Έντυπη Έκδοση

Το βιβλίο του Τίτου Γιοχάλα

Ψηλαφίζοντας την Αρβανιτιά του Μοριά

Τίτος Γιοχάλας, Η αρβανιτιά στον Μοριά - χρονικά πορείας

Α'-Β' τόμος, εκδόσεις Πατάκη, σ. 946 + cd, ευρώ 50

Το ογκώδες έργο του κ. Γιοχάλα για τους Αρβανίτες του Μοριά (ο δεύτερος τόμος περιέχει ξεχωριστά τα συναφή γλωσσάρια των νομών Λακωνίας, Μεσσηνίας και Αργολίδας, τα ονόματα των χωριών των κατοικημένων αμιγέστερα στο παρελθόν από Αρβανίτες), που επισκέφτηκε.

Τερματίζει πλέον, όπως ο ίδιος γράφει, τη διπλή πορεία του -θα έλεγα, αφ' ενός, μια πορεία εσωτερική (τον είχε προφανώς συγκινήσει και γοητεύσει το πεδίο αυτό των επιστημονικών ερευνών του, περίπου ως μια «αίρεσις βίου») και, αφ' ετέρου, ως ένα πραγματοποιημένο μέσα σε χρόνο πολύ οδοιπορικό αναζήτησης, «εντοπισμού και μελέτης του γλωσσοκοινωνικού γίγνεσθαι αρβανιτόφωνων χωριών».

Ομως εγώ συλλογίζομαι και τα άλλα έργα του ιδιότυπου αυτού Παυσανία της Αρβανιτιάς. Ιδίως τα βιβλία: Ανδρος, Αρβανίτες και Αρβανίτικα (2000), Εύβοια, τα Αρβανίτικα (2002), η Υδρα, λησμονημένη γλώσσα (2006), ο Γεώργιος Καστριώτης-Σκεντέρμπεης (1975), Το Ελληνο-Αλβανικό Λεξικό του Μάρκου Μπότσαρη, (1980), η Ελληνο-Αλβανική Γραμματική του Ι. Βηλαρά, (1985) και κοντά σ' αυτά και άλλα, όπως: Στη γη του Πύρρου, Διαχρονικός Ελληνισμός στην Αλβανία (1993), Αρβανίτικα παραμύθια και δοξασίες. Νεράιδες, δαίμονες, ξόρκια, ψυχιάσματα (1997) ή και την πρώιμη, στα γερμανικά γραμμένη εισαγωγή του, αυτά που θα ακολουθούσαν για την είσοδο των Αλβανών στην Ελλάδα, μια συνοπτική θεώρηση, συνταγμένη με βάση τις βυζαντινές, ιταλικές και ισπανικές πηγές, όπου δίνεται η εθνική αφομοίωσή τους (1971).

Αναφερόμενος ο κ. Γιοχάλας στον άνθρωπο που περιηγήθηκε και ερεύνησε την Ελλάδα στις αρχές του 18ου αιώνα, τον William Martin Leake, λέει πως γνώρισε «σχεδόν ψηλαφητά ολόκληρη την Πελοπόννησο». Το ακριβοδίκαιο αυτό επίρρημα «ψηλαφητά» για τον πολύ γνωστό χαρτογράφο και αρχαιογνώστη νομίζω πως ισχύει και για τον ίδιο τον κ. Γιοχάλα, που ερεύνησε τον χώρο και τους ανθρώπους του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την Πελοπόννησο, περπάτησε στα αρβανιτόφωνα χωριά του Ζάρακα της Λακωνίας, στα χωριά της Μεσσηνίας, της Κορινθίας, της Αργολίδας, όπου έμεινε έκπληκτος με τον ονοματολογικό πλούτο για χόρτα, βότανα, δέντρα, καρπούς και προϊόντα. Μερικά από τα χωριά της Αργολίδας, «όντας σχετικά απομονωμένα, διατήρησαν πατροπαράδοτες δοξασίες και κοινωνικές δομές που δεν επιβίωσαν πάντοτε, αλλά που διαγράφονται μέσα από τα αρβανίτικα κείμενα, με τα οποία οι αφηγητές «μετατοπίζονται» χρονικά σε προγενέστερες φάσεις της ζωής του χωριού» (σ. 131). Στο επίμετρο εξετάζονται τα αρβανίτικα στην Περαχώρα Κορινθίας: Μπορεί ο Παυσανίας (βλέπετε, επιμένω στη συσχέτιση αυτή) να περιγράψει ως επί το πλείστον, μαζί με δοξασίες και μύθους, σπουδαία κτίσματα, ιερά κυρίως και ένδοξα και στους μετέπειτα χρόνους. Ενδοξα μνημεία δεν συνάντησε ο κ. Γιοχάλας, ο οποίος όμως, όπως και ο ίδιος σημειώνει, αποθησαύρισε μέσα από τον ζωντανό, προφορικό λόγο ένα πανόραμα ζωής -της ζωής τους- ανθρώπων με τους οποίους συναντήθηκε και συνομίλησε. Και μόνη η αναφορά στα περιεχόμενα των τίτλων των επιμέρους ενοτήτων, στις οποίες οργάνωσε το υλικό του, αποκαλύπτει έναν κόσμο, πράγματι, συγκροτημένο με όλες τις κύριες παραμέτρους μιας συλλογικής, κοινοτικής ζωής. Δίνω τους τίτλους για παράδειγμα των ενοτήτων για το χωριό Λαμπόκαμπος Λακωνίας: «Μικρασιατική Καταστροφή και εσωτερικές περιπέτειες -από τον πόλεμο του '40- γαμήλια έθιμα, νεκρικά έθιμα - από τις ζωοκλοπές του χωριού - αμπελουργία, οινοποιία, εδώδιμα χόρτα του βουνού, φαγητά, γλυκά, ερωτικά και άλλα τραγούδια και στιχοπλόκια, παιδικό νανούρισμα». Δίνω ακόμη ένα παράδειγμα από το Δώριο Μεσσηνίας: «χρονικό μιας δύσκολης ζωής - τα πανηγύρια στο χωριό, οι Απόκριες, γάμος και γαμήλια έθιμα, το ψωμί και τα κουλούρια, το κουλούρι της νύφης, εξαρτήματα του αργαλειού, έμπλαστρα για τα πληγωμένα πέλματα, η λούγκα, το μάτιασμα, δοξασίες για καλικάντζαρους, τυροκομία, ποιμενικό, ερωτικό, το όραμα του θανάτου».

Και όλα δίνονται με την παράθεση δίπλα δίπλα της αρβανίτικης διαλέκτου και της νεοελληνικής απόδοσης. Και θα έλεγα εν προκειμένω ότι με εντυπωσιάζει η επίμονη διάρκεια μιας γλώσσας, την οποία οι ίδιοι οι φυσικοί χρήστες της, έχοντας ήδη αφομοιωθεί ελληνικά, εθνικά τρόπον τινά, επιδίωκαν να απομάθουν, με τη σκέψη ίσως ότι και η γλώσσα -η νέα τους γλώσσα εν προκειμένω- είναι ένα ισχυρό πιστοποιητικό εθνικότητας. Εντούτοις η πρώτη τους γλώσσα, θα έλεγα, αφ' εαυτής, όπως μια ζωντανή οντότητα, δυνατή, ανθετική, αρνιόταν τον αφανισμό της (ένα στοιχείο αυτό, από την άλλη μεριά, αποδεικτικό του αρβανίτικου πεισματικού χαρακτήρα), ερήμην της απόφασης των ίδιων των ανθρώπων να κάνουν τη γλώσσα εκείνη να σιγήσει, χωρίς, για ένα μακρύ χρονικό διάστημα, και να το κατορθώνουν. Ενας γιατρός από τον Χάρακα, τύπωσε το 1960 το βιβλίο του Ζάραξ, ιστορικά και λαογραφικά σημειώματα και αναφέρει το εξής περιστατικό:

Δύο αδελφοί, ο Νικόλαος και ο Δημήτριος Παπαγεωργίου, «προοδευτικά στοιχεία (...), εν τη σφοδρά επιθυμία των να ξεκόψουν τα παιδιά τους από το να μιλάνε τα Αρβανίτικα, απεφάσισαν να μην τους μιλάνε παρά ελληνικά και μόνο». Το αποτέλεσμα ήταν ο γιος τού Νικολάου να μην καταλαβαίνει καθόλου τα ελληνικά του πατέρα του και, αντί να του φέρει ξύλα που του ζήτησε, να φέρει στον πατέρα του το ξινάρι και το σαμάρι (σ.25)! Υποθέτω ότι σ' αυτή την περίπου ενστικτώδη αντίδραση αποφασιστικό ρόλο θα έπαιζε κατά πάσα πιθανότητα η γυναίκα, οι μητέρες των παιδιών. Συναφώς παραθέτω και την ακόλουθη πληροφορία των αρχαιολόγων Α. Wace και F. Hasluck, πολύ παλαιά μεν (αρχές του 20ού αι.), αλλά ενδεικτική: «Ωστόσο, γράφει, στο Δήμο του Ζάρακα, έδρα των οποίων είναι η Κρεμαστή, τα αλβανικά ομιλούνται γενικώς μεταξύ των κατοίκων, κατά προτίμηση σε σχέση με τα ελληνικά, ιδιαίτερα δε από γυναίκες· περαιτέρω προς τα βόρεια, αυτή η περιοχή περιλαμβάνει τμήμα της περιοχής όπου ομιλείται η τσακωνική στα χωριά Πούληθρα, Κουνουπιά και Λεωνίδιο». Συγκινητική είναι, για μένα τουλάχιστον, η γειτονιά, η γειτνίαση αυτή, έστω και στις αρχές του 20ού αιώνα, δύο ζωντανών ακόμα πανάρχαιων γλωσσών (η αλβανική γλώσσα πιστεύεται ότι ανάγεται στους αρχαίους Ιλλυριούς).

Οι συνήθεις στο παρελθόν απομονώσεις περιοχών και κοινοτήτων αναδεικνύονταν σε παράγοντα διατήρησης της ομοιογένειας και της ταυτότητάς τους. Αλλά και οι νεότερες εξελίξεις προς τις μεγαλουπόλεις και κοσμοπόλεις έχουν επίσης τις δικές τους απομονώσεις, μικρότερων βέβαια μονάδων ή, προπάντων, ατόμων. Επιτρέψτε μου να διαβάσω ένα περιστατικό σχετικό και μ' αυτή την περίπτωση, όπου η έξοδος από την απομόνωση μιας κοινότητας δρα καθοριστικά στην απομάκρυνση από την παράδοση, με την οποία, αντιθέτως, δένονται κάποιοι που βρίσκονται σε κοσμοπολιτικά περιβάλλοντα:

«Η απομόνωση, διαβάζω, μένοντας ακόμα λίγο στην περιοχή του Ζάρακα, αλλά και η αμφίδρομη επικοινωνία των κατοίκων του Ζάρακα με αρβανιτόφωνα νησιά, όπως η Υδρα και οι Σπέτσες (ίσως και ο Πόρος ή η Σαλαμίνα) παράτειναν την αρβανιτοφωνία στους Ζαρακίτες· αρβανιτοφωνία που μετέφεραν μέχρι και την Αμερική ή τον Καναδά, όπου πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν πριν ή και μετά τον πόλεμο του '40. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι όταν το 1980 πραγματοποίησα την πρώτη έρευνά μου στο Κυπαρίσσι, τα Αρβανίτικα είχαν σχεδόν σιγήσει. Μου υπεδείχθη τότε από τον γηραιότερο Ιωάννη Πρόντζο ο πολύ νεότερός του αδελφός Αγγελής, ο λεγόμενος Αμερικάνος. Πράγματι ο Αγγελής Πρόντζος, που έζησε πολλά χρόνια εργαζόμενος στην Αμερική, γνώριζε ακόμη πολύ καλά τα Αρβανίτικα, του χωριού του, αφού αυτά μιλούσε με τους συνομήλικους ή μεγαλύτερους συμπατριώτες του και στην Αμερική. Οταν πια γύρισε συνταξιούχος στο Κυπαρίσσι (γι' αυτό και το παρωνύμιο Αμερικάνος), ο μεγαλύτερος αδελφός του τα είχε σχεδόν ξεχάσει, αφού κανείς πλέον στο χωριό δεν τα χρησιμοποιούσε στην καθημερινή του ομιλία». Οπωσδήποτε θέλω στο σημείο αυτό να πω, πιο γενικά, ότι, αν η αναμφισβήτητη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας είναι ένα από τα αναμφισβήτητα δεδομένα (για τους νηφάλιους τουλάχιστον ανθρώπους) της σημερινής ελληνικής υπόστασής μας, συγχρόνως όμως θεωρώ, μαζί με έναν από τους προσφυέστερους και οξυνούστερους γερμανούς λαογράφους, τον Hans Moser, ότι «το γλωσσικό στοιχείο είναι διαχωριστικό (εθνικών) ορίων μόνο σε σύνδεση και με άλλους διαχωρισμούς». Ενα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της εκτίμησης αυτής αποτελούν οι Αρβανίτες, ακόμη και στον καιρό της αρβανιτοφωνίας τους, όπως το έδειξε η συμμετοχή τους -η θέρμη της συμμετοχής τους- στον Αγώνα του 1821.

Οι συνθήκες εγκατάστασης Αλβανών στην Πελοπόννησο ανάγονται στα τελευταία χρόνια του δεσπότη του Μυστρά Θεοδώρου Α' Παλαιολόγου (1383-1407). Και το 1423, όπως σημείωνα σε προηγούμενη παρουσίαση βιβλίου του κ. Γιοχάλα, για την Υδρα, θα πρωταγωνιστούσαν στις συγκρούσεις εναντίον των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Αλλωστε το αρβανίτικο στοιχείο «κυνηγήθηκε αδυσώπητα και κατακρεουργήθηκε βάναυσα από τους Τούρκους». Στους επόμενους 15ο,16ο, 17ο, ακόμη και στον 18ο αιώνα πλήρωσαν και οι Αλβανοί βαρύ φόρο αίματος με τις επανειλημμένες συγκρούσεις Ενετών και Τούρκων. Αυτό ένωσε «το αλβανικό στοιχείο με τους Ελληνες, αμβλύνοντας τις εξωτερικές διαφορές τους και ενώνοντάς τους εσωτερικά με το αίσθημα της φυσικής και θρησκευτικής συνύπαρξης, όχι όμως ακόμη και της απόλυτης, εσωτερικής τους ταύτισης» (είναι λόγια του κ. Γιοχάλα). Η κοινή ιστορική τύχη Ελλήνων και Αλβανών κατά τούς αιώνες εκείνους τούς συναδέλφωνε αλλά και τους συσπείρωνε εναντίον των εισβολέων και κατακτητών, που έρχονταν τόσο από τη Δύση όσο και από την Ανατολή. Η Πελοπόννησος κυριεύτηκε οριστικά από τους Τούρκους το 1715. Στο μεταξύ οι κοινές δοκιμασίες διαμόρφωναν σταδιακά την ενιαία εθνική συνείδηση Αλβανών και Ελλήνων.

Σημειώνω πέραν αυτού ότι ο Θεόδωρος συντέλεσε προφανώς στην αποδυνάμωση των περίπου 10.000 Αλβανών, στους οποίους έδωσε την άδεια εγκατάστασης στην Πελοπόννησο, με τον κατακερματισμό και την κατανομή τους σε διάφορες περιοχές: Αρκαδία, Ηλεία, Αχαΐα, Μεσσηνία, Αργολίδα. Αλλά Αλβανοί «μετανάστες» και «πρόσφυγες» εξακολούθησαν και στους επόμενους αιώνες, όπως είπα, να εγκαθίστανται στην Πελοπόννησο.

Ο κ. Γιοχάλας χαράζει, με βάση αλβανικά τοπωνύμια ή και λέξεις στον προφορικό λόγο (ελλείπουν σχετικές πηγές), το νοητό χάρτη της εγκατάστασης σε περιοχές και χωριά και ανάλογα κατήρτισε τη διάρθρωση της ύλης που συγκέντωσε. Και μόνον οι εξαντλητικές γλωσσικές-γλωσσολογικές παρατηρήσεις στις οποίες κάθε τόσο προβαίνει, φροντίζοντας εκ παραλλήλου ν' αποθησαυρίσει λέξεις, γλώσσα, από κάθε περίπτωση ανθρώπινης δραστηριότητας, αναδεικνύει τον κ. Γιοχάλα ως τον κατεξοχήν αρβανιτολόγο· και δεν εννοώ μόνο στην Ελλάδα.

Μας χάρισε, και στην περίπτωση της Πελοποννήσου, ένα καλειδοσκοπικό πανόραμα της ζωής, όμορφα και εύτακτα οργανωμένο. Με εργατικές δουλειές, σοβαρά ή χαρούμενα συμβάντα, επίσημες στιγμές και στιγμές της καθημερινότητας, το σκληρό αγώνισμα της ζωής, καημούς του έρωτα και του θανάτου, μικρές, αποσπάσματα από μεγαλύτερες, αφηγήσεις, κομμάτια, φέτες ζωής, που τη δονεί μια αψιά, δυνατή και ακαλλώπιστη και αμύριστη από περιττά μύρα γλώσσα, ωραία μεταφερμένη στα καθ' ημάς, χωρίς να προδίδεται η βαθύτερη ουσία της. Και θεωρώ σκόπιμο στον λίγο χρόνο που μου μένει να δώσω μερικά τέτοια παραδείγματα ζωντανής έτσι κι αλλιώς αφήγησης.

Ανω Δώριο Μεσσηνίας: «Πήγε ο γιατρός σ' ένα σπίτι, γιατί ήταν το παιδί άρρωστο. Και του είπε ο γιατρός του παιδιού (στα ελληνικά):

- Βήξε! Και το παιδί, επειδή δεν ήξερε τι του έλεγε (ο γιατρός), ρώτησε τον πατέρα του (στα αρβανίτικα):

- Τι μου λέει, πατέρα;

- Βήξε, βρε ζώο!»

Ακόμη και στα τραγούδια, το συναισθηματικότερο κατά τεκμήριο είδος αφήγησης, ξεχωρίζουμε συνήθως μια τραχύτητα συμπεριφοράς, αντικαθρέφτισμα μιας τραχιάς ζωής, από το χωριό Ρειχιά Λακωνίας:

Είπα της μάνας: «Πάντρεψέ με».

Η μάνα είπε: «Με το χλωρό χορτάρι».

Το χορτάρι (όμως) ξεράθηκε

κι η μάνα έκανε πως δεν με είδε.

Και ο πατέρας δεν με λυπήθηκε,

Αλλά μ' έσπασε στο ξύλο.

Και σε μια πιο σκληρή, αδυσώπητη παραλλαγή:

Κι ο πατέρας με το κομμένο αυτί

Εβγαλε το μαχαίρι (του) και με έσφαξε.

(χ. Ρειχιά Λακωνίας. Καταγράφτηκε και σε άλλο χωριό της ίδιας περιοχής.)

Ωστόσο τα πιο πολλά τραγούδια, όπως βλέπω, δεν έχουν παραλλαγές τους και στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, πιθανώς εξαιτίας της απομόνωσής τους, που δεν διευκόλυνε κάποια γενικότερη έξοδο των κατοίκων, απαραίτητη για τη «μετανάστευση» και τοπικών τραγουδιών.

Ακούσατε τη λιτή, τηλεγραφική, κατά κάποιον τρόπο τετράγωνη γλώσσα. Δίνω κι ένα μέρος από μια περιγραφή ταφής νεκρού, από το χωριό Προσύμνη Αργολίδας:

«Μόλις που βγαίνει η ψυχή (του ετοιμοθάνατου), τον πιάνουν, τον πλένουν με κρασί. Μετά τον αλλάζουν με καλά ρούχα και τον βάζουν πάνω σε μια σανίδα, πάνω σε μια πόρτα. Εκεί τον φτιάχνουν όπως έναν πεθαμένο: σταυρώνουν τα χέρια, όλα. Μετά παίρνουν την κάσα, τον βάζουν στην κάσα και τελειώνει. Τον κλαίνε με μοιρολόγια.

»Μόλις τον σηκώνουν τον νεκρό, να τον φέρουν στην εκκλησία, αμέσως σπάνε ένα πιάτο ή ένα κεραμίδι, επιτόπου. Και τον παίρνουν, φεύγουν για την εκκλησία μετά. Τον διαβάζουν και μετά τον πάνε σε άλλο ερημοκκλήσι και τον θάβουν στη γη.

»Αν υπάρχουν κόκαλα από άλλον πεθαμένο, τα μαζεύουν σε ένα μαξιλάρι και τα διαβάζει ο παπάς, τους ρίχνει κρασί πάλι και τα ξαναβάζει στην άκρη της κάσας μέσα στον νεκρό. Και βάζουν το δαχτυλίδι, του λύνουν τα χέρια, τα πόδια, το σαγόνι, όλα, και τα αφήνουν ελεύθερα. Μετά τον βάζουν μέσα στο μνήμα...».

Ο κ. Γιοχάλας έχει στο νου του και περιλαμβάνει στην έρευνά του την ολότητα του λαϊκού πολιτισμού, όχι μόνο του άυλου (όπως, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, ονομάζεται τώρα) πολιτισμού (παραμύθια, παραδόσεις, τραγούδια κ.λπ.). Επαναλαμβάνω πως υπάρχουν δείγματα αφήγησης που αφορούν τη ζωοκλοπή, την αμπελουργία, τη διατροφή, την παραγωγή του ψωμιού, λαδιού, κρασιού, γλυκισμάτων την τυροκομία, τη λαϊκή ιατρική-θεραπευτική, το ντύσιμο ανδρών, γυναικών· και ό,τι άλλο.

Τελειώνω με ένα μοιρολόι για νεκρό σύζυγο στον καιρό της γερμανικής Κατοχής, που θυμίζει στη θεματική του και στον τρόπο της εκφοράς της μανιάτικα μοιρολόγια. Κι ακόμη αποτελεί μια βαθιά συγκινητική μαρτυρία πως, όσο σκληρή και τραχιά κι αν είναι η ζωή, δεν μπορεί να σκοτώσει και τα βαθύτερα συναισθήματα, όπως είναι και η συζυγική αγάπη. Το μοιρολόι λέει μια γυναίκα από τις Λίμνες της Αργολίδας:

Πώς να στο πω, άντρα μου / Χρήστο μου, νοικοκύρη μου. / Ανάθεμα στη Γερμανία, / που 'γινε ο πόλεμος στις Λίμνες. / Αλλα από σφαίρες, άλλα από μαχαίρι / τα χάσαμε όλα τα παλικάρια. / Αλλους από μαχαίρι κι άλλους από σφαίρα / τουις χάσαμε όλους τους λεβέντες. / Να θυμάσαι το θανατικό, / πώς ήταν δυνατό να μείνει σ' εμάς μυαλό; / Μήπως τους πλύναμε, μήπως τους αλλάξαμε; / σαν παλιόσκυλα τους στείλαμε! / Ούτε παπάς δεν τους κοινώνησε! / Δεν βρισκόταν άντρας πουθενά, / γιατί ήταν πόλεμος στο χωριό. / Εκεί πέρα στα Μελίσσια / μια βδομάδα τους έτρωγε η μύγα. / Μετά τους μεταφέραμε με καλάθια, / γιατί δεν μας επέτρεπαν οι Γερμανοί. Κι εμείς οι καημένες χήρες / τι περάσαμε , οι κακομοίρες! / Τις μεγαλώσαμε και τις παντρέψαμε (τις κόρες), δεν γελάσαμε, δεν τις χαρήκαμε. Γιατί τις παντρέψαμε με δάκρυα, / γιατί δεν είχαμε άντρες, μωρή συντρόφισσα. / Πού ήταν τα πεθερικά μου; / Τι έγιναν οι γείτονες; / Σαράντα χρόνια είμαι χωρίς άντρα, / μέσα η κοιλιά μου έγινε φούρνος. / Δεν έγινα νοικοκυρά, / δεν την είδα την αξία μου. / Είπα να ξεχάσω τον άντρα, / αλλά έχασα τη Σταματούλα. / Είπα να ξεχάσω τον νοικοκύρη, / αλλά έχασα μια χρυσή κόρη. / Ο άντρας δεν ξεχνιέται ποτέ, / μέχρι να βάλω κερί στο στόμα (να πεθάνω). / Ο άντρας δεν ξεχνιέται ποτέ, / μέχρι να μπω κι εγώ στο χώμα». *

* Καθηγητής Πανεπιστημίου

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Κολάζ παράξενων ιστοριών
Το χρήμα και η τέχνη
Αποικίες τιμωρημένων
Φιλίες, φόνοι και φετίχ... μετά μουσικής
Ενώπιον του θρόνου με κραυγές και τριαντάφυλλα για τις εποχές
Κόλαση είναι οι άλλοι ή «ποιοι είναι οι άλλοι;»
Ενα κατώφλι στο αδύνατο
Το αριστούργημα του Ιταλο Καλβίνο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Η Αλίκη στη χώρα της μουσικής
Ενα μουσικό φαινόμενο
Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου
Συμφωνική γιορτή της λογοτεχνίας
Κριτική βιβλίου
Κολάζ παράξενων ιστοριών
Το χρήμα και η τέχνη
Ψηλαφίζοντας την Αρβανιτιά του Μοριά
Αποικίες τιμωρημένων
Φιλίες, φόνοι και φετίχ... μετά μουσικής
Ενώπιον του θρόνου με κραυγές και τριαντάφυλλα για τις εποχές
Κόλαση είναι οι άλλοι ή «ποιοι είναι οι άλλοι;»
Ενα κατώφλι στο αδύνατο
Το αριστούργημα του Ιταλο Καλβίνο
Λογοτεχνία
Σπουδές βιογραφικού σημειώματος για ένα νέο βιβλίο
Ο ποιητικός χώρος ως χώρος σκέψης