Έντυπη Έκδοση

Μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας

Μάρω Δούκα

Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ

εκδόσεις Πατάκη, σ. 567, ευρώ 21,50

Παρουσιάζοντας προ καιρού το μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου, «Απόψε δεν έχουμε φίλους», είχαμε αναφερθεί στη σκυταλοδρομία συγγραφέων και ιστορικών για το ποιοι τελικά θα φωτίσουν καλύτερα κάποιες σκοτεινές πτυχές της Ιστορίας. Σημειώναμε ότι, αφού προηγήθηκαν οι συγγραφείς με μυθιστορήματα τεκμηρίων, τη σκυτάλη πήραν οι ιστορικοί. Εκείνοι, ακολουθώντας το παράδειγμα των ξένων συναδέλφων τους, παραμερίζουν, κατά τις έρευνές τους, τη λεγόμενη εθνική οπτική έναντι μιας παγκοσμιοποιημένης. Κι αυτό, γιατί, κατά τη γενικότερα ισχύουσα άποψη, το θέμα που ενδιαφέρει στη σημερινή συγκυρία, δεν είναι να κατανοήσουμε τις ιδιαιτερότητες, λ.χ., του ελληνικού Εμφυλίου ή των νήσων εξορίας, αλλά το πώς όλα αυτά εντάσσονται στο γενικότερο μοντέλο των εμφύλιων πολέμων ή των ανά την υφήλιο τόπων εξορίας. Επιδίωξη, λοιπόν, των ιστορικών και κατ' επέκταση όσων συγγραφέων αντλούν τις μυθοπλασίες τους από τις μελέτες των εν λόγω ιστορικών, είναι να δείξουν το πώς στοιχίζεται ο ελληνικός Εμφύλιος όπισθεν του ισπανικού ή το Μακρονήσι έμπροσθεν του συστήματος φρονηματισμού, που εφαρμόστηκε αμέσως μετά στη Μαλαισία και αλλού. Με άλλα λόγια, υπό την πίεση του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης, πηγαίνουν από το εθνικό στο παγκόσμιο.

Σε αντίθεση με αυτούς, υπάρχουν κάποιοι άλλοι συγγραφείς που επιλέγουν μια διαφορετική πορεία: από το τοπικό στο εθνικό. Αυτοί τοποθετούν τις μυθοπλασίες τους, κατά προτίμηση, στη γενέτειρά τους, αναδιφώντας τοπικά αρχεία και διαβάζοντας συγγράμματα ντόπιων, κατά κανόνα όχι ιστορικών, που ζητούν να αναδείξουν όσα συνέβησαν στον τόπο τους. Αυτή η τάση της μυθιστοριογραφίας δείχνει πιο ενδιαφέρουσα, δεδομένου ότι η ιστορία ενός τόπου δίνει, ώς έναν βαθμό, σε μικρογραφία την ιστορία της χώρας. Ενώ οι πολιτισμικές και άλλες ιδιαιτερότητες δύο χωρών, πόσω μάλλον χωρών διαφορετικών ηπείρων, καθιστούν συχνά ανεδαφικό το πέρασμα από το εθνικό στο παγκόσμιο. Αρκεί, βεβαίως, οι εν λόγω μυθιστοριογράφοι, βρίσκοντας ένα ντοκουμέντο ή διαβάζοντας ένα τοπικό σύγγραμμα, να μην τα εμφανίζουν σαν να έχουν ανακαλύψει την Αμερική.

Η Μάρω Δούκα, πιθανώς επηρεασμένη και από το γενικότερο ενδιαφέρον για τους εμφύλιους πολέμους, στρέφεται στον εμφύλιο της γενέτειράς της, της Κρήτης. Οχι, όμως, τον κυρίως Εμφύλιο, άνοιξη 1947 - χειμώνα 1948. Αυτόν τον αναφέρει επί τροχάδην, όπως και η Ρέα Γαλανάκη στο προ ετών μυθιστόρημά της, «Ο αιώνας των λαβυρίνθων». Ηρακλειώτισσα εκείνη, μνημονεύει τον αρχηγό του κρητικού τμήματος του Δημοκρατικού Στρατού Γιάννη Ποδιά και το τραγικό, όπως εκείνο του Βελουχιώτη, τέλος του. Χανιώτισσα η Δούκα, απλώνοντας τη μυθοπλασία της στη δυτική Κρήτη, αναφέρει τη διαπόμπευσή του, καθώς περιέφεραν ως τρόπαιο την ασώματο κεφαλή του.

Το μυθιστόρημα της Δούκα επικεντρώνεται σ' έναν προγενέστερο εμφύλιο, τον οποίο αποκαλεί, τουλάχιστον στις συνεντεύξεις της, «εμφύλιο ταμπού». Ωστόσο, είναι γνωστό στους πάντες ότι οι πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις στην ηπειρωτική όσο και στη νησιωτική Ελλάδα άρχισαν στα χρόνια της Κατοχής. Κι αυτό, γιατί δεν υπήρχε μόνον ο ΕΛΑΣ, αλλά κι άλλες αντιστασιακές ομάδες με διαφορετικό ιδεολογικό στίγμα. Γνωστό, επίσης, είναι ότι οι Γερμανοί δεν αποχώρησαν από την Κρήτη τον Οκτώβριο του 1944, που απελευθερώθηκε η υπόλοιπη χώρα, ούτε, όμως, στις 8 Μαΐου 1945, κατά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, όπως θα αναμενόταν, αλλά το καλοκαίρι του 1945, όταν «οι συνθήκες επέτρεπαν πλέον την ομαλή μεταβίβαση των εξουσιών», κατά τη διατύπωση των ιστορικών. Μέχρι τότε, η γερμανική φρουρά παρέμεινε ένοπλη, όπως και ο ΕΛΑΣ Κρήτης και οι άλλες οργανώσεις, παρά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Ολα αυτά, ωστόσο, τα αγνοεί η κεντρική ηρωίδα της Δούκα. Λογικό, αφού πρόκειται για μια σημερινή εικοσάχρονη φοιτήτρια Ιατρικής, που, ύστερα από έναν ατυχή ερωτικό δεσμό, ζητάει συναισθηματικό στήριγμα στην οικογένεια και την πόλη της, τα Χανιά. Σε αυτήν την ηλικία οι νέοι δεν παρακολουθούν ούτε καν αξιόλογες τηλεοπτικές εκπομπές, όπως, λ.χ., το «Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα», που είχε ασχοληθεί με τις αντιστασιακές ομάδες της Κρήτης κατά τη γερμανική Κατοχή. Η αφήγησή της, ένα είδος μακρού ενδιάθετου λόγου, μέσα από τον οποίο αποκτά συνείδηση πάνω στα άγνωστα σ' εκείνη ιστορικά συμβάντα, αποτελεί το μυθιστόρημα.

Η οικογένεια της αφηγήτριας απαρτίζεται από τον παππού, που πατάει τα εκατό, και τα δίδυμα παιδιά του: τη μητέρα της και τον θείο της. Και οι δυο υπήρξαν πολιτικοποιημένοι νεολαίοι, παρόντες στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, που, σήμερα, κατέληξαν απόμαχοι, με δυο ναυαγισμένους γάμους, για τους οποίους ελάχιστα μαθαίνουμε. Η εγγονή, κατ' επιθυμία του παππού, τού διαβάζει «Ερωτόκριτο». Κατά την ανάγνωση πέφτει από το βιβλίο ένα χαρτί. Είναι μια επιστολή, την οποία και παραθέτει ως ένα πρώτο συγκλονιστικό ντοκουμέντο, όταν αρχίζει να γράφει ένα είδος «χρονικού». Γιατί το γράφει; Γιατί είναι θυμωμένη, όπως λέει στον θείο της, που «τόσα χρόνια δεν ήξερε τίποτα» για όσα αποκαλύπτει η επιστολή. Δηλαδή, ότι τη 16η Απριλίου 1945 οι Γερμανοί ήταν ακόμη στην Κρήτη και ένας κάποιος αντισυνταγματάρχης, ονόματι Παύλος Γύπαρης, προσφερόταν να έρθει στην Κρήτη για να επιβάλει τάξη στους αναρχικούς. Τότε, ο θείος της, αντί για εξηγήσεις, της δίνει «τα τετράδια του παππού». Δηλαδή, ένα ημερολόγιο της Κατοχής και ντοκουμέντα που ο παππούς είχε αρχίσει να μαζεύει από τις παραμονές της Απριλιανής Δικτατορίας και ύστερα. Το γιατί και το πού είχε μπλεχτεί ο παππούς συνιστούν το σασπένς της ιστορίας και θα αποκαλυφθούν στο τέταρτο και τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος. Εκεί τα ιστορικά πρόσωπα, που στα τρία πρώτα μέρη πρωταγωνιστούν, αποσύρονται. Τη θέση τους παίρνουν οι μυθοπλαστικοί ήρωες, που διηγούνται αναδρομικά γιατί έδρασαν έτσι όπως έδρασαν. Λ.χ., το πώς της ήρθε της αφηγήτριας η έμπνευση να γράψει «χρονικό» με ήρωα έναν ωραίο ΕΠΟΝίτη, του οποίου είχε δει μόνο τη φωτογραφία σ' ένα μαθητικό λεύκωμα.

Εκείνο, όμως, που καθιστά ενδιαφέρον το μυθιστόρημα, είναι η λεπτομερής, εξαντλητική σε λεπτομέρειες, ανασύνθεση όσων συνέβησαν από τη Μάχη της Κρήτης, Μαΐο 1941, μέχρι το καλοκαίρι του 1947, που σκότωσαν τον καπετάν Ποδιά. Μπορεί να είναι γνωστή η στάση των Βρετανών, καθώς, επίσης, ο βίος και η πολιτεία προσώπων, όπως του Παύλου Γύπαρη, ωστόσο η Κρήτη παρουσιάζει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Σε αυτό συμβάλλει η κομβική θέση του νησιού, η επιβίωση αρχαϊκών νοοτροπιών, οι οικογενειακές και τοπικές διαφορές. Προς ανάδειξη αυτών των παραμέτρων η Δούκα εστιάζει σε δύο ιστορικά πρόσωπα, των οποίων τα ονόματα και τη δράση διασώζουν μόνον οι τοπικές ιστορίες ή και οι ιστορικές μελέτες των πολιτικών χώρων στους οποίους ήταν ενταγμένοι: Ο ένας είχε επιλέξει μια βρετανική οργάνωση και ο άλλος, τον ΕΛΑΣ. Είναι συνομήλικοι του παππού και μέσω της αφήγησης αποκτούν μια σχεδόν ρομαντική αίγλη. Εμπλέκοντάς τους η Δούκα σε ερωτικές ιστορίες, αλλά και εκμεταλλευόμενη τις σκοτεινές συνθήκες του θανάτου τους, πλάθει εκδοχές με πρωταγωνιστή τον παππού.

Η αφήγηση κατορθώνει να συνδυάσει μια συγχρονική εικόνα, στηριζόμενη στα γραπτά του παππού ή και στις μαρτυρίες άλλων προσώπων, που έζησαν τα γεγονότα από πρώτο χέρι, με μια μεταγενέστερη, που σχηματίζεται από τις αναγνώσεις της αφηγήτριας. Θα αποκαλούσαμε το μυθιστόρημα ιστορική αφήγηση, εάν ο όρος αφήγηση δεν είχε προ πολλού κατοχυρωθεί στην ίδια την Ιστορία. Ας πούμε ότι πρόκειται για μια ιστορική αφήγηση με μυθοπλαστική επένδυση, αφού ο αναγνώστης καλείται να μορφώσει άποψη για τα ιστορικά πρόσωπα μέσα από τις απόψεις των μυθοπλαστικών προσώπων, που λειτουργούν ως διαμεσολαβητές. Μόνον που οι συνειρμοί και τα διλήμματά τους δεν είναι πάντοτε προφανή. Περισσότερο του θείου, που προβάλλει σαν ένας μάλλον ατελής χαρακτήρας. Αντιθέτως, τα ιδεολογικά διλήμματα του παππού σπρώχνουν αποτελεσματικότερα την αφήγηση, ίσως γιατί ο παππούς είναι ένας ήρωας που πλάθεται με ενάργεια. Είναι ο άνθρωπος που δεν έχει το θάρρος της γνώμης του, που συμφωνεί με τους συνομιλητές του, κρατώντας δεύτερες σκέψεις και διαφωνίες για τον εαυτό του. Ενας παρόμοιος χαρακτήρας μένει εσαεί δίγνωμος και οι συλλογισμοί του ανακόπτονται πάντοτε από ένα εάν.

Ενδιαφέροντα όλα αυτά, γεννιέται, πάντως, το ερώτημα κατά πόσον ένας αμύητος στην Ιστορία θα μπορέσει να κολυμπήσει μέσα σε αυτό το πλήθος ιστορικών συμβάντων και ονομάτων. Αν ήταν ιστορική μελέτη, θα είχε την επιστημονικά ενδεδειγμένη δομή, πίνακες, ευρετήρια, χάρτες κ.λπ. Ενα μυθιστόρημα, όμως, ακόμη και όταν θέτει διδακτικό στόχο, όπως αυτό της Δούκα, αναμένεται να λειτουργεί αφαιρετικά παρά αναλυτικά απέναντι στα ιστορικά συμβάντα. Η μετάπλαση κάθε ιστορικού γεγονότος σε στοιχείο λογοτεχνικού μύθου είναι, ποιητική αδεία, κάτι αυτονόητο. Οταν, όμως, τα ιστορικά γεγονότα υπερχειλίζουν και, επιπλέον, προσλαμβάνουν χαρακτήρα αδιαμφισβήτητης ακρίβειας, τότε λειτουργούν σε βάρος της μυθοπλασίας. Αποκτά, δηλαδή, δεσπόζουσα θέση η ιστορικότητα παρά η λογοτεχνία. Εχουμε τελικά την εντύπωση ότι το μυθιστόρημα της Δούκα ισορροπεί επικίνδυνα μεταξύ ιστορικού ντοκουμέντου και μυθοπλασίας. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Μαύρο τριαντάφυλλο στο στήθος
Η τέχνη της Ρομιγύ
Από το μέτωπο των κοινωνικών επιστημών
Κάποιος με φώναξε Σεμπάστιαν
Οι παρενέργειες μιας στράτευσης στην τέχνη του Πάουντ
Επιρροές, σχεδιασμοί και συγκρούσεις στη Μεσόγειο
Η συμμετοχή του ελαφρού μουσικού θεάτρου
Ρεμπέτες, αγαπητικοί και πόρνες
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη
Επειδή το βιβλίο χρειάζεται αυξημένη φροντίδα
Κριτική βιβλίου
Μαύρο τριαντάφυλλο στο στήθος
Η τέχνη της Ρομιγύ
Μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας
Από το μέτωπο των κοινωνικών επιστημών
Κάποιος με φώναξε Σεμπάστιαν
Οι παρενέργειες μιας στράτευσης στην τέχνη του Πάουντ
Επιρροές, σχεδιασμοί και συγκρούσεις στη Μεσόγειο
Η συμμετοχή του ελαφρού μουσικού θεάτρου
Ρεμπέτες, αγαπητικοί και πόρνες
Αφανής αναγνώστης
Ωραία είναι τα βιβλία που σε κάνουν να σκέφτεσαι διαφορετικά
Η τρίτη ανάγνωση
Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία
Προδημοσίευση
ΚΑΝΕΙΣ
Από τις 4:00 στις 6:00
Με τις πέτρες κτίζονται τραγούδια
Ο Che Guevara της φολκ
Άλλες ειδήσεις
Μια εποχή αρόδο
Η καλή σου μεριά
Η Μαρίνα Καραγάτση και η υπόσχεση του Παραδείσου
Αυτό που δεν υπάρχει εδώ· πουθενά δεν υπάρχει
Ανθισμένες ρεματιές, αρχοντικά και μουράγια