Έντυπη Έκδοση

Γιατί να διαβάσουμε σήμερα Κάλβο;

Γνωρίζοντας απ' την αρχή τον ποιητή, με αφορμή την καινούρια έκδοση των «Ωδών»

Η ποίηση του Κάλβου ξανά στο προσκήνιο; Κρατώ στα χέρια μου μια πολύ πρόσφατη έκδοση (κυκλοφόρησε στις αρχές του καλοκαιριού από το «Μεταίχμιο»), που συνοδεύεται από CD στο οποίο διαβάζει (διαβάζει υποβλητικά και, ευτυχώς, δεν απαγγέλλει) ο Βασίλης Παπαβασιλείου.

Η έκδοση, την οποία έχει επιμεληθεί ο Δημήτρης Δημηρούλης (δική του είναι, επίσης, η πυκνή εισαγωγή, συνοδευμένη από πολύ χρήσιμα και κάθε άλλο παρά ακαδημαϊκά σχόλια), απευθύνεται στο ευρύ κοινό και σε νέους σε ηλικία αναγνώστες: οι καλβικές «Ωδές» έχουν τυπωθεί στο μονοτονικό (με διορθωμένα τα λάθη ή τις αβλεψίες στην ορθογραφία τους) και έχουν γενικότερα προσαρμοστεί στη σύγχρονη γραμματική, χωρίς, παρ' όλα αυτά, να έχουν απαλειφθεί και οι προφανείς εκφραστικές τους ιδιαιτερότητες ή τα καταφανή γλωσσικά τους σφάλματα.

Γυρνώντας στην Ευρώπη

Η προσπάθεια εκσυγχρονισμού είναι έκδηλη (υπάρχει κι ένα καινούριο πορτρέτο της άγνωστης μορφής του ποιητή, φιλοτεχνημένο από τον Μαρτίνο Γαβαθά), αλλά τι ακριβώς είναι δυνατόν να σημαίνει στην περίπτωση του Κάλβου ο εκσυγχρονισμός;

Εγκατεστημένος στην Ευρώπη από τα δέκα του χρόνια και μοιρασμένος ανάμεσα στο Λιβόρνο, τη Φλωρεντία, το Λονδίνο, τη Γενεύη και το Παρίσι (συν μία εικοσιπενταετία δύστροπης και μονόχνοτης παραμονής στη Κέρκυρα), ο Κάλβος τύπωσε δύο όλες κι όλες συλλογές (σύνολο είκοσι ποιήματα) κατά τη διάρκεια της νιότης του (το 1824 τη «Λύρα» με έδρα τη Γενεύη και το 1826 τα «Λυρικά» με έδρα το Παρίσι) και έκτοτε σίγησε διά παντός.

Τα ελληνικά του υπήρξαν αμφίβολα (κάτι που δεν δίστασε να του καταλογίσει κατ' επανάληψη η κριτική, παλαιότερη και νεότερη), το μετρικό του σύστημα επηρεάστηκε τα μάλα από το ιταλικό και οι «Ωδές» αποτελούν ένα παράξενο μείγμα νεοκλασικισμού και ρομαντισμού, βασισμένο σε μιαν ανοικονόμητη και στραμπουλιγμένη καθαρεύουσα, όπου οι αρχαϊσμοί και τα ασυναίρετα κάνουν θραύση, σπάζοντας κυριολεκτικά το κεφάλι της Επτανησιακής Σχολής και κάνοντας κομμάτια την πίστη της στην αναγκαιότητα της δημοτικής.

Το ότι ο Κάλβος αναδύθηκε από το πουθενά στα τέλη του 19ου αιώνα, χάρη στη δραστική παρέμβαση του Παλαμά, ο οποίος έβαλε γρήγορα στο παιχνίδι και τον Σεφέρη ή τον Ελύτη (τον Σεφέρη με τη γνωστή δυσπιστία του και τον Ελύτη με τη γνωστή ευρυχωρία του), που παρέδωσαν τη σκυτάλη και στους επόμενους, δεν σημαίνει από μόνο του το παραμικρό για την τύχη του ποιητή στις ημέρες μας, ακόμη κι αν στις ημέρες μας διαθέτουμε πάμπολλες και διεξοδικά σχολιασμένες εκδόσεις των «Ωδών».

Τι είναι σε θέση να επιζήσει στον καιρό μας από μια ποίηση η οποία μοιάζει να δυσκολεύεται όχι μόνο από τη γλωσσική της δυσκινησία, αλλά και από την προσήλωσή της στο εθνικοαπελευθερωτικό ιδανικό και στην έννοια της άδολης πατρίδας, αποσιωπώντας ευθύς εξαρχής τη θητεία του εμπνευστή της στους επαναστατικούς ευρωπαϊκούς κύκλους και στον καρμποναρισμό;

Ο Δημηρούλης σημειώνει εύστοχα στην εισαγωγή του πως ό,τι είναι πιθανόν να διασώσει τον Κάλβο στον 21ο αιώνα έχει να κάνει με το ότι έρχεται να μας συστηθεί σαν ένας ξένος: σαν κάποιος που δοκιμάζει να μας πείσει με το «ανοίκειο της ποιητικής και το αναπάντεχο της παρουσίας του», φιλοτεχνώντας έναν κόσμο στον οποίο η εθνεγερσία δεν είναι μόνο εθνεγερσία, αλλά και επανάσταση της ψυχής και της τέχνης και η πατρίδα δεν είναι μόνο πατρίδα, αλλά και νοσταλγία λικνίσματος στην αγκαλιά μιας πολύ πρόωρα χαμένης μητέρας (ο Κάλβος αποχωρίστηκε από τη μάνα του όντας ακόμη παιδί). Η αρχαιολατρία του Κάλβου, συμπληρώνει ο φιλολογικός επιμελητής του, επιδιώκει μιαν επανατοποθέτηση της Ελλάδας στο ιστορικό της παρόν, ενώ η περίεργη γλώσσα του καταφέρνει να μας εκπλήξει με τις απρόσμενες διαφυγές, αλλά και τις ασύμμετρες επαναλήψεις της, φτιάχνοντας ένα ουτοπικό ποιητικό σύμπαν.

Κοιτάζοντας εκ νέου τις «Ωδές», θα το πήγαινα από τη μεριά μου και λίγο πιο πέρα. Σε ό,τι αφορά την πατρίδα, θα έλεγα πως η άπιαστη οντότητά της δεν αποκλείεται να ταυτίζεται και με το όραμα μιας ονειρικής επιστροφής σ' ένα λατρεμένο αντικείμενο (με έναν πόθο που προσκρούει στο δραματικό του ανέφικτο), ενώ ως προς την ψυχική και την καλλιτεχνική επανάσταση θα πρόσθετα πως οι νεοκλασικές παραστάσεις και τα ρομαντικά σύμβολα του Κάλβου οδηγούν σε μιαν υπέρβαση της λογικής και του πραγματικού, που ταιριάζει γάντι με τη σημερινή μας ευαισθησία.

Το σημαντικότερο, όμως, για να τελειώσουμε όπως αρχίσαμε, είναι η γλώσσα και η εικονοποιία: η ηθελημένη έλλειψη ομοιοκαταληξίας, που σπάει κάθε τονικότητα του στίχου, καθώς και ο συνδυασμός μιας συχνά καθαρώς παρατακτικής σύνταξης με έναν στρόβιλο αιφνιδιαστικών εικόνων, που φωτισμένες από μιαν ασπαίρουσα (μαγική και συνάμα αλληγορική) φύση φέρνουν τον Κάλβο στην καρδιά της σύγχρονης ποίησης.

Με έναν τέτοιο Κάλβο, ο εκδοτικός του εκσυγχρονισμός αποκτά αυτομάτως ένα ολοζώντανο και άκρως ερεθιστικό νόημα. Απομένει, βεβαίως, να δούμε και την πραγματικότητα της αναγνωστικής ανταπόκρισης - τότε θα ξέρουμε ασφαλώς πολύ καλύτερα πού (και πώς) βαδίζουμε. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Σελίδες με σασπένς
Στην καρδιά της Αφρικής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αρχιτεκτονική
The Wright man
Βιβλίο
Γιατί να διαβάσουμε σήμερα Κάλβο;
Σελίδες με σασπένς
Στην καρδιά της Αφρικής
Εικαστικά
Νταλί, ο αλχημιστής
Ο ιάπωνας ζωγράφος Κλοντ Μονέ
Ελληνικός κινηματογράφος και καλοκαίρι
Αλλος για τη βάρκα μας...
Θέατρο
Το «Κουαρτέτο» στη σκηνή
Βίκι, Κριστίνα, Ρεβέκκα
Κινηματογράφος
Η Μαντόνα σκηνοθέτρια
Σέντρα στην οθόνη
Ο δόκτωρ Φρόιντ στη Γάζα
«Σκοτώνουμε με χιούμορ»
Διακοπές στο διαμέρισμα
Μουσική
Μουσικός Σεπτέμβρης
Νίκος Πορτοκάλογλου
Αυτά μού τύχαν ευτυχώς
Συνέντευξη Μάικλ Λανγκ
«Το '60 δεν ήταν μόνο το Γούντστοκ»
Συνέντευξη με τον αρχιτέκτονα Ζακ Ρουζερί
Μουσείο σε θολά νερά