Έντυπη Έκδοση

ΚΑΝΕΙΣ

Στον Γιωργή Μ.Γ. στην ιερή του μνήμη

Προσπάθησα, αλλά μάταια. Προσπάθησα ν' ανοίξω τα μάτια αργά, όχι για να κοιτάξω, αλλά ν' αντιληφθώ εκείνους που στέκονταν δίπλα μου. Αδύνατον. Η αναπνοή μου ήταν κανονική, δεν κατέβαλα ιδιαίτερη προσπάθεια, όμως το σώμα δεν υπάκουε.

Δεν πεινούσα και δεν διψούσα. Ηταν άραγε βράδυ; Πρωί, δηλαδή ξημέρωμα; Κάποια άλλη ώρα της μέρας αποκλειόταν γιατί θα ένιωθα τον ήλιο, τα μέλη μου θα άγγιζαν οι ζεστές ακτίνες, θα αισθανόμουν την αλλαγή της θερμοκρασίας.Οι ομιλίες ακούγονταν πότε έντονες πότε σιγανές, κυρίως χαμηλόφωνα μιλούσαν οι άνθρωποι και όσοι με περιτριγύριζαν.Τα βήματα ήταν βαριά, δεν πατούσαν στα δάκτυλα όπως θα ταίριαζε στην περίπτωση, όπως θα ήθελα για να μην τινάζομαι από μέσα μου κάθε τόσο, για να βρίσκει η αναπνοή τον κανονικό, αργό ρυθμό της. Συζητούσαν. Ακουσα μια πόρτα να κλείνει, έναν οικείο ψίθυρο: ήταν εκείνος. Ηρεμος, ψύχραιμος όσο ποτέ, κουβέντιαζε με τους υπόλοιπους που δεν γνώριζα, ρωτούσε, έπειτα σίγουρος και προφανώς αισιόδοξος, άρχισε να συνομιλεί με όσους άγνωστους σε μένα βρίσκονταν κοντά του. Δεν διέκρινα καμία γυναικεία φωνή. Καμία φίλη δεν ήταν εκεί. Μήπως ευαίσθητες από τη φύση τους δεν είχαν μπει στο δωμάτιο; Λιπόψυχες, ίσως αδιάφορες περίμεναν μια προτροπή, την επιβεβαίωση ότι τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, ότι ο κίνδυνος είχε ξεπεραστεί, ότι η κατάστασή μου βελτιωνόταν και η όψη μου δεν παρουσίαζε το θλιβερό θέαμα των πρώτων ημερών.Τα πόδια μου ήταν παγωμένα. Ολόκληρο το κορμί γινόταν σιγά σιγά ένα κομμάτι πάγος, τα δόντια άρχισαν να κροταλίζουν, είχα ρίγη, σημάδι ότι συνερχόμουν από τη νάρκωση.Ομως δεν μπορούσα ν' ανοίξω τα μάτια, να κινηθώ, να ψελλίσω μία ή δύο κουβέντες που θα καθησύχαζαν εμένα πρώτα. Το άχρωμο περιβάλλον, στην αρχή ουδέτερο, όσο η ώρα περνούσε φορτιζόταν, οι κουβέντες περιείχαν εντάσεις, ο τόνος της φωνής αποχρώσεις οξείες, μικρούς βόμβους, τέλος θορύβους σαν πόρτες που ανοιγοκλείνουν απρόσεκτα, σπρωγμένες από βιαστικά, αδιάφορα χέρια. Είχε περάσει κάμποση ώρα. Σε λίγο δεν θα μπορούσα να εκτιμήσω τον χρόνο, όλα θα τα είχε ρουφήξει η χοάνη της λεπτής επίπεδης γραμμής που νόμιζα ότι την έβλεπα στο μηχάνημα απέναντι, που τόσες φορές την είχα προσέξει στις κινηματογραφικές ταινίες. Ακουγα την αγαπημένη φωνή δίχως να ανταποκρίνομαι στα καλέσματα, τις παρακλήσεις, τα χάδια, την επίκληση για επικοινωνία. Σκεπτόμουν: είναι πραγματικότητα όλ' αυτά, δεν είναι μια περιπέτεια του νου, ένα τυχαίο συμβάν που διαρκεί λίγο -αν και νομίζουμε το αντίθετο-, παιχνίδι της φαντασίας που ξεγελά με την διάρκεια και την ένταση.Δεν φοβόμουν. Δεν είχα αισθανθεί κάποιο κράτημα, πανικό ή τρόμο τις προηγούμενες μέρες, δεν ένιωθα τίποτα τώρα που όλα είχαν παιχτεί. Και αν -αν αργότερα χτυπιόμουν μέσα μου, αν ούρλιαζα με την εσωτερική κραυγή που δεν σημαίνει μόνο αδυναμία αλλά και απόγνωση; Τι θα συνέβαινε αν το μυαλό εξακολουθούσε να βρίσκεται εγκλωβισμένο στο ακίνητο, αδύνατο, ανίκανο, άβουλο, αδέσποτο σώμα; Ούτε αυτή η προοπτική ήταν ικανή να με αναστατώσει. Η ιδέα της διάρκειας, των ατέλειωτων στιγμών, της πολύωρης ή πολύχρονης παραμονής στον κλειστό χώρο, η μυρωδιά της αποστείρωσης, η στέρηση του φωτός, η απομάκρυνση από ένα βλέμμα δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν τότε τον πανικό του μόνιμου ή πρόσκαιρου αποχωρισμού.

Μιλώ για τότε, αναφέρομαι στο παρελθόν γιατί ο καταιγισμός από στιγμές, από το πλήθος των ελάχιστων υποδιαιρέσεων του χρόνου (σε καμία δεν θα δώσω όνομα, είναι όλες και όλα ανώνυμα), παρέμενε απροσδιόριστος. Τόπος, όρια, προοπτική ήταν βυθισμένα στο σκοτάδι. Αισθανόμουν μια δύναμη που είναι δύσκολο να περιγραφεί, το περίγραμμα των μορφών ήταν έντονο, υπήρχε χρώμα ή έτσι νόμιζα. Ασπρο και μαύρο με κατέκλυζαν, η προσπάθεια να συνδυάσω εικόνες με άλλες παλιότερες, θαμμένες στο κομμάτι μου που βαριανάσαινε, δεν ολοκληρωνόταν. Παλλόταν μόνον η ψυχή: αυτό το όνομα είχα δώσει στη λύπη ή την ευφορία, που σαν διαβάτες ενός έρημου δρόμου κοντοστέκονταν ρίχνοντας κλεφτές ματιές σ' αυτό που κάποτε ήμουν εγώ.

Ξανάκουσα τη φωνή του: γλυκιά, με υπέροχο μέταλλο, γνήσια ευγενική. Φαντάστηκα τις γεμάτες χάρη χειρονομίες που έρχονταν σε αντίθεση με κάποια αδεξιότητα, μάλλον αποτέλεσμα της αμηχανίας του, και για πρώτη φορά, νιώθοντας την αγάπη να με πλημμυρίζει, κούνησα ένα δάκτυλο, τον δεξιό δείκτη, επισημαίνοντας την παρουσία μου. Ετσι νόμιζα. Τίποτε δεν συνέβη. Καμία αντίδραση από το περιβάλλον που τάχα με παρακολουθούσε. Ή μήπως δεν με πρόσεχε κανείς; Μήπως κανείς εντέλει δεν είχε στραμμένη την προσοχή του πάνω μου όπως θα έπρεπε, όπως περίμενα να είχε γίνει από την αρχή; Ψύχραιμη ακινητοποιήθηκα στο σημείο που αποτελούσε τώρα τον χώρο, τη φωλιά, το σπίτι μου.Δεν επανέλαβα την προσπάθεια, δεν πίεσα τα άκρα, δεν οδήγησα το μυαλό. Βρισκόμουν στο σκοτάδι, σ' έναν τόπο που αποτελούσε την κάψουλα που περιέκλειε ένα είδος ύλης.

Ενιωσα την παρουσία περισσότερων ατόμων. Το κρύσταλλο της φωνής εκείνου είχε ραγίσει, η απόσταση ήταν πολύ μικρή και μπόρεσα να διακρίνω τις αποχρώσεις της υστερίας, την έλλειψη ειρμού, ένα λαχάνιασμα, τον λυγμό. Απομακρύνθηκε. Φωνές άγνωστες, μυρωδιές περίεργες, αγγίγματα -πού;-, μια αναστάτωση που μάκραινε, πλησίαζε, έφευγε. Θυμήθηκα μια λιποθυμία στο βουνό. Η ζάλη και ο κλονισμός, ένα πέρα, δώθε που ανέβλυζε, η απώλεια ελέγχου, η έξαψη, το κρύο η πτώση. Θυμόμουν και ίσως αυτό να κράτησε λιγότερο και από το ίδιο το γεγονός στο βουνό με τον παγωμένο αέρα που τρυπούσε τα μάτια και το κρανίο. Η πλαγιά μπροστά μου με το φτωχό πράσινο των πρώτων ημερών της άνοιξης, η κορφή λευκή από το χιόνι που έλιωνε αργά. Και κάτω, μακριά, αρκετά χιλιόμετρα από το κέντρο της όρασης που δεν ήταν πια σταθερό, ακίνητη η θάλασσα. Η επιφάνεια που έλκυε, αβρή όπως τα ψεύδη που ξεστομίζονται στα σαλόνια των μεγάλων ζεστών σπιτιών. Θυμήθηκα πώς είχα πέσει. Το βρεγμένο χώμα, τα φύλλα, οι πέτρες είχαν παρασύρει, είχαν βρομίσει τα ρούχα και το πρόσωπό μου. Πόσο είχε κρατήσει αυτό; Λιγότερο από την ανάμνησή του ή περισσότερο τώρα που όλα δεν ήταν παρά εικόνες σε μεγέθυνση;

Θέλησα ν' αλλάξω στάση, να γυρίσω στο πλευρό, όμως ήταν αδύνατο. Ηθελα ν' αποκοιμηθώ όπως παλιά τα μεσημέρια ακίνητη, με διπλωμένα τα πόδια, μισάνοιχτο το στόμα, το χέρι στο πρόσωπο· το αυτί, αριστερό ή δεξί, πίεζε το μαξιλάρι, άκουγε. Αφουγκραζόταν, έπειτα βυθιζόταν στον ρυθμικό χτύπο των κροτάφων, τον παλμό που έμοιαζε με κείνον της καρδιάς. Ταχύς, αδιάλειπτος, μυστικός, επίμονος ήταν ο χτύπος μιας καρδιάς που παλλόταν κάπου μακριά, ξεκάθαρος μες στη σιωπή του μεσημεριού. Διαρκούσε ώρες αυτό το κάλεσμα των δαιμόνων, γινόταν εφιαλτικό όσο το ηλιοβασίλεμα πλησίαζε, η κούραση ακολουθούσε την πορεία του ήλιου, μόνο που εκείνη δεν έδυε, έγερνε, απλωνόταν σ' όλο το μάκρος του κρεβατιού, έκανε το κεφάλι μια κουκκίδα, το εσωτερικό μια πορώδη πέτρα. Είχα μεταμορφωθεί πολλές φορές σε πλάσμα του οποίου τα στοιχεία είχαν περιορισμένο χρόνο ζωής. Ηχοι ψίθυροι, ομιλίες, μουσική, βογκητά έπεφταν με δύναμη πάνω μου - όπως τώρα. Δεν με άγγιζαν, δεν αντιδρούσα - όπως τώρα. Επειτα η φωνή του, το ηχόχρωμα που προσδίδει στο ένστικτο μια ιδιαιτερότητα, με ανασήκωνε, δίχως να 'χω τελείως ξυπνήσει, με ανοιχτά τα κλειστά μάτια, με απερίγραπτο πόνο στα μέλη. Περίπου όπως τώρα. Φοβόμουν τη συγκεκριμένη ανάμνηση.Το κενό των προηγουμένων χρόνων ήταν ικανό να δημιουργήσει το χάσμα. Τα ερωτηματικά την αμφιβολία ότι μπορεί κάποιος να δώσει μια απάντηση: όμως ήξερα τότε όπως και τώρα - κανείς. [...]

[...] Με τα μάτια ανοιχτά, τα μάτια της άλλης ψυχής του άλλου κορμιού που δεν θέλει να θυμάται, βλέπω τα ερείπια της Σάγκα έτσι όπως ορθώνονται μέσ' απ' τη χώρα των αμμόλοφων· καταπράσινη, πνιγμένη απ' τα μπαλκόνια που πέφτουν από τη βλάστηση της περιοχής τού Σύρτη. Τα κλαδιά με το βάρος τους γκρέμισαν τα μέγαρα και τώρα συναγωνίζονται την απόλυτη ηρεμία του ήλιου που ισοπεδώνει την άλλη, την περιοχή της εσωτερικής λεηλασίας. Με τα μάτια ανοιχτά στο χωριό όπου όλοι αναπαύονται και γυρίζοντας από την Παναγιά του Κάστρου την άγια ημέρα αντικρίζουν να αιωρείται από τον φτηνό πολυέλαιο το σώμα το άσχετο με-τα-ψίχουλα-μες-στο-ζεστό-κρασί μυστήριο. Με τα μάτια ανοιχτά απέναντι από τον εκτυφλωτικά λευκό τοίχο πάνω στον οποίο ανεβαίνουν αργά οι μεγάλες μαύρες αράχνες οι βαφτισμένες κανείς, που ακούουν στο όνομά τους στρέφοντας το μαλλιαρό τους κεφάλι στον ποντικό που περνά σύρριζα στον τοίχο και τους γλυκομιλά. Οσο προφταίνει να μιλήσει ο αρουραίος γιατί τον κυνηγά το φίδι αόρατο για τον διαβάτη κι ας αστράφτουν οι φολίδες του κάτω απ' τον ήλιο. Οι βράχοι αντανακλούν το φως, σκιά δεν υπάρχει και στην άκρη του δρόμου, στην κόγχη πέτρας και σκαλοπατιού η μεθύρα μεθυσμένη από το άχρουν σύμπαν θα τυλιχτεί γύρω από το τρωκτικό που πριν από λίγο είχε ψιθυρίσει κανείς. Οι κραυγές τους δεν ξυπνούν κανένα. Ο γείτονας μαντεύει την αναταραχή, γυρνά στο πλευρό κανείς λέει στη γυναίκα έξω απ' το παράθυρο. Απευθύνεται στο τίποτα, στα βαριά της βήματα που συντρίβουν το πλακόστρωτο, στην άγνοια των επεισοδίων του δρόμου που σαν αποτέλεσμα έχουν ένα νεκρό. Το βράδυ όταν σφήκες, πτώμα και παγωμάρα χαθούν, η συνοικία της τύχης θα ησυχάσει, αφού κανείς δεν θα περνά. Τότε όλα συμβαίνουν στα σπίτια, τα κάδρα ερημώνονται απ' τις φωτογραφίες, οι θόρυβοι ανήκουν στα φύλλα στο ανέβασμα από το λιμάνι στη χώρα. Στη Σάγκα δεν συμβαίνουν αυτά. Πίσω μου ένα αεράκι, η μισάνοιχτη πόρτα κτυπά νευρικά, γδέρνει την κάσα. Ακούω μια αντρική φωνή· την έχω τόσο αγαπήσει που οι υπόλοιπες σβήνουν. Τρέμω· δεν υπάρχει κανείς να συγκρατήσει το σώμα που τραντάζει το σιδερένιο κρεβάτι και θέλει να πετύχει τη συμμαχία με το τίποτα.

Εκείνο το βράδυ, χρόνια πριν, στην περιοχή με τα χαμηλά βουνά, το Γυμνό το γκρίζο και άφυλλο, κατέβηκε μια ύαινα. Δεν πρόκειται για αλληγορία. Στην κατοικημένη περιοχή ήρθε ένα ζώο σιχαμένο και άφυλο, με καμπουριασμένη τη στικτή πλάτη και όρθια τα πλατιά αυτιά. Η μπόχα αντί ν' απομακρύνει ανθρώπους και ζώα και να φοβίσει τους ετοιμοθάνατους, σκόρπισε μια περίεργη ευφορία. Κανείς δεν μπορεί να πει το γιατί. Η μουσική που συνόδευε την παρουσία της έκανε τους θάμνους να λικνίζονται, η θάλασσα πιο πέρα ριγούσε, τα κύματα χορεύαν, ο αέρας τα συνόδευε με παλιούς σκοπούς. Στο δάσος δεν υπήρχε ψυχή. Οι ξυλοκόποι κατέβαιναν μ' άδεια χέρια. Το καΐκι έπλεε αργά. Στα βουνά κανείς. (Το μαύρο καράβι μπαίνει στο λιμάνι· δεν κινείται.)

Ερημιά.

Να συνεχίσω, αναγνώστη μου; Το μαύρο καΐκι στη μέση του λιμανιού μοιάζει ακινητοποιημένο, αλλά λίγο μετά αρχίζει να γυρνά γύρω απ' τον εαυτό του σχηματίζοντας κύκλους και ημικύκλια. Το παρατηρώ από το παραθυράκι του ορόφου. Το θυμάμαι χρόνια να πλέει σιωπηλό, περήφανο, λίγο πριν πέσει το σκοτάδι. Πάνω του δεν υπήρχε ποτέ κανείς. Σηκώνομαι , περπατώ, πηγαίνω ώς το μπαλκόνι, κατεβαίνω, είναι ολοσκότεινα. Μένω εκεί.

Παντού σκοτάδι, αναγνώστη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη
Επειδή το βιβλίο χρειάζεται αυξημένη φροντίδα
Κριτική βιβλίου
Μαύρο τριαντάφυλλο στο στήθος
Η τέχνη της Ρομιγύ
Μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας
Από το μέτωπο των κοινωνικών επιστημών
Κάποιος με φώναξε Σεμπάστιαν
Οι παρενέργειες μιας στράτευσης στην τέχνη του Πάουντ
Επιρροές, σχεδιασμοί και συγκρούσεις στη Μεσόγειο
Η συμμετοχή του ελαφρού μουσικού θεάτρου
Ρεμπέτες, αγαπητικοί και πόρνες
Αφανής αναγνώστης
Ωραία είναι τα βιβλία που σε κάνουν να σκέφτεσαι διαφορετικά
Η τρίτη ανάγνωση
Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία
Προδημοσίευση
ΚΑΝΕΙΣ
Από τις 4:00 στις 6:00
Με τις πέτρες κτίζονται τραγούδια
Ο Che Guevara της φολκ
Άλλες ειδήσεις
Μια εποχή αρόδο
Η καλή σου μεριά
Η Μαρίνα Καραγάτση και η υπόσχεση του Παραδείσου
Αυτό που δεν υπάρχει εδώ· πουθενά δεν υπάρχει
Ανθισμένες ρεματιές, αρχοντικά και μουράγια