Έντυπη Έκδοση

Τυπωθήτω

Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή; Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Τίτλοι όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους - βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν διασταυρωθούν με τον συστηματικό ή τον απλό αναγνώστη.

Μ' όπλο τον σεβασμό

Ηλίας Παπαμόσχος, Ο μυς της καρδιάς, διηγήματα, εκδόσεις Μεταίχμιο

Πάντα ορισμένες ιστορίες περισσεύουν, ξεστρατίζουν σαν καλομαθημένα παιδιά. Κάποια στιγμή όλες είναι συνοδοιπόροι, εκείνες στέκονται, μένουν πίσω, μα μ' ένα άλμα θα καταστούν μελλούμενες, κρίθηκαν λειψές ή αταίριαστες, σε κάθε περίπτωση υπερκέρασαν τον γράφοντα. Η ζωή, ο μέγας προμηθευτής, μ' αυτή τη μαγιά θα δώσει πάλι γέννημα. Εδώ εμπίπτουν και οι περιβόητες εμμονές, δηλαδή τα βιώματα. Εγώ τις ιστορίες που ξέμειναν τις λέω γλυκές αποφράδες, βάλσαμο και λαδάκι για την καρδιά, καθώς αυτό που έδειχνε οριστικά χαμένο επιστρέφει πιο ζωντανό παρά ποτέ, υποσχόμενο συνέχεια. Το θέμα πάντα ήταν ο άνθρωπος, οι πίκρες και τα βάσανα που θρέφουν την ύπαρξη, τα μεράκια που προοιωνίζονται τις καμπές της. Περίσσευμα της καρδιάς είναι η μαγιά, και στο βιβλίο αυτό μ' απασχόλησε ο τρόπος της να μεταμορφώνει τον κόσμο. Μια γριά που φλομώνει με λουλούδια τα παρτέρια του κήπου της, για να μη μείνουν τα εγγόνια της αγλύκαντα. Ενας σεΐχης, φωτογραφημένος στο Δέλτα του Νείλου, βλέμμα εύφορο όσο και η ιλύς του ποταμού, μέλλον εύφορο. Κάποιος μαραγκός, που μια ποτίστρα στον σχιστόλιθο σμίλεψε, νάματα ζωής σεπτής στην ψυχή ενός απογόνου του μεταγγίζει. Κι ένα ζευγάρι, αποκαμωμένο από το παιχνίδι της αγάπης, μέσα σε μια μικρή εκκλησία κοιμάται, ενώ ένας αρχάγγελος το φυλά. Είναι σαν να αγωνίζεται η καρδιά για τότε που δεν θα 'ναι εδώ ο κάτοχός της, όπως αυτή ενός τραγικού πατέρα, που γεννά του μυαλού του την τελευταία εικόνα, εικόνα νόστου σε άχρονη τρυφερότητα. Ο τίτλος της συλλογής φόρος τιμής σ' αυτόν είναι, η ασθένεια πλούτισε τον δικό του μυ, τον μυ τον πιο τραγουδισμένο.

Η γραφή είναι η απόδειξη πως δεν χορταίνουμε τη ζωή, πως για να τη γευτούμε πρέπει να την αφηγηθούμε, να μεταμορφωθούμε από τρόφιμοι σε τροφούς, το κείμενο το αποχωρίζεσαι σαν έναν άνθρωπο γέρο και ο αναγνώστης το υποδέχεται σαν παιδί, εκεί μέσα στην καρδιά και το μυαλό του θα γίνει έφηβος, ενήλικος, άνθος των γηρατειών, δηλαδή πείρα. Μια ανθρωπογεωγραφία της λιμνοφυούς πόλεως ήταν εξαρχής η φιλοδοξία μου, κι αυτή είναι η συνέχειά της. Μ' είχε εντυπωσιάσει θυμάμαι η ευρύτητα της Ανθολογίας του Σπουν Ρίβερ, αυτός ο επαγγελματισμός, ληξίαρχου θα 'λεγες, του Εντγκαρ Λη Μάστερς, και η ταπεινότητά του, που μαρτυρά εντιμότητα και σοβαρότητα προσήκουσα· ιδού ένας προάγγελος του δικού μου εγχειρήματος.

Εμμένει η ιερότητα του τόπου, η παρακαταθήκη των καρδιών, η πολύτιμη κληρονομιά των ευτελών πραγμάτων, και οι πληγές, οι φωλιές των λουλουδιών, που λέει ο Πόρτσια. Τόπος έμπνευσης είναι το μπαλκόνι του σπιτιού μου, από κει, παρατηρώντας τους ανθρώπους, ξεκινάω, και υπάρχει κάτι το ιερό, το μεταφυσικό που εκλύει η γραφή, τους έλκει λες, γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσω το ότι όταν γράφω για κάποιον πέφτω κυριολεκτικά συνεχώς πάνω του; Και κατατίθεται εδώ ένας προβληματισμός για τις πρωταρχές της γραφής μου, πώς δηλαδή η απώλεια από ακύρωση ζωής μεταμορφώθηκε σε μήτρα, γι' αυτό οι σαύρες σ' ένα διήγημα υψώνουν σιγανό, μονότονο σαν μοιρολόι τραγούδι απέναντι στο ανεκλάλητο της φθοράς. Τα θέματα είναι τουλάχιστον όσα και οι άνθρωποι, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς, πάντα θα υπάρχει τροφή, ισχύει και για τον καλλιτέχνη αυτό που λέει το ευαγγέλιο για του ουρανού τα ζωντανά, μόνο να ξέρεις ν' αγαπάς τη μοναξιά σου, την ερωμένη την πιο απαιτητική, και να φυλάς σκοπιά, σαν τον κυνηγό καρτέρι να στήνεις και να περιμένεις τα πουλιά της μνήμης να διαβούν, και τότε, σκύβοντας το κεφάλι, να χαράξεις στο χώμα τις πρώτες γραμμές, μ' όπλο μονάχα τον σεβασμό.

Ηλίας Παπαμόσχος

Εργοστάσιο ονείρων

Ομως πού να 'ναι άραγε

κείνος που νύχτα-μέρα τριγυρνούσε

εξόριστος στον κόσμο σαν σκυλί

κι έλεγε πως τ' όνομά του είναι Κανένας;

Μπόρχες, Τα μονοπάτια της Ιθάκης

Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτης

Το τρένο των νεφών είναι το βιβλίο που προσπαθούσε εναγωνίως να τελειώσει ο ήρωας του προηγούμενου βιβλίου μου Οδυσσέας και Μπλουζ. Θυμάμαι πόσο είχα βασανιστεί για να βρω τι είδους κείμενο θα έγραφε εκείνος ο ιδιόρρυθμος συγγραφέας, και πώς μια μέρα αναδύθηκε -από το πουθενά- Το τρένο των νεφών. Ενα τρένο υπαρκτό, που διασχίζει τις Ανδεις και που παλαιότερα έφτανε από την Αργεντινή στη Χιλή, εξυπηρετώντας κυρίως τα ορυχεία αυτών των χωρών.

Το θέμα με είχε γοητεύσει: ένα τρένο-φάντασμα, που αφού φύγει από το σταθμό, βγαίνει από τις ράγες του, χώνεται στα νέφη και χάνεται. Ενα τρένο που οι ντόπιοι ισχυρίζονται ότι ταξιδεύει ακυβέρνητο, χωρίς μηχανοδηγό, πως δεν σταματάει πουθενά και πως όταν φτάσει στο τέρμα του, που είναι και το τέλος του κόσμου, οι επιβάτες έχουν χάσει τα νιάτα τους. Μπαίνουν νέοι και κατεβαίνουν γέροι με άσπρα μαλλιά και φαφούτικα στόματα. Λένε ακόμη ότι εκεί μέσα συμβαίνουν σημεία και τέρατα, πως όποιος μπήκε, εκτός από τα νιάτα του, έχασε και την ψυχή του, επειδή το οδηγούν κακά πνεύματα από άλλες εποχές, τότε που πίστευαν τους παλιούς θεούς, που έπιναν αίμα παιδιών και παρθένων. Λένε ακόμη πως το σπρώχνει ο ίδιος ο Διάβολος, που χώνει την ουρά παντού.

Ενα αγόρι, ο Κανένας, αν και είναι μόνο δέκα χρονών, δεν τα πιστεύει όλ' αυτά και ανεβαίνει στο τρένο αναζητώντας τον άγνωστο πατέρα του, Οδυσσέα. Στο τρένο θα συναντήσει χρυσοθήρες και Ινδιάνους που αφηγούνται θαυμαστές ιστορίες, βασιλιάδες και κονκισταδόρες, την Εβίτα Περόν και τον Ωνάση, δωσίλογους κι εγκληματίες πολέμου, τον στρατηγό Μπολίβαρ και τον Τσε Γκεβάρα, αλλά και τον τυφλό ποιητή που γεννήθηκε σ' εφτά πόλεις. Μια οδύσσεια, δηλαδή, του Κανένα ή του Καθένα.

Το θέμα, λοιπόν, του βιβλίου το ήξερα από το προηγούμενο βιβλίο μου, αλλά αισθανόμουν αμηχανία -και γιατί να το κρύψω;- και δέος στην ιδέα ότι θα καταπιανόμουν μ' ένα τέτοιο θέμα. Τη μέρα, με το φως και τη λογική, έλεγα: «Τι δουλειά έχω με τη Λατινική Αμερική;» Τη νύχτα όμως, λίγο πριν κοιμηθώ, όταν άλλες, μυστήριες δυνάμεις παίρνουν τα ηνία, έλεγα: «Θα το κάνω, τουλάχιστον θα το παλέψω». Υπερίσχυσαν, όπως φαίνεται, οι μυστηριώδεις δυνάμεις της νύχτας...

Ξανάρχισα να διαβάζω βιβλία της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, από τον Ερνέστο Σάμπατο και τον Χουάν Ρούλφο έως τον Σεπούλβεδα και τον Γιόσα, για να μπω στο πνεύμα, ν' αντλήσω πληροφορίες, να «μυρίσω» τους τόπους, «ν' αγγίξω» τους ανθρώπους. Και παγιδεύτηκα, με την καλή έννοια. Γιατί η Λατινική Αμερική είναι ένα τεράστιο εργοστάσιο ονείρων. Επίσης κατάλαβα ότι οι ιστορίες των λαών έχουν κοινά γνωρίσματα, οι μυθολογίες μοιάζουν, οι Ανδεις πλησιάζουν τον Ολυμπο και οι λογοτεχνίες συνομιλούν.

Χρησιμοποίησα μικρά αποσπάσματα από είκοσι οκτώ εμβληματικά βιβλία και ήρωες αυτών των βιβλίων σε μια άλλη στιγμή της ζωής τους. Τα «ξένα» κείμενα είναι γραμμένα με πλάγια γράμματα και η αποκρυπτογράφηση γίνεται στο τέλος του βιβλίου, γιατί δεν ήθελα να διακόπτεται η ανάγνωση από υποσημειώσεις. Διακειμενικότητα; Ναι. Μ' αρέσει αυτό το «παιχνίδι», το έχω κάνει πολλές φορές αλλά τώρα, νομίζω, το έφτασα στα όριά του.

Το γραφείο μου ήταν σαν οχυρό με τα πολλά βιβλία τριγύρω, τα χιλιάδες χαρτάκια («μαύρο πουλί» στον Σεπούλβεδα, «λιτανεία παιδιών» στον Φουέντες, «ναυαγός» στον Μάρκες, «κεφάλι στο ποτάμι» στον Σάμπατο κ.λπ.), σημειώσεις, παραπομπές, αλλαγές από πρωτοπρόσωπη σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, που όμως κατέληξαν -έτσι, πιστεύω, τουλάχιστον- σ' ένα ενδιαφέρον και ρέον κείμενο.

Ηταν μια ωραία, προκλητική δουλειά, για μένα ένα στοίχημα, ένα ρίσκο, ένα άλμα στο κενό, που όμως δεν δίστασα να κάνω. Εγραφα με πυρετώδη ρυθμό, σε συμπυκνωμένο χρόνο. Σαν να μην ήμουνα εδώ, σαν να μην ήμουνα εγώ.

Ευγενία Φακίνου

Τι να σημαίνει άραγε η ύπαρξη της ομορφιάς για τη δική μας ύπαρξη; Και τι να σημαίνει η φράση του Ντοστογιέφσκι όταν, αναφερόμενος στο κακό, λέει: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο»; Το κακό και η ομορφιά είναι οι δύο προκλήσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι κακό και ομορφιά δεν βρίσκονται μόνο στους αντίποδες, αλλά πολλές φορές εμπλέκονται το ένα μέσα στο άλλο. Το κακό δεν μπορεί άραγε να είναι ένα εργαλείο απάτης, κυριαρχίας ή ακόμα και θανάτου που εντέλει μπορεί να γίνει ωραίο; Οταν όμως η ομορφιά δεν βασίζεται στο καλό, μπορεί να είναι ακόμη «όμορφη»; Η αληθινή ομορφιά δεν είναι τελικά το ίδιο το καλό; Γνωρίζουμε από ένστικτο πως το έργο μας έγκειται στο να διαχωρίσουμε την αληθινή ομορφιά από την ψεύτικη. Το διακύβευμα δεν είναι τίποτε άλλο από την αλήθεια της ανθρώπινης μοίρας, μιας μοίρας που ενέχει βασικά δεδομένα της ελευθερίας μας.

Φρανσουά Τσενγκ, από το βιβλίο του Πέντε στοχασμοί για την ομορφιά, μτφρ.: Μαρία Παπαδήμα, Μαρίνα Λεοντάρη, εκδ. Εξάντας/Νήματα

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Τυπωθήτω
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Η Αλίκη στη χώρα της μουσικής
Ενα μουσικό φαινόμενο
Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου
Συμφωνική γιορτή της λογοτεχνίας
Κριτική βιβλίου
Κολάζ παράξενων ιστοριών
Το χρήμα και η τέχνη
Ψηλαφίζοντας την Αρβανιτιά του Μοριά
Αποικίες τιμωρημένων
Φιλίες, φόνοι και φετίχ... μετά μουσικής
Ενώπιον του θρόνου με κραυγές και τριαντάφυλλα για τις εποχές
Κόλαση είναι οι άλλοι ή «ποιοι είναι οι άλλοι;»
Ενα κατώφλι στο αδύνατο
Το αριστούργημα του Ιταλο Καλβίνο
Λογοτεχνία
Σπουδές βιογραφικού σημειώματος για ένα νέο βιβλίο
Ο ποιητικός χώρος ως χώρος σκέψης