Έντυπη Έκδοση

Πεθαίνοντας για τον Καρζάι στην Καμπούλ

Αφού ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα εμφάνισε τις μάχες στο Αφγανιστάν ως «αναγκαίο πόλεμο», τώρα δέχεται πιέσεις από τον στρατηγό Στάνλεϊ Μακρίσταλ, τον οποίο ο ίδιος διόρισε επικεφαλής των αμερικανικών δυνάμεων στη χώρα, για την αποστολή άλλων 40.000 στρατιωτών. Σε ένα πόλεμο που κρατάει οχτώ χρόνια τώρα.

Στην Ινδοκίνα, οι ΗΠΑ στήριξαν μια πλειάδα από διεφθαρμένες και νόθες κυβερνήσεις-μαριονέτες στα μάτια του λαού. Το εγχείρημα κατέληξε σε αποτυχία. Στο Αφγανιστάν δεν μπόρεσαν να επιβληθούν ούτε οι Βρετανοί ούτε οι Σοβιετικοί, παρ' όλες τις δυνάμεις που εξαπέλυσαν στις μάχες εκείνες.

Σήμερα, όσο και αν οι απώλειες του αμερικανικού στρατού παραμένουν σχετικά χαμηλές (880 νεκροί από το 2001 συγκριτικά με τους 1.200 νεκρούς που είχαν κάθε μήνα στο Βιετνάμ, το 1968) και το αντιπολεμικό κίνημα ατονεί, σε ποιες προοπτικές «νίκης» προσβλέπουν οι δυτικές δυνάμεις, χαμένες στα αφγανικά βουνά, ανάμεσα σε λαθρεμπόρους ναρκωτικών(1) κι ενώ τους βαραίνει η υποψία ότι διεξάγουν πόλεμο κατά του Ισλάμ;

Κρυφός πόλεμος

Ο γάλλος υπουργός Εξωτερικών, Μπερνάρ Κουσνέρ, ελπίζει πάντως ότι «θα κερδίσουμε τις καρδιές με αλεξίσφαιρο γιλέκο». Ο στρατηγός Μακρίσταλ, από τη μεριά του, ισχυρίζεται: «Η δουλειά μας δεν είναι να σκοτώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους Ταλιμπάν αλλά να προστατεύσουμε τον πληθυσμό»(2).

Σε τέτοιες δηλώσεις υποβόσκει, πέρα από τον όποιο κυνισμό, η ίδια ιδέα: ότι η κοινωνική ανάπτυξη και οι πολεμικές επιχειρήσεις μπορούν να διεξαχθούν από κοινού σε ένα πεδίο, όπου, εν τούτοις, είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τους εμπόλεμους από τους αμάχους.

Στο Βιετνάμ, ο αμερικανός δημοσιογράφος Αντριου Κόπκιντ είχε συνοψίσει σε μια δηλητηριώδη φράση αυτό το είδος της «αντεπανάστασης»: «καραμέλες για πρωινό, ναπάλμ για απογευματινό».

Η Ουάσιγκτον έχει χάσει πια την ελπίδα ότι μια μέρα θα νικήσει τους εθνικιστές αντάρτες. Είχε, άλλωστε, την ευκαιρία να εκτιμήσει τη μαχητικότητά τους τότε που εκείνοι, με τη δική της συνδρομή, είχαν βαλθεί να αφαιμάξουν τη Σοβιετική Ενωση. Οπότε θα προτιμούσε να δει τους ήδη χαλαρούς δεσμούς ανάμεσα στους Ταλιμπάν και τους μαχητές της Αλ Κάιντα να αποδυναμώνονται περαιτέρω(3). Εξάλλου, στην εξόντωση των τελευταίων στόχευε όταν εξαπέλυε στην κεντρική Ασία τους στρατιώτες της και τα καταδρομικά της την επομένη των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου κι όχι γιατί την απασχολούσε το αν θα πάνε στο σχολείο οι μικρές Αφγανές.

Σενάριο συμβιβασμού

Αν ο νέος κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης αρνηθεί τη στρατιωτική κλιμάκωση που απαιτούν οι νεοσυντηρητικοί, θα χρειαστεί σύντομα να εξηγήσει στην κοινή γνώμη της χώρας του ότι σπάνια επιτυγχάνεις την ευτυχία των λαών υποτάσσοντάς τους σε ένοπλη κατοχή, ότι οι μαθητές του Οσάμα Μπιν Λάντεν που έχουν καταφύγει στο Αφγανιστάν είναι μόλις μια χούφτα άνθρωποι και, τέλος, ότι ένας ενδεχόμενος συμβιβασμός με μια μερίδα των Ταλιμπάν, τους λιγότερο παράφρονες, δεν αποτελεί απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

Η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία και το Πακιστάν, που επιδεικνύουν άλλωστε και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ύφεση σε αυτή την τοπική εστία έντασης, θα μπορούσαν και αυτές να συμβάλλουν, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου διακανονισμού.

Το να ρισκάρεις τη ζωή σου για τη «δημοκρατία» σε μια ξένη γη αποτελεί ούτως ή άλλως παρακινδυνευμένο εγχείρημα.

Αξίζει πραγματικά να πεθάνει κανείς για τον Χαμίντ Καρζάι, τη στιγμή που, ακόμα και σύμφωνα με την άποψη του στρατηγού Μακρίσταλ, ο λεγόμενος «δήμαρχος της Καμπούλ», ο οποίος παραμένει στη θέση του χάρη στην εκλογική νοθεία, πέτυχε έναν απίστευτο άθλο; Να κάνει, δηλαδή, ένα τμήμα του αφγανικού λαού «να νοσταλγήσει την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη του καθεστώτος των ταλιμπάν»...

Ολα αυτά τα ερωτήματα δεν φαίνεται να απασχολούν τους ευρωπαίους ηγέτες, μολονότι περίπου 31.000 βρετανοί, γερμανοί, γάλλοι, ιταλοί και λοιποί στρατιώτες έρχονται αντιμέτωποι με τους αντάρτες στο πλευρό των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Οι επιλογές του ΝΑΤΟ υπαγορεύονται από την Ουάσιγκτον όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.

Στο Παρίσι, ο πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί ανακοίνωσε πρόσφατα ότι δεν θα στείλει «ούτε έναν επιπλέον στρατιώτη στο Αφγανιστάν» για να πολεμήσει τους ταλιμπάν. Πρόσθεσε, ωστόσο: «Πρέπει να παραμείνουμε στο Αφγανιστάν; Η απάντησή μου είναι "ναι". Να παραμείνουμε για να κερδίσουμε»(4).

Η συγκεκριμένη δήλωση, θαμμένη σε μια συνέντευξη δύο σελίδων, δεν προκάλεσε καμία αντίδραση. Αυτός ήταν, παράλληλα, και ο καλύτερος τρόπος για να τη σχολιάσει κανείς.

(1) Το Αφγανιστάν παράγει το 93% της ηρωίνης που διακινείται παγκοσμίως. Cf. Ahmed Rashid, «The Afghanistan impasse», «The New York Review of Books», 8 Οκτωβρίου 2009. Δείτε επίσης στην ιστοσελίδα μας τον χάρτη «L' opium, principal production afghane».

(2) Canal+, 18 Οκτωβρίου 2009 και «Le Figaro» Αντίστοιχα, Παρίσι, 29 Σεπτεμβρίου 2009.

(3) Διαβάστε Syed Shahzad, «Al-Qaida contre les talibans», «Le Monde Diplomatique», Ιούλιος 2007.

(4) «Le Figaro», Παρίσι 16 Οκτωβρίου 2009. Η Σεγκολέν Ρουαγιάλ τον σιγοντάρισε: «Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν πρέπει να κερδηθεί κι έτσι θα γίνει».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Le Monde diplomatique
Αφγανιστάν
Σχετικά θέματα: Le Monde diplomatique
Αρραβώνες Βρυξελλών με τα Βαλκάνια
Άλλα θέματα στην κατηγορία Διεθνή της έντυπης έκδοσης
Περιοδεία Ομπάμα στην Ασία
Πινγκ-πονγκ νέου τύπου
ΗΠΑ
Ξύπνησαν κακές μνήμες
Εμβολιασμός για προεδρική γρίπη
«Ο πρόεδρος είναι νονός»
Ευρωπαϊκή Ένωση
Κοινοτικό χρήμα τέλος
Παλαιστινιακό
Μηδενικές προσδοκίες
Βρετανία
Μεταξύ επαίνων και αντιδράσεων
Ιταλία
Η μαφία ωχριά μπρος στον Σίλβιο
Γαλλία
Μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν
Le Monde diplomatique
Πεθαίνοντας για τον Καρζάι στην Καμπούλ
Αρραβώνες Βρυξελλών με τα Βαλκάνια