Έντυπη Έκδοση

Τρία διαφορετικά βιβλία

**Arni Thorarinsson

Ο καιρός της μάγισσας

μτφρ.: Χαρά Κατσέλα

εκδόσεις Πόλις, σ. 479, 20,10 ευρώ

Η Ισλανδία είναι ένα μακρινό νησί, στις εσχατιές της Ευρώπης, για το οποίο γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Μας το θύμισε η τραγουδίστρια Μπγιορκ στο απόγειο της δόξας της το 2001, ενώ το 2007 μάς το σύστησαν οι εκδόσεις Λιβάνη, που εξέδωσαν έναν από τους καλύτερους σκανδιναβούς συγγραφείς του αστυνομικού είδους, τον Arnaldur Indridason. Ωστόσο, η οικονομική κρίση, που έζησαν οι κάτοικοι αυτού του νησιού ήδη το 2008 και μας έκανε να παγώσουμε από την ένταση των αντιδράσεων και να σκεφτούμε ότι πιθανόν να έρθει και η δική μας σειρά, δείχνει ότι τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα δεν έχουν να κάνουν με τις αποστάσεις στην εποχή μας ή με τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία των λαών. Μια διαπίστωση που έρχεται να επιβεβαιωθεί από το πρόσφατα εκδοθέν στη χώρα μας μυθιστόρημα μυστηρίου του Arni Thorarinsson (1950), το οποίο αποτελεί μια τοιχογραφία της σύγχρονης κοινωνίας στην Ισλανδία. Μάλιστα, φαίνεται να ενδιαφέρεται ο συγγραφέας περισσότερο για τα κοινωνικά ζητήματα, για όσα συμβαίνουν σήμερα στη χώρα του, στις μεγάλες, αλλά και μικρές πόλεις, ενώ οι εξαφανίσεις ή οι φόνοι έχουν δευτερεύουσα σημασία.

Ο Εϊναρ, που εργάζεται σε σκανδαλοθηρική εφημερίδα, δέχεται την πρόταση του αρχισυντάκτη του να μεταβεί σε μια περιοχή του ισλανδικού Βορρά για να καλύψει με τα ρεπορτάζ του την καθημερινότητα των κατοίκων της μακρινής επαρχίας. Μόλις φτάνει εκεί γίνεται μάρτυρας ρατσιστικών σχολίων κατά των μεταναστών, μαθαίνει για τον θάνατο στα παγωμένα νερά ενός ποταμού μιας νέας γυναίκας, που έχει κατάθλιψη, ενώ ακούει τη μητέρα της να υποστηρίζει ότι η κόρη της ήταν θύμα του άντρα της, ο οποίος επιθυμούσε να τη βγάλει από τη μέση για λόγους οικονομικού συμφέροντος. Παράλληλα, εξαφανίζεται ένας ταλαντούχος νέος, που εντέλει βρίσκεται δολοφονημένος, νεαρές κοπέλες, που παίρνουν ναρκωτικά, αυτοκτονούν, ενώ παλιές υποθέσεις συνδέονται με έναν περίεργο τρόπο με τις νοσηρές καταστάσεις της μικρής επαρχιακής πόλης. Εν τέλει, τίποτε δεν είναι ό,τι φαίνεται. Η φωτεινή πλευρά έχει τις σκιές και τα σκοτάδια της, τα κλειστά παράθυρα κρύβουν δράματα, μυστικά και ψέματα.

Οι διαπιστώσεις που γίνονται από τον συγγραφέα είναι εξαιρετικά επιτυχημένες και φυσικά οι παρατηρήσεις του δεν αφορούν μόνο την Ισλανδία, αλλά κάθε ανεπτυγμένη χώρα, μιας και η παγκοσμιοποίηση φέρνει με την ίδια ταχύτητα τα καλά και τα κακά από τη μία κοινωνία στην άλλη. Αξίζει σ' αυτό το σημείο να μεταφερθεί ο διάλογος ανάμεσα σε δύο ήρωες: «Και επιπλέον πάσχουμε όλοι από αυτές τις διάσημες διαταραχές προσωπικότητας, σωστά; Υπάρχει έστω και ένας φυσιολογικός άνθρωπος σήμερα;». «Ε, λοιπόν, αυτό εξαρτάται από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα πράγματα... Διάβασα ένα άρθρο σ' ένα βρετανικό ιατρικό περιοδικό, για μια διαταραχή προσωπικότητας που θα προσδιόριζε ακριβώς την κοινωνία μας. Αυτή η διαταραχή, που ονομάζεται Narcissistic personality disorder, ή με τη σύντομη ονομασία της NPD, παίρνει στην πραγματικότητα το όνομά της από τον ελληνικό μύθο για τον νεαρό που ερωτεύτηκε την ίδια του την εικόνα. Εκδηλώνεται με μια άμετρη λατρεία για τον εαυτό μας που γεννάει μια απόλυτη έλλειψη ηθικής και συνείδησης... Ο Βρετανός ειδικός βεβαιώνει ότι το NPD είναι η αιτία σχεδόν όλων των εγκλημάτων...» (σ. 329).

Η διαφθορά που καλά κρατεί στον δημόσιο βίο, στους πολιτικούς, η διακίνηση των ναρκωτικών, η απουσία αγάπης και στοργής στην οικογένεια, το εμπόριο λευκής σαρκός, η κατάθλιψη είναι μερικές από τις ασθένειες της σύγχρονης κοινωνίας.

Ο Αρνι Θοράρινσον γράφει ένα μυθιστόρημα που αναδεικνύει τα κοινωνικά προβλήματα τα οποία ταλανίζουν τη χώρα του, το αντίτιμο που πληρώνουν οι συμπολίτες του, και δεν είναι οι μόνοι, για τα ανέμελα χρόνια του παρελθόντος. Η κατάκτηση να κερδίζουμε εύκολα και γρήγορα και η σχετική οικονομική άνεση απομάκρυναν το άτομο από αξίες και όρια. Ο συγγραφέας μιλάει για δυσάρεστα πράγματα με χιούμορ, αν και μερικές φορές τα σχόλιά του γίνονται εξυπνακίστικα, και ανασύρει αγγλικά ποπ και ροκ τραγούδια που σημάδεψαν προηγούμενες δεκαετίες. Ο Θοράρινσον, μολονότι είναι λιγότερο σκοτεινός από τον συμπατριώτη του Ιντρίντασον και λιγότερο μυστηριώδης από τον Νορβηγό Στάλεσεν και τον Σουηδό Λάρσον, μπορεί εξίσου να σταθεί δίπλα τους.

Χ.Σ.

****************

**Ντονάτο Καρίζι

Ο υποβολέας

μτφρ.: Εφη Καλλιφατίδη

εκδόσεις Ωκεανίδα, σ. 633, 22 ευρώ

Μία από τις πιο διαδεδομένες απόψεις σχετικά με την αστυνομική λογοτεχνία ήταν αυτή που θεωρούσε ότι πρόκειται κατά βάθος για ένα παιχνίδι, που παρουσιάζεται υπό τη μορφή αφηγήματος. Το παιχνίδι έγκειται σε κάποιο είδος ανταγωνισμού μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη: ο πρώτος παρουσιάζει ένα «πρόβλημα» και ο δεύτερος προσπαθεί να το «λύσει». (Η σκέψη ανήκει στον Uri Eisenzweig.)

Θα προσθέσω ότι στον γρίφο αυτό, ως κύρια πρόσωπα μέσα στην κατ' εξοχήν αφήγηση, μετέχουν ισόποσα ο αστυνομικός και ο δολοφόνος, σαν ένα δίδυμο αδιαχώριστο, δυο μέλη ίσης τάξεως, ανεξαρτήτως του ηθικού βάρους που τους προσδιορίζει. Διότι, παρ' όλο που για την κοινή αντίληψη αυτοί οι δυο εκφράζουν έναν καθαρό μανιχαϊσμό, σ' ένα βαθύτερο σημείο συνυπάρχουν με φυσικότητα, αφού δεν παύουν να συγκροτούνται από το ίδιο ατελές υλικό των ανθρώπινων περιορισμών. «Αποκαλούμε τους δολοφόνους τέρατα, σημειώνει ο Ντονάτο Καρίζι, γιατί τους νιώθουμε μακριά από μας, γιατί τους θέλουμε "διαφορετικούς". Αντίθετα μας μοιάζουν στα πάντα. Εμείς όμως απωθούμε την ιδέα ότι ένας όμοιός μας είναι ικανός να κάνει τέτοια πράγματα. Κι αυτό, για να δώσουμε εν μέρει άφεση στη φύση μας».

Ο Ντονάτο Καρίζι (1973) ζει και εργάζεται στη Ρώμη όπου ασκεί το επάγγελμα του σεναριογράφου. Οι σπουδές του στα νομικά και την εγκληματολογία γίνονται ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για την κατασκευή τού ανά χείρας μυθιστορήματος, που είναι και το πρώτο στο ενεργητικό του δημιουργού του. Το στόρι αναφέρεται στις προσπάθειες ενός εγκληματολόγου και μιας γυναίκας αστυνομικού να εξιχνιάσουν από κοινού μια υπόθεση εξαφάνισης παιδιών. Ιθύνων νους των εξαφανίσεων, ο κρατούμενος RK-357/9, ένας μανιακός της υγιεινής, ο οποίος δεν θέλει να αφήνει σωματικά ίχνη και αποτελεί αυτό που στην εγκληματολογία ονομάζεται «υποβολέας».

(Η περίπτωση του υποβολέα αφορά την επέμβαση ενός ισχυρού ανθρώπου πάνω σε άτομα, που συμβαίνει να είναι πιο αδύναμες προσωπικότητες. Η επίδραση αυτή γίνεται σε ένα ασυνείδητο επίπεδο επικοινωνίας και δεν προσθέτει εγκληματική πρόθεση στην ψυχή του δράστη, αλλά κάνει να αναδυθεί μια σκοτεινή πλευρά του -αυτή που λίγο-πολύ υπάρχει λανθάνουσα στον καθένα μας. Ετσι το θύμα του υποβολέα καθοδηγείται να πράξει ένα ή περισσότερα εγκλήματα. Τέτοια ήταν η γνωστή περίπτωση του Τσαρλς Μάνσον και της ομάδας του, οι οποίοι ευθύνονται για τη σφαγή του Χέβενς Ντράιβ.)

Με γραφή σχεδόν κινηματογραφική, γρήγορους ρυθμούς και εναλλαγές εικόνων, διαρκείς ανατροπές και το στοιχείο του σασπένς στην αποθέωσή του, ο Καρίζι πλάθει έναν εφιαλτικό κόσμο, στον οποίο η ανθρώπινη ψυχή ξεσκεπάζει όλο της το σκότος. «Το σκοτάδι μάς προσκαλεί, μας μαγεύει με τον ίλιγγό του· και είναι δύσκολο να αντισταθείς στον πειρασμό», λέει η ηρωίδα αστυνομικός που, υποτίθεται, ανήκει στην πλευρά των «καλών», αφού έχει αναλάβει να σώζει χαμένα παιδιά. Οι καλοί και οι κακοί, οι υγιείς και οι διεστραμμένοι, οι υπηρέτες του νόμου και οι παραβάτες του, όλοι έχουν μερίδιο στη σκοτεινή πλευρά.

Το βιβλίο μού θύμισε γνωστά μοτίβα ταινιών του εμπορικού κινηματογράφου, τα οποία, αν και σφραγίζονται από μια κραυγαλέα χροιά νοσηρότητας, δεν παύουν να αποτελούν πεδίο έλξης για τους λάτρεις του αστυνομικού είδους. Παρά ταύτα, οφείλω να συμφωνήσω με τον Ερνστ Μπλοχ, ότι τελικά η αστυνομική λογοτεχνία εξακολουθεί να διαφυλάττει σημασίες που έχουν χαθεί στο «μικροαστικό» μυθιστόρημα.

Κ.Λ.

**Σιμόν ντε Μποβουάρ

Το δεύτερο φύλο

μτφρ.: Τζένη Κωνσταντίνου

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 989 44,21 ευρώ

Οταν η Σιμόν ντε Μποβουάρ γράφει στο Δεύτερο φύλο «δεν γεννιέται κανείς γυναίκα, γίνεται», κομίζει το παράδοξο στη συζήτηση περί φύλου και σεξουαλικότητας που μόλις και είχε ανοίξει. Πώς γίνεσαι αυτό που δεν είσαι; Τι είναι το φύλο; Πώς διαμορφώνεται; Από ποιον; Σε ποιον χρόνο; Για την Μποβουάρ η γυναίκα ήταν το α-δύνατο φύλο, μια ταυτότητα δίχως υπόσταση, μια πολιτισμική μεταβλητότητα που εγγράφεται ως αυτό το Αλλο της αντρικής ηδονής. Το σώμα για την Μποβουάρ είναι ένας βουβός τόπος που ανακτά τον έλλογο χαρακτήρα του από το νόημα που του παρέχει το κοινωνικό φύλο, ο πολιτισμικός κανόνας. Αυτή η διάκριση του βιολογικού με το κοινωνικό φύλο διαθέτει τα έμφυλα σώματα σε μια πολυσημία που ξεπερνά τον φαινομενικό τους δυϊσμό. Είναι αυτό το γίγνεσθαι του φύλου, αυτή η κατασκευή της σεξουαλικότητας, η απομάκρυνσή της από το καταγωγικό, βιολογικό της ίχνος, αυτή η αποφυσικοποίησή της εν τέλει.

Οταν λοιπόν η Μποβουάρ υποστηρίζει ότι δεν «γεννιέται κανείς γυναίκα, γίνεται» διατρανώνει την πίστη της στο πολιτισμικό πεπρωμένο που επικαθορίζει και τις έμφυλες διαφορές του. Είναι αυτό το δυνατό υποκείμενο που εγκαταλείπεται στις αποφασισμένες του επιλογές. Για την Μποβουάρ μπορεί να γίνει κανείς γυναίκα ακόμη και όταν δεν ανήκει στο γένος της γυναίκας, όχι με την έννοια της παρενδυσίας αλλά της υπακοής στο σώμα του φύλου, στην ενσώματη αλήθεια του. Είναι αυτή ακριβώς η εκτροπή της παθητικότητας του βιολογικού στην ενεργητική αλήθεια του πολιτισμικού υπερνοήματος. Σ' αυτή τη διαθεσιμότητα μάλιστα όπου το γυναικείο φύλο είναι και το μόνο που ορίζεται για την Μποβουάρ ως φύλο, αυτό όμως το φύλο της έλλειψης, το Αλλο της αντρικής, οντολογικής ακεραιότητας. Το υποκείμενο στην Μποβουάρ είναι πάντα το αντρικό υποκείμενο, ένα αφηρημένο, πνευματικοποιημένο, αποσωματοποιημένο υποκείμενο, μιας προ και μετά σωματικής ελευθερίας. Σε αντίθεση με αυτό το γυναικείο Αλλο που είναι πάντα εγγεγραμμένο στη χαρακτηριστική του σωματικότητα. Μια καρτεσιανή οντολογία όπου το Άλλο της ελευθερίας δεν είναι παρά αυτή η σωματική καθήλωση, αυτή η ενσαρκωμένη εγγραφή. Οταν η Μποβουάρ επιζητά την απελευθέρωση του γυναικείου φύλου το κάνει μέσα στο φαλλογοκεντρικό πλαίσιο μιας φιλοσοφικής παράδοσης που αντιπαραθέτει πάντα το αδύναμο σώμα στο ελευθέριο πνεύμα εκεί που διαμορφώνει και τις ιεραρχίες του.

Από τη μια λοιπόν αυτή η υπεροχή της «αλήθειας» του βιολογικού, η «αλήθεια» του έμφυλου δυισμού του που αδυνατεί όμως να συγκροτήσει μια ενιαία και αδιαίρετη ταυτότητα και από την άλλη η θέση που θέλει την έμφυλη μονάδα να νοηματοδοτείται από την κατασκευή του κοινωνικού. Οταν το κοινωνικό φύλο εγκαθιδρύει τη διαφορά του στο αδιαφοροποίητο, τη μεταβλητότητά του σ' ένα πρότερο παγιωμένο σχήμα. Μια ερμηνεία που εντάσσει την έμφυλη ταυτοτική αυτοσυνειδησία στο ρηξιγενές του πολιτισμικού. Οι άντρες έτσι ή οι γυναίκες δεν αναγνωρίζονται στη σωματική τους κατασκευή, στην έμφυλη διαφορά τους, στην έλλειψη ή την προσαύξησή της, σ' αυτή τη γεγονοτολογία του βιολογικού, αλλά σ' αυτή τη διαθεσιμότητα του πολιτισμικού λόγου. Αυτό κομίζει η Μποβουάρ στη φεμινιστική σκέψη, διανοίγοντάς της ένα ευρύτατο πεδίο που κάποτε θα το οδηγήσει και στις αναπόφευκτες ακρώρειές του.

Το υποκείμενο του Δεύτερου φύλου είναι ένα υποκείμενο αναγκαστικά αφιερωμένο στη δομή από την οποία επιδιώκει τη χειραφέτησή του, δηλαδή ένα αμυντικό υποκείμενο, μια αφετηρία απ' την οποία αναδύεται μια ολόκληρη πολιτική, αυτή της απελευθέρωσης του φύλου, της απελευθέρωσης των γυναικών. Το Δεύτερο φύλο θα διαβαστεί πολύ από την εποχή που πρωτοεκδόθηκε, το 1949, θα μπει στη μαύρη λίστα του Βατικανού, θα εμπνεύσει μια ολόκληρη σκέψη, στη συνέχεια θα αμφισβητηθεί, αλλά θα έχει ήδη χαράξει ακόμη μια δυνατότητα του ανθρώπου.

Α.Α.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο μικρόκοσμος του βιβλίου
Κήρυγμα του προδομένου λόγου
«Κριτικώς ελεύθερη»
Ο Εθνικός Διχασμός και η Εκκλησία
Ο σφαγέας του ονείρου και της πραγματικότητας
Η γνώση αντίδοτο φυγής
Το Μαύρο Βιβλίο
Ιδιότυπη Εθνική Βιομηχανία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο μικρόκοσμος του βιβλίου
Κήρυγμα του προδομένου λόγου
«Κριτικώς ελεύθερη»
Ο Εθνικός Διχασμός και η Εκκλησία
Τρία διαφορετικά βιβλία
Ο σφαγέας του ονείρου και της πραγματικότητας
Η γνώση αντίδοτο φυγής
Το Μαύρο Βιβλίο
Ιδιότυπη Εθνική Βιομηχανία
Συνέντευξη: Ταχέρ Μπαχά
Ο Ταχέρ Μπαχά στην Αθήνα
Από τις 4:00 στις 6:00
Πολύχρωμα τραγούδια
Είναι η νέα Joni Mitchell?