητέρας της, παρατηρεί «τις λάμψεις του ήλιου πάνω στα έπιπλα χρυσές, κι αυτά μαύρα». Μια αίσθηση εγκατάλειψης φορτίζει την ατμόσφαιρα και εκείνη καλωσορίζει σαρδόνια τον θάνατο, αναφωνώντας στην τελευταία φράση: «Ζωή ήταν και πέρασε». Η Μόνικα εγκατοικεί στο καλύτερο κείμενο της συλλογής, «Η Μαμά μου κι εγώ», μια συνταρακτική νουβέλα, που σοφά η συγγραφέας προτάσσει των υπόλοιπων διηγημάτων, καθώς σε αυτήν ενυπάρχουν στοιχεία που διαχέονται στις επόμενες σελίδες. Ηλεκτρισμένο το πεζό, αποπνικτικό και αβάσταχτο, με τη φωνή της κόρης να αγωνιά να κατατροπώσει τη συντριπτική, σχεδόν κανιβαλική, παρουσία της μητέρας. «Δεν είμαι παρά ένα ασχημάτιστο ματωμένο κομμάτι σάρκα απ' τη σάρκα σου, που περιμένει να ζήσει», φωνάζει σε μια αποστροφή του εμπύρετου λόγου της. Η οργή της οπισθοχωρεί στον οίκτο για να ξεχυθεί μετά την πρόσκαιρη αυτή υπαναχώρηση ακόμα πιο λυσσαλέα, εξίσου όμως ανήμπορη, υπόλογη μιας αθέλητης μεταμέλειας, που διαρκώς επιστρέφει. Μέσα από τον παράφορο, φαρμακερό μονόλογό της -προσευχή και κατάρα, ικεσία και ανάθεμα- η μητρική μορφή αποκτά θεϊκές όψεις (εξού και το κεφαλαίο στον τίτλο) που την καθιστούν αποτρόπαιη. Διότι είναι μια θεότητα που τιμωρεί, που απαιτεί και μένει σταθερά ανικανοποίητη, αναβάλλοντας την κατάνευση, επισφραγίζοντας έτσι μια σχέση υποτέλειας και συναλλαγής. Το ιδιωτικό κολαστήριο, όπου μητέρα και κόρη εναλλάσσονται στους ρόλους δημίου και θύματος, μεταφέρεται νομοτελειακά σ' ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Εκεί η Μόνικα μπορεί να υποδυθεί επιτέλους την κόρη, συμπάσχοντας με τον παροπλισμένο δυνάστη της, τον οποίο επί χρόνια αδημονούσε να αγαπήσει, μόνο και μόνο για να του ανταποδώσει τα τραύματα της δικής του αγάπης. Επιστατώντας στο ψυχομαχητό της μητέρας της, νιώθει πως η βαθύτερη απαντοχή της τελικά θα υλοποιηθεί. «Να σε σφίξω πάνω στην καρδιά μου θέλω, ώσπου να πεις "ήμαρτον"».

Σε ένα από τα διηγήματα που ακολουθούν («Ραντεβού με τον γιατρό») η εφιαλτική μητέρα της Μόνικας, η Στέλλα, γίνεται κόρη η ίδια, αναπνέοντας το δηλητήριο του κυνισμού της δικής της μητέρας. Αλλού («Το αίμα») ένας γιος ακολουθεί έναν κληροδοτημένο κύκλο αίματος, επαληθεύοντας τον τραγικό χρησμό της Μόνικας, η οποία διατεινόταν πως αν κάποιος «επαναλαμβάνει ό,τι έκαναν οι γονείς του, θα επαναλαμβάνεται ένα μακελειό επ' αόριστον, και τα βιβλία της ιστορίας θα στάζουν αίμα». Ενας άλλος, στο ομότιτλο πεζό της συλλογής, παρακολουθεί το αίμα του να στάζει μέσα σε ένα ξένο σώμα, το οποίο πεθαίνοντας θα του αφήσει μια μητέρα που «κλαίει μαζί με το σώμα τού γιου της και τριακόσια γραμμάρια απ' το αίμα του». Η Λίνα, από το άλλο μέρος, εξορίζεται βίαια από τις ονειροφαντασίες της, που αφάνιζαν τον κόσμο γύρω της, όταν το σώμα της έξαφνα ματώνει και τότε συνειδητοποιεί πως όλα κυλούν ακάθεκτα και ορατά, όπως το αίμα της. Αιμάτινα ψάρια διαπλέουν το εξαίρετο διήγημα «Ο γάτος». Η θεία τηγανίζει ψάρια για τον ανιψιό, παγιδευμένη σε δυσάρεστους συνειρμούς που τη δείχνουν θήραμα ενός λιμασμένου γάτου. Κατά τη διάρκεια του γεύματος οι λεηλασίες του ανιψιού έχουν ήδη παραγραφεί και η ίδια τον ευγνωμονεί σιωπηρά για την τέλεια υπόκριση της αθωότητας από μέρους του. Εξίσου γοητευτική μυθοπλαστικά είναι η «Γαλλίδα», που το πένθος για τον γιο της τη μεταμορφώνει από οπτασία ερωτικών φαντασιώσεων σε στοιχειό μιας θλιβερής πραγματικότητας. Ο αφηγητής του διηγήματος αισθάνεται «πως κάποια τρελή μοίρα του 'βγαζε τη γλώσσα», δίνοντας υπόσταση σ' ένα αντικείμενο του πόθου, το οποίο εκείνος ποθούσε μόνον άυλο.

Δυναστικές και εγωμανείς, οι μητέρες του βιβλίου εκπαιδεύουν τους γιους και τις κόρες τους στη μνησικακία, η οποία τρέφεται από τον οικόσιτο τρόμο. Ο γιος στο διήγημα «Η καρδιά της μάνας», που μονολογεί μέσα από το αντηχείο της παράνοιας, νιώθει τη μητέρα του, που καραδοκεί στο μέσα δωμάτιο, να τον σημαδεύει σαν «ένα μάτι σκοτεινό, μπίλια από νύχτα, σφαίρα στην κάννη τού μυαλού, έτοιμη πάντα για τα πάντα» και ονειρεύεται τη μέρα που ο ίδιος θα γίνει πέτρα και θα σπάσει όλα τα παράθυρα. Αλλού («Οι σακούλες») μια κόρη βλέπει επίσης τον κόσμο πίσω από το ίδιο τζάμι με τη μητέρα της, περιμένοντας τον θάνατο να θρυμματίσει αυτό το διάφανο μνήμα, ενώ η Στέλλα ζει σ' ένα σπίτι με «τζάμια που ούρλιαζαν» και ελπίζει να μεταλλαχθεί σε κάτι το άψυχο για να κρυφτεί στην πιο σκοτεινή γωνία της τραπεζαρίας.

Πέρα από τους έξοχα σκιαγραφημένους χαρακτήρες και τη δεξιοτεχνική απόδοση της ιδιοτυπίας της φωνής του καθενός, στη διηγηματογραφική συλλογή της Σταθοπούλου υπάρχουν σκηνές εκθαμβωτικές, που καθηλώνουν, σκηνές ισοδύναμες με ποιήματα. Ξεχωρίζω χωρίς δυσκολία τον μετεωρισμό της Μόνικας στην προσπάθειά της να πιάσει την εσάρπα της μητέρας της, που αστόχαστα είχε πετάξει από το παράθυρο, προσφέροντάς της το ενδεχόμενο του θανάτου της σαν μετάνοια· τη Μαρία να αναλιγώνει μπροστά στο εικόνισμα του Αρχάγγελου, το οποίο σκίαζε μια ανδρική φιγούρα, που μαστίγωνε με σπίθες το κατάξερο κορμί της· τον άντρα, ο οποίος έδινε το αίμα του σ' έναν άγνωστο, να διπλώνει την άχρηστη πια κουβέρτα του μαζί με τη μητέρα του, πάνω από ένα κρεβάτι που άστραφτε σαν μάρμαρο· τους νεκρούς της Ιουλίας να αναδύονται μέσα από τρία πηγάδια, μέσα από τα έγκατα της μνήμης της, που σπαρταρούσε από την προσδοκία της ανάστασης· τη Στέλλα, φυλακισμένη «μέσα σ' ένα σκοτάδι που ανατρίχιαζε ολόκληρο», να αισθάνεται την «κόκκινη κραυγή» της μητέρας της από το διπλανό δωμάτιο σαν σφαίρα στο μέτωπο· την Ευγενία να περπατά έξαλλη προς το φαρμακείο του εραστή της, κουβαλώντας την ενοχή για τον άντρα της σαν πένθιμο τριαντάφυλλο στο στήθος, όπως όλοι εκείνοι που αναγνωρίζουν σε οιονεί αγαπημένους τη μυρωδιά του δικού τους θανάτου και ζουν κοντά τους μόνο για να πεθάνουν μετά από αυτούς.

Η Ελεωνόρα Σταθοπούλου συνέθεσε δεκαοχτώ υπέροχες σπουδές για την αγάπη που λιγοστεύει, για την αγάπη που ποτέ δεν αρκεί, καθώς και για την αγάπη που αγρυπνά. Η γραφή της μεταφέρει με ένταση το συναισθηματικό συνονθύλευμα των ανθρώπινων σχέσεων, υιοθετώντας ένα ύφος λυρικό, το οποίο ισορροπεί μαεστρικά ανάμεσα στην ψυχρότητα και τη θέρμη. Σαν μαύρο τριαντάφυλλο, η γραφή εγχαράσσει την επιθυμία και το πάθος μέσα σε απόλυτο σκοτάδι. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η τέχνη της Ρομιγύ
Μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας
Από το μέτωπο των κοινωνικών επιστημών
Κάποιος με φώναξε Σεμπάστιαν
Οι παρενέργειες μιας στράτευσης στην τέχνη του Πάουντ
Επιρροές, σχεδιασμοί και συγκρούσεις στη Μεσόγειο
Η συμμετοχή του ελαφρού μουσικού θεάτρου
Ρεμπέτες, αγαπητικοί και πόρνες
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη
Επειδή το βιβλίο χρειάζεται αυξημένη φροντίδα
Κριτική βιβλίου
Μαύρο τριαντάφυλλο στο στήθος
Η τέχνη της Ρομιγύ
Μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας
Από το μέτωπο των κοινωνικών επιστημών
Κάποιος με φώναξε Σεμπάστιαν
Οι παρενέργειες μιας στράτευσης στην τέχνη του Πάουντ
Επιρροές, σχεδιασμοί και συγκρούσεις στη Μεσόγειο
Η συμμετοχή του ελαφρού μουσικού θεάτρου
Ρεμπέτες, αγαπητικοί και πόρνες
Αφανής αναγνώστης
Ωραία είναι τα βιβλία που σε κάνουν να σκέφτεσαι διαφορετικά
Η τρίτη ανάγνωση
Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία
Προδημοσίευση
ΚΑΝΕΙΣ
Από τις 4:00 στις 6:00
Με τις πέτρες κτίζονται τραγούδια
Ο Che Guevara της φολκ
Άλλες ειδήσεις
Μια εποχή αρόδο
Η καλή σου μεριά
Η Μαρίνα Καραγάτση και η υπόσχεση του Παραδείσου
Αυτό που δεν υπάρχει εδώ· πουθενά δεν υπάρχει
Ανθισμένες ρεματιές, αρχοντικά και μουράγια