Έντυπη Έκδοση

Οι σπασμοί της κοινωνίας

Το χρήμα και η τέχνη

Μισέλ Ουελμπέκ

Ο χάρτης και η επικράτεια

μτφρ.: Λίνα Σιπητάνου

εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», σ. 419, ευρώ 23

Ο Ζεντ Μαρτέν, ον εγγενώς και καθ' ολοκληρίαν πολιτισμικό, είχε την ατυχία, βοηθούντος του Μισέλ Ουελμπέκ, να βρει την τιμή του στην αγορά της τέχνης. Τιμή αρκετά υψηλή, αρκετή σε κάθε περίπτωση για να τον υποβιβάσει σε εμπορεύσιμο αγαθό. Εκείνος θέλησε να μετατρέψει τον κόσμο σε έργο τέχνης και ο κόσμος τον εκδικήθηκε με αδόκητη γενναιοδωρία. Ως μηχανισμός κατά βάση ορθολογικός, είχε αυτοματικά εξορθολογίσει την καλλιτεχνική του συγκίνηση, εκποιώντας τη σε εκατομμύρια ευρώ. Η επιτυχία του Ζεντ με τους όρους της αγοράς τον έφερε ακαριαία στο επίκεντρο της προσοχής ενός μυωπικού κόσμου, ο οποίος δεν μπορούσε πια να δει τίποτε ανεξάρτητα από οικονομικά μέτρα και σταθμά. Αυτή η απρόσμενα ευεργετική τιμολόγησή του, ως παραγωγού πολιτισμικών προϊόντων, τον αφαίμαξε καλλιτεχνικά, προκαλώντας του μια παρατεταμένη αδράνεια, η οποία δεν είχε καμία σχέση με την αγωνιώδη αναμονή τού εν εγρηγόρσει δημιουργού. Η κατακλυσμιαία επιβράβευση, αντίθετη σε κάθε ρομαντική ή μποέμ προσδοκία, έμοιαζε να του στερεί ανέκκλητα το χάρισμα της δημιουργικής διέγερσης. Ισως τελικά να μην ήταν πολύ καλή η ιδέα του να απευθυνθεί για τη συγγραφή της εισαγωγής στον κατάλογο της πρώτης του, και τελευταίας, ζωγραφικής έκθεσης σε έναν τόσο διάσημο και πολυμίσητο συγγραφέα, όπως ο Μισέλ Ουελμπέκ.

Ο Ζεντ Μαρτέν, χαρισματικό τέκνο της γαλλικής μπουρζουαζίας, ως νεαρός καλλιτέχνης είχε αποδυθεί, μέσω της φωτογραφίας αρχικά, σε μια αντικειμενική περιγραφή του κόσμου. «Μεγαλειώδης και μανιακός», λόγω ιδιοσυγκρασίας, είχε αποπειραθεί «να συντάξει έναν εξαντλητικό κατάλογο των αντικειμένων ανθρώπινης κατασκευής της βιομηχανικής εποχής». Ηταν τα χρόνια της νεότητας και η αποδοχή του κόσμου από την πλευρά του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ενθουσιώδης. Δεν είναι άλλωστε τίποτε άλλο παρά δείγμα άκρατου ενθουσιασμού η έμπνευσή του να μεταποιήσει σε εικαστικά έργα μεγεθύνσεις περιοχών της γαλλικής περιφέρειας από τους χάρτες Μισελέν. Υπό την προσωπική του οπτική τα ενσταντανέ της γαλλικής επικράτειας έμοιαζαν να αποπνέουν μια παρωχημένη νοσταλγία, μια ελεγεία στην εντοπιότητα, αλλά πολύ περισσότερο ευθυγραμμίζονταν με τη φιλοδοξία του όσον αφορά την ανακατασκευή του κόσμου. Οι συνθέσεις του στις αποχρώσεις του πράσινου και του μπλε από επαρχιακούς δρόμους, δάση, λίμνες και φαράγγια υπονόμευαν την πιστότητα της φωτογραφικής μηχανής και χαρτογραφούσαν μια φαντασιακή, κατά βάθος, επικράτεια. Οι δικοί του χάρτες ήταν ομορφότεροι από τους τόπους προς τους οποίους καθοδηγούσε τους ταξιδιώτες η Μισελέν, στον βαθμό που εγκωμίαζαν την πραγματικότητα. Η ανεπιφύλακτη επιδοκιμασία του κοινού, φιλόμουσου και αγοραστικού, για τα τοπιογραφικά του έργα προοιωνιζόταν τον ζήλο που αργότερα ο Ζεντ θα επιδείκνυε επί μία δεκαετία στη ζωγραφική αναπαράσταση επαγγελμάτων. Η σειρά πινάκων του, αποτελούμενη από ταπεινά επιτηδεύματα μέχρι συνθέσεις με προσωπογραφίες σημαινόντων επιχειρηματιών, θα μπορούσε να ιδωθεί σαν τη μεταφορική αποθησαύριση των γενεσιουργών αιτίων της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Εχοντας δείξει στον δυτικό άνθρωπο μια θέα του κόσμου του, υπό μία κλίμακα απατηλή, τώρα ιχνηλατούσε τις ποικιλόμορφες θέσεις του στη διαδικασία παραγωγής. Ενδεχομένως η καλλιτεχνική του ιδιοπροσωπία, ο συγκερασμός ενός πραγματιστικού ύφους και μιας ματιάς ονειρικής, που τον έφερε στο απόγειο της δόξας και του πλούτου, να διοχετευόταν σε άλλες δημιουργίες, παρεμφερούς σύλληψης, αν ο Ζεντ δεν συναντούσε τον δικό του δημιουργό. Οπως και να έχει, κανένας ήρωας δεν διαθέτει αμυντικούς μηχανισμούς έναντι του συγγραφέα του. Οταν ο Ζεντ Μαρτέν γνώρισε τον Μισέλ Ουελμπέκ ήταν ήδη παροπλισμένος. Ο,τι θα ακολουθούσε από εκεί και πέρα θα αντιστοιχούσε, μέσα στο πλαίσιο της κειμενικής επικράτειας, στον μυθοπλαστικό του επίλογο. Προτού, ωστόσο, γραφτεί ο επίλογος, ο Ουελμπέκ, αντιστρέφοντας τους όρους της μυθιστορηματικής τάξης, βάζει τον ήρωά του να τον απεικονίσει ζωγραφικά και το πορτρέτο αυτό σηματοδοτεί το τέλος και για τους δυο τους. Η προσωπογραφία διά χειρός Ζεντ χρεώνεται την ηθική αυτουργία για τον φόνο του Ουελμπέκ. Με τον θάνατό του ο συγγραφέας δίνει τη χαριστική βολή στον ήρωα. Πενθώντας με τον τρόπο της αυτοσαρκαστικής φιλαυτίας τού Ουελμπέκ, ο Ζεντ συλλογίζεται πως «εκείνος που έκανε αυτόν τον φόνο μεγέθυνε τη μετριότητα στον κόσμο».

Σε αντίθεση με τη δεξιοτεχνία του ήρωά του στην παραστατική ζωγραφική, ο Ουελμπέκ αναπαριστά με κρυπτογραφικά μέσα, όπως η ειρωνεία, η αλληγορία, η περιγελαστική μίμηση, ο υπαινιγμός και η αυτοϋποτίμηση, την αυτοπροσωπογραφία του και μαζί το πορτρέτο του δημιουργού εντός της σύγχρονης φρενίτιδας. Η σύντομη μαθητεία του Ζεντ στο πλευρό του γάλλου συγγραφέα ισοδυναμεί με ένα έμμεσο αποδεικτικό επιχείρημα για την ακαταλληλότητά του ως δημιουργού. Για παράδειγμα, ο Ουελμπέκ, αφού φροντίζει να υποδυθεί στην πρώτη τους συνάντηση ένα κακέκτυπο του εαυτού του, καταφεύγοντας σε έναν εξεζητημένο κυνισμό, αρχίζει να εκθέτει σε πρόδηλη ναρκισσιστική έξαρση την οδυνηρή αφοσίωσή του στη γραφή. Φυσικά δεν παραλείπει να υπογραμμίσει τη δυνάστευση του δημιουργού από το δημιούργημά του, στο μέτρο που το τελευταίο προκύπτει μέσα από έναν «αυθεντικό πυρήνα αναγκαιότητας». Οπως υποστηρίζει ο Ουελμπέκ, ένα βιβλίο είναι «σαν ένα κομμάτι μπετόν που αποφασίζει να πήξει και οι δυνατότητες δράσης του συγγραφέα περιορίζονταν στο γεγονός ότι είναι εκεί και περιμένει, σε μια αγωνιώδη αδράνεια, να ξεκινήσει η διαδικασία από μόνη της». Απέναντι σε τόσο συμπαγή αυτοπεποίθηση, ο Ζεντ δεν έχει να αντιτάξει παρά ψήγματα διανοουμενίστικης ιδιοτροπίας, που μετά βίας αρκούν για να υποστηρίξουν έναν συνδετικό κώδικα ανάμεσα στον ίδιο και τον συγγραφέα. Δεν αργεί να αντιληφθεί πως η ευγενική του ουδετερότητα προς τον φιλότεχνο περίγυρο, η κόσμια αδιαφορία του, η προβληματισμένη σοβαρότητα και η επιτηδευμένη υποταγή του στη δημιουργία, δύσκολα θα μπορούσαν να συδαυλίσουν μια καλλιτεχνική πορεία με διάρκεια και συνέπεια. Σε κάθε περίπτωση, αδυνατούσε να καταβάλει το απαιτούμενο κόστος, δεν θα άντεχε ποτέ να υποταχθεί πραγματικά σε αυτό τον «πυρήνα αναγκαιότητας».

Ο μόνος βαθμός συγγένειας που τελικά αναπτύχθηκε ανάμεσα στον Ουελμπέκ και το μυθοπλαστικό του τέκνο έγκειτο στην απομόνωσή τους. Οι δεσμοί του Ζεντ με τη ζωή παρουσίαζαν εξ απαλών ονύχων ένα «έλλειμμα σταθερότητας». Η μητέρα του είχε αυτοκτονήσει πριν αυτός προλάβει να συγκρατήσει την ανάμνησή της, ενώ ο πατέρας του ήταν σταθερά απών, επιδεινώνοντας έτσι την αμηχανία του γιου του απέναντι στα υπόλοιπα ανθρώπινα όντα. Γενικότερα, η κοινωνική ζωή του Ζεντ «δεν θύμιζε καθόλου δίκτυο ή οργανικό ιστό ούτε το οτιδήποτε ζωντανό, είχαμε να κάνουμε με ένα στοιχειώδες και μινιμαλιστικό γράφημα, χωρίς διακλαδώσεις, με ανεξάρτητα και ξερά κλαδιά». Η επιλογή της ευθανασίας, χάρη στην οποία ο πατέρας του ξεμπέρδεψε με τα δύσκολα γηρατειά του, αποξήρανε έτι περαιτέρω τις κοινωνικές του προοπτικές και κατέστειλε διά παντός την ενηλικίωσή του.

Ορφανός από δύο δυνάμει πατέρες, ο Ζεντ αντιγράφει την ελιτίστικη μισανθρωπία τους και εγκαθίσταται στη γαλλική εξοχή, εισδύοντας κατά μία έννοια στην επικράτεια των πρώιμων εικαστικών του έργων, εκείνων που είχαν για πρώτη ύλη τους χάρτες Μισελέν. Ομως παρά την οργιώδη βλάστηση που περιφρουρεί τον απομονωτισμό του, τίποτα απολύτως δεν καρποφορεί στην άγονη ερημία του. Μολονότι, ωστόσο, ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να μην πάει στον κόσμο, ο κόσμος ήρθε σε αυτόν. Στο μέσον περίπου του 21ου αιώνα, οι κάτοικοι των αστικών κέντρων άρχισαν να συρρέουν στην περιφέρεια, με όραμά τους την αναβίωση της αγροτικής οργάνωσης της κοινωνίας. Ενα όραμα που όμως αναγκαστικά θα υπηρετούσαν με τις επιτεύξεις και την κακοδαιμονία της μετανεωτερικής εποχής και με τον ανθρωπισμό τους αποδεκατισμένο από τους όρους της ελεύθερης αγοράς. Εκστατικός μπροστά σε αυτή την αδιανόητη μετάλλαξη του κόσμου, ο Ζεντ Μαρτέν βάλθηκε να εργάζεται για την αποτύπωσή της. Το κύκνειο άσμα του, φιλοτεχνημένο μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας, αποτελούνταν από μια σειρά πλάνα, όπου βιομηχανικά αντικείμενα και ηλεκτρονικά εξαρτήματα βυθίζονταν σε επάλληλα φυτικά στρώματα. «Καμιά φορά έδιναν την εντύπωση ότι αντιστέκονται, ότι προσπαθούν να μείνουν στην επιφάνεια. Επειτα τα παρέσερνε ένα κύμα από χορτάρια και φύλλα και ξαναβυθίζονταν στο φυτικό μάγμα, ενώ συγχρόνως διαλυόταν η επιφάνειά τους, αφήνοντας να φανούν οι μικροεπεξεργαστές, οι μπαταρίες, οι κάρτες μνήμης».

Η διαπάλη ζωής και τέχνης, ιδωμένη μέσα από απρόσμενες αντανακλάσεις, συναρπάζει στο μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ, ο οποίος δοκιμάζει τα όρια και τις μειονεξίες των δύο πόλων της διελκυστίνδας, δραπετεύοντας ευφυώς από αβαθή στερεότυπα. Ζωή και τέχνη αποδεικνύονται θηράματα και ταυτόχρονα θηρευτές του χρήματος. Το ζήτημα που θέτει μυθοπλαστικά ο Ουελμπέκ είναι ποια από τις δύο απειλείται περισσότερο από τους χρηματοπιστωτικούς σπασμούς της κοινωνίας της μετανεωτερικότητας. Την απάντηση τη δίνει η ιδιοτέλεια, καθαγιασμένη από το πνεύμα. Ο Ζεντ Μαρτέν δεν θα υπήρχε καλλιτεχνικά χωρίς την πραγματικότητα. Οπως άλλωστε και κανένας άλλος που προσχωρεί στην τέχνη, διαφεύγοντας τάχα τη ζωή. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Κολάζ παράξενων ιστοριών
Ψηλαφίζοντας την Αρβανιτιά του Μοριά
Αποικίες τιμωρημένων
Φιλίες, φόνοι και φετίχ... μετά μουσικής
Ενώπιον του θρόνου με κραυγές και τριαντάφυλλα για τις εποχές
Κόλαση είναι οι άλλοι ή «ποιοι είναι οι άλλοι;»
Ενα κατώφλι στο αδύνατο
Το αριστούργημα του Ιταλο Καλβίνο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Η Αλίκη στη χώρα της μουσικής
Ενα μουσικό φαινόμενο
Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου
Συμφωνική γιορτή της λογοτεχνίας
Κριτική βιβλίου
Κολάζ παράξενων ιστοριών
Το χρήμα και η τέχνη
Ψηλαφίζοντας την Αρβανιτιά του Μοριά
Αποικίες τιμωρημένων
Φιλίες, φόνοι και φετίχ... μετά μουσικής
Ενώπιον του θρόνου με κραυγές και τριαντάφυλλα για τις εποχές
Κόλαση είναι οι άλλοι ή «ποιοι είναι οι άλλοι;»
Ενα κατώφλι στο αδύνατο
Το αριστούργημα του Ιταλο Καλβίνο
Λογοτεχνία
Σπουδές βιογραφικού σημειώματος για ένα νέο βιβλίο
Ο ποιητικός χώρος ως χώρος σκέψης