Έντυπη Έκδοση

Η Ελλάδα ταξιδεύει στον κινηματογράφο

Πριν από τις ταινίες του Π. Βούλγαρη και του Φ. Τσίτου, πολλοί άλλοι σκηνοθέτες είχαν παρουσιάσει, άλλοτε ειδυλλιακά, άλλοτε κριτικά, την ελληνική πραγματικότητα στο πέρασμα του χρόνου

Το ελληνικό σινεμά μάς συστήθηκε το 1914 με την «Γκόλφω». Το πασίγνωστο αυτό βουκολικό δράμα που έγραψε το 1893 ο Σπύρος Περεσιάδης για μια θεατρική βεγγέρα στην Ακράτα, ήταν η ιδανική αρχή για να γίνει η παγκόσμια τέχνη, ο κινηματογράφος, και εθνική. Εξήντα ένα χρόνια μετά, οι ίδιοι ήρωες με τις φουστανέλες ήταν πάλι στο πανί, στο «Θίασο» του Αγγελόπουλου!

Το περιπλανώμενο μπουλούκι του, αριστουργηματικός συμβολισμός των Ελλήνων, έπαιζε μόνο ένα έργο, τη «Γκόλφω τη βοσκοπούλα», βουκολικό ειδύλλιο σε πέντε πράξεις. Η ιστορία του ελληνικού σινεμά είναι η διαδρομή από τη μια «Γκόλφω» στην άλλη, συν 35 χρόνια που συμπληρώνονται με άλλη μια «εθνική» ταινία, την «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη, που προβάλλεται τώρα στις κινηματογραφικές αίθουσες.

* Το εγχώριο σινεμά δεν ταύτισε την ελληνικότητα μόνο με τις φουστανέλες. Συντήρησε τον ελληνοκεντρικό του χαρακτήρα με ένα άλλο ειδύλλιο, της αρχαίας φιλολογίας, το «Δάφνις και Χλόη» του Λόγγου.

Το 1931 ένας φέρελπις σεναριογράφος και ηθοποιός, ο Ορέστης Λάσκος, το μετέτρεψε στη γνωστή ταινία των 68 λεπτών που περιέχει το πρώτο γυναικείο γυμνό στο ευρωπαϊκό σινεμά. Η Ελληνοαμερικανίδα Λούσι Ματλί ως Χλόη προηγήθηκε της Τσέχας Χέντι Λαμάρ, η οποία έκανε μεγάλη καριέρα στο Χόλιγουντ χάρη στο δικό της γυμνό, στην ταινία «Εκσταση».

Ηταν η εποχή που το ελληνικό σινεμά διέκοπτε την ούτως ή άλλως φτωχή ώς τότε παραγωγή του εξαιτίας του Β' Παγκόσμιου Πολέμου (μπορεί η Φίνος Φιλμ να ιδρύθηκε το 1942 αλλά ταινίες άρχισε να γυρίζει μετά το 1950).

Δίπλα στο αμιγώς εμπορικό σινεμά του Φίνου που διαιώνισε και βελτίωσε το προπολεμικό φοκλόρ χωρίς να αγγίξει την πραγματική Ελλάδα, λίγοι αλλά εξαιρετικοί κινηματογραφιστές υπηρέτησαν το παράλληλο σύμπαν του εθνικού κινηματογράφου, κοιτώντας με την ιδιαίτερη ματιά τους τους Ελληνες και την πατρίδα τους.

Στη «Στέλλα» και στο «Κορίτσι με τα μαύρα» ο Μιχάλης Κακογιάννης καθώς και ο Νίκος Κούνδουρος στο «Δράκο» άλλαξαν την προπολεμική ηρωική οπτική. Οι δικοί τους Ελληνες είναι οι αντιήρωες και το «εθνικό» εντοπίζεται και εκτός του καθώς πρέπει κόσμου.

Από τη Στέλλα στην Ευδοκία

* Η Στέλλα (Μελίνα Μερκούρη), ένα κορίτσι φαινομενικά «ελαφρό», γίνεται το όχημα για μια επανάσταση: απέναντι στην πατριαρχία, τον μικροαστισμό και τις παραδοσιακές αξίες. Στον «Δράκο», απατεώνες, διανοούμενοι και ιμιτασιόν κακοποιοί σχεδιάζουν την κλοπή ενός από τους στύλους του Ολυμπίου Διός! Οι Ελληνες κοιτάζουν την κληρονομιά τους ως είδος προς πώληση και η απομυθοποίησή της είναι η καινούρια ελληνικότητα.

* Η εθνική περηφάνια αναλύεται με πιο καθημερινούς κώδικες και το σινεμά κινηματογραφεί έλληνες που δε μοιάζουν με πρωταγωνιστές του Αισχύλου αλλά με καθημερινούς ανθρώπους, ή ακόμα και απατεώνες που περιστρέφονται γύρω από μια «Κάλπικη λίρα», σαν αυτή της ομώνυμης ταινίας του Γιώργου Τζαβέλα.

Οι πρωταγωνιστές του, στις τέσσερις σπονδυλωτές ιστορίες διαπιστώνουν ότι «όταν έχεις λεφτά μπορείς να αφήσεις τη συνείδησή σου να κοιμάται μόνη της κι εσύ να κοιμάσαι με την καλύτερη ερωμένη»! Οι έλληνες θεατές επιδοκίμασαν αυτές τις ταινίες: 211.700 εισιτήρια έκοψε η «Κάλπικη λίρα» και 134.000 η «Στέλλα».

* Η Μελίνα Μερκούρη, ήδη από τη «Στέλλα», τον πρώτο της κινηματογραφικό ρόλο, ταυτίζεται με την ελληνικότητα. Την εξάγει όμως σε όλη τη Γη, πέντε χρόνια αργότερα, το 1960 χάρη στον Ζυλ Ντασσέν και το «Ποτέ την Κυριακή». Τότε που ο Ομηρος, ένας διανοούμενος Αμερικανός, γνωρίζει στον Πειραιά μια πεταλούδα της νύχτας, την Ολια. Προσπαθώντας να αναμορφώσει το ατίθασο πλάσμα, πλάθει τον πιο αναγνωρίσιμο διεθνώς γυναικείο ρόλο του ελληνικού κινηματογράφου.

Λίγα χρόνια μετά ο Κακογιάννης έκανε μια «αμερικανική» ταινία για τους Ελληνες, τον «Αλέξη Ζορμπά», καθιερώνοντας διεθνώς ένα στερεότυπο αξεπέραστο. Ο Ζορμπάς είναι το πρότυπο του «φυσικού ανθρώπου» που ζει απελευθερωμένος από κοινωνικές συμβάσεις, εν πλήρη γνώσει της θνητότητάς του.

* Ενας άλλος κινηματογραφικός Ελληνας, μια light εκδοχή του Τάσου, του αγαπητικού της Γκόλφως , είναι ο επίσης βοσκός Γιάννης Βόγλης στο «Κορίτσια στον ήλιο» του Βασίλη Γεωργιάδη. Το φολκλόρ επανήλθε και η ιστορία του απλοϊκού βοσκού που ερωτεύεται την τουρίστρια, αφού προηγουμένως οδηγηθεί από παρεξήγηση στη φυλακή, κάνει θραύση. Η εικόνα του βοσκού που φωνάζει στην Αν Λόμπεργκ «έλα, μύγδαλα» συγκινεί ακόμη!

* Ομως τίποτα δεν είναι πιο συγκινητικό και πιο κινηματογραφικά αληθές στο ελληνικό σινεμά από την ιστορία μιας μικρής πόρνης και ενός λοχία στην Ελλάδα του 1970. Η πόρνη που λεγόταν Ευδοκία έδωσε τ' όνομά της στην ταινία του Αλέξη Δαμιανού (μια πραγματεία πάνω στην ελληνικότητα) και σ' ένα ζεϊμπέκικο που το χόρεψε ένας λοχίας. Οι ήρωες αλληλεπιδρούν με το χώρο, τον ορίζουν και ορίζονται από αυτόν. Είναι ακόμη τέκνα της μεταπολεμικής Ελλάδας που παλεύουν να συμβιβαστούν με την Ιστορία.

Στη σκιά του έθνους

* Βρισκόμαστε στο 1971, μόλις τέσσερα χρόνια πριν την προσπάθεια του Αγγελόπουλου να σταθεί απέναντι στην Ιστορία και στη χώρα με τον «Θίασο». Η βαθιά κριτική ελληνικότητα του Αγγελόπουλου μετουσιώθηκε με τα χρόνια σε αναζήτηση της πραγματικής ελληνικής ταυτότητας, από το αρχαιοπρεπές χθες έως το ευρωπαϊκό σήμερα («Το βλέμμα του Οδυσσέα», «Μια αιωνιότητα και μια μέρα»). Ο πρωταγωνιστής-συγγραφέας της «Αιωνιότητας» (Μπρούνο Γκαντζ) που έψαχνε λέξεις από τους ανολοκλήρωτους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού, περνά την τελευταία μέρα της ζωής του παρέα με ένα παιδί των φαναριών από την Αλβανία και στοχάζεται γύρω από το θέμα των συνόρων!

* Η ελληνικότητα, εν προκειμένω στο σινεμά αλλά όχι μόνο εκεί, έχει αλλάξει όρους. Ορίζεται από τα σύνορα; Το αίμα; Την κουλτούρα; Ο Σωτήρης Γκορίτσας το 1993, με την ταινία του «Απ' το χιόνι» έθεσε τη νέα οπτική. Οι Βορειοηπειρώτες ήρωές του έρχονται «από το χιόνι» στον ελληνικό παράδεισο, για να διαπιστώσουν ότι η πλατεία Ομονοίας ήταν το ίδιο παγωμένη.

* Με τα μάτια των προσφύγων είδαν τους σύγχρονους Ελληνες οι Βούπουρας και Κόρας στο «Μιρουπάφσιμ» και ο Γιάνναρης στο «Από την άκρη της πόλης» έκανε ήρωές του μια παρέα παιδιών από το Καζακστάν.

* Τελευταία άλλα όχι έσχατη στη σειρά η φετινή «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου. Με τον Αντώνη Καφετζόπουλο να υποδύεται έναν ξενοφοβικό ψιλικατζή ο οποίος θα πληροφορηθεί κατάπληκτος ότι στις φλέβες του ρέει αλβανικό αίμα. Ενας φανατικός Ελληνας πρέπει να βάλει τον εαυτό του στην απέναντι όχθη και το κοινό να ξανασκεφτεί τη ρήση του Ισοκράτη ότι Ελληνας είναι «ο της ελληνικής παιδείας μετέχων...»!

* Το 2003 ο σκηνοθέτης Τάσος Μπουλμέτης γυρίζοντας την «Πολίτικη κουζίνα» έβαλε τους Ελληνες απέναντι στους άλλους εχθρούς, τους... προαιώνιους!

Πολλή συγκίνηση, χιλιάδες τα εισιτήρια, αλλά η πολιτική της ιδεολογία και το μήνυμα «οι πολιτικοί παίζουν παιχνίδια εις βάρος των λαών οι οποίοι δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα» δίχασε και συζητήθηκε.

* Συζητήσεις πολλές προκαλεί, βέβαια, και η νέα ταινία του Π. Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά» για τον ελληνικό Εμφύλιο και τις περιπέτειες δύο νεαρών αδερφών που βρέθηκαν στα αντίπαλα στρατόπεδα. «Οι Ελληνες στο Γράμμο του 1949», ισχυρίζεται μερίδα κοινού και κριτικής, «δεν ήταν σαν αυτούς που μας έδειξε ο Βούλγαρης».

Οι σκηνοθέτες φυσικά δεν γράφουν Ιστορία. Ακόμη κι αν την επικαλούνται. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Σχετικά θέματα: Κινηματογράφος
Πάμε διάστημα;
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Τα παιδία παίζει
Βιβλίο
Θανάσιμα λάθη
Στο δρόμο για το Βιετνάμ
Βόλτα στα Εξάρχεια
Τα Εξάρχεια των ωδείων και των ιδεών
Εκθεση
Ο έρωτας στα χρόνια της εταίρας
Με την ομορφιά της απλότητας
Η Αθήνα με άλλο μάτι
Επέτειος της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου
Το Βερολίνο γιορτάζει
Θέατρο
«Τα ωραία μέσα ερείπια»
Κινηματογράφος
Πάμε διάστημα;
Η Ελλάδα ταξιδεύει στον κινηματογράφο
Μουσική
Τσιγγάνικη φλόγα και τζαζ
Η μούσα της μπόσα νόβα
«Να γκρεμίσουμε κάθε τείχος»
Συνέντευξη: Βέρνερ Χέρτσογκ
Ο τυχοδιώκτης ποιητής του σινεμά
Συνέντευξη: Διονύσης Σαββόπουλος
«Να μοιράζεσαι. Να εκπλήσσεις. Και οι πολλοί θ' ακολουθήσουν»
Συνέντευξη: Τζιμ Τζάρμους
«Η ζωή δεν έχει πάντα φινάλε»