Έντυπη Έκδοση

ΣΑΝΤΕΚ ΧΕΝΤΑΓΙΑΤ

Ο σφαγέας του ονείρου και της πραγματικότητας

Σαντέκ Χενταγιάτ

Η τυφλή κουκουβάγια

μτφρ.: Φωτεινή Σιδηροπούλου, Τουράντζ Γιαζντανί

εκδόσεις Τόπος, σ. 176, 14,94 ευρώ

Μαύρα, γλιστερά φυλλώματα στο ύψος των ματιών. Χοντροί κορμοί που λικνίζονται σαν πνεύματα κακά. Φίδια. Το χώμα, λασπωμένο, σείεται μαζί τους. Πόσοι πριν από εμένα κάθισαν μπροστά σε μια λευκή κόλλα χαρτί, τα αντικείμενα τακτοποιημένα πάνω στο γραφείο τους, το κεράκι να καίει στη φωτιά του, προσπαθώντας να δουν καθαρότερα τον εαυτό τους μέσα στο δάσος των λυγμών. Πόσοι πριν από εμένα είδαν τη σκιά του αιώνιου χιονιού στον καθρέπτη.

Απόψε βαπτίζομαι Σαντέκ Χενταγιάτ. Γεννήθηκα στην Τεχεράνη το 1903. Ταξίδεψα για σπουδές στο Βέλγιο το 1925 και στη Γαλλία εγκαταστάθηκα το 1926. Εκεί έκανα την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας, από την οποία με έσωσαν περαστικοί. Επέστρεψα στο Ιράν το 1930 και έγινα μέλος της Ομάδας των Τεσσάρων, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη περσική λογοτεχνία. Εγραψα μυθιστορήματα, διηγήματα, ένα θεατρικό και μετέφρασα στα περσικά Κάφκα, Πόε, Σαρτρ, Μοπασάν. Το σημαντικότερο βιβλίο μου, «Η τυφλή κουκουβάγια», πρωτοεκδόθηκε στη Βομβάη σε μια έκδοση 50 αντιτύπων το 1936. Εργάστηκα πάνω στο χειρόγραφο 10 ολόκληρα χρόνια. Αυτοκτόνησα το 1951 στο Παρίσι και θάφτηκα στο κοιμητήριο Pere Lachaine. Τα έργα μου είναι απαγορευμένα στο Ιράν.

Ας συγχωρέσει ο αναγνώστης την ταύτιση με τον σημαντικότερο Ιρανό συγγραφέα του 20ού αιώνα, αυτόν τον αιθέριο άνθρωπο (όπως τον αποκάλεσε ο επίσης Ιρανός Αμπάς Μαρουφί), «που υπήρχε και δεν υπήρχε», που «σαν τον υδράργυρο, σαν την ομίχλη, σαν την πνοή», η ύπαρξή του γινόταν φανερή μόνον «στον κρύο αγέρα». Ο Σαντέκ Χενταγιάτ «ήταν αυτή η όψη του θανάτου, ήταν ή όψη της ζωής», γράφει στο βιβλίο του Το σώμα του Φαρχάντ ο ίδιος. «Με μεγάλα μαύρα μάτια, απαλά φρύδια, λεπτή μύτη και μικρό στόμα, προοριζόταν γι' αυτόν να κυλήσει κάτι τόσο σημαντικό, όπως μια σταγόνα νερό, και να αναγγείλει την κατάσταση της ανθρωπότητας». Πάραυτα εγώ δεν μπορώ να πράξω διαφορετικά. Δεν μπορώ να αποσιωπήσω την έλξη που μου ασκεί απόψε η μοναξιά αυτού του ανθρώπου έτσι όπως τον γνώρισα μέσα από τις σελίδες του αριστουργήματός του.

Ναι, σίγουρα η ζωή στις παρυφές της ύπαρξης, εκεί που σμίγει το φως με το σκοτάδι και ελλοχεύει η δίχως δράση σωματικότητα, πρέπει να μας κάνει να αισθανόμαστε λιγότερο σημαντικοί, όμως υπάρχουν στιγμές που ο οργανισμός μας, δίχως να ξέρουμε το γιατί ή το πώς, πλησιάζει ασυναίσθητα προς την πηγή του σκοταδιού ή του φωτός αναζητώντας το κάτι παραπάνω. Δεν σας έχει τύχει ποτέ να κοιτάζετε το αντικείμενο του έρωτά σας διαισθανόμενοι πως μια μυστική δύναμη σας τραβά σαν μαγνήτης προς το μέρος όπου αυτό βρίσκεται; Αραγε πηγαίνουμε εμείς προς αυτό ή εκείνο έρχεται προς εμάς; Ή μήπως τίποτε από τα δύο; Το ίδιο ισχύει και τώρα, το ίδιο κάθε φορά που αισθανόμαστε την ανάγκη να ανατρέξουμε σε ένα πραγματικό αριστούργημα. Είναι η δύναμη της καλής λογοτεχνίας, φαντάζομαι, ο λόγος που συμβαίνει αυτό. Υπάρχουν μυθιστορήματα που διαβάζονται γραμμικά. Στο τέλος της ευθείας, αν έχει τύχη καλή ο συγγραφέας, εγκαταλείπονται οριστικά. Υπάρχουν αλλά που η ανάγνωσή τους εντυπώνεται στον νου. Συνεπαρμένοι απ' το στροβιλώδες άρωμα που αναδίδουν, διαγράφουμε κύκλους μέσα στα τοπία της ψυχής που υπαινίσσονται. Η αναγωγική, αναλυτική, κριτική προσέγγισή τους είναι έργο φυγόπονο γιατί τα κομματιάζει απρόσκοπτα. Εκείνα απλά υπάρχουν όπως τα φυσικά αντικείμενα γύρω μας. Επιστρέφουν όταν επικαλούμαστε τους κόσμους τους, και προτού γίνουν ξανά σιωπηλοί μας συνακόλουθοι στον κόσμο της ζωής, μετασχηματίζονται ξαφνικά σε ενεργούς ήρωες του πάθους που μας κατακλύζει ή μας υπομένει. Ενα τέτοιο έργο καθαρής δημιουργικής πνοής είναι η Τυφλή Κουκουβάγια του Χενταγιάτ. Ο αναγνώστης απ' την πρώτη στιγμή δένεται εξάπαντος μαζί του. Δεν μπορεί να το ξεχάσει, όπως δεν μπορεί να ξεχάσει τη φευγαλέα λάμψη της λεπίδας ενός σπαθιού κάτω από τον ήλιο, καθώς ορμά προς το κεφάλι. Ακόμη περισσότερο δεν μπορεί να ξεχάσει τον συγγραφέα του. Ειδικά όταν το πάθος που αυτός περιγράφει γίνεται το δικό του πάθος, η μοναξιά μιας νύχτας εγκατάλειψης ας πούμε. Τότε, για να αρχίσουμε να μιλάμε για το βιβλίο του, συνειδητά ή ασύνειδα μιμούμαστε αναπόφευκτα τη φωνή του. Τον ίδιον!

Στο Μήνυμα του Κάφκα, έργο που είδε το φως της δημοσιότητας 12 χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, το 1963 στην Τεχεράνη, διαβάζουμε: «Ο άνθρωπος ζει μοναχός, μόνος κι απροστάτευτος, σε μια αφιλόξενη, άγνωστη χώρα, που δεν είναι πατρίδα του. Με κανέναν δεν μπορεί να νιώσει ότι τον συνδέει φιλία ή αγάπη... Δεν είναι ελεύθερος ούτε καν στις σκέψεις, στη στάση του. Νιώθει πάντα ότι τον έχουν συλλάβει, θέλει συνέχεια να απολογείται... Κι αυτό φέρνει φόβο κι ανησυχία. Σε αυτό τον ξένο κόσμο συναντάμε πόλεις και ανθρώπους -καμιά φορά και κάποια γυναίκα. Τον διάδρομο όμως στο οποίο πιαστήκαμε πρέπει να τον διαβούμε με το κεφάλι χαμηλά, γιατί κι από τις δύο μεριές έχει τείχη και ανά πάσα στιγμή μπορεί να μας σταματήσουν και να μας συλλάβουν. Γιατί μας κυνηγάει μια σφραγισμένη καταδίκη, και τους νόμους που στήνουν μπροστά μας δεν τους ξέρουμε, κι ούτε υπάρχει κάποιος να μας καθοδηγήσει... Η ζωή μας είναι ένα μοναδικός εφιάλτης στον τροχό της δικαιοσύνης. Στο τέλος μάς καταδικάζουν σε θάνατο κι ένα πνιγηρό μεσημέρι κάποιος που μας συνέλαβε εν ονόματι του νόμου μάς χώνει ένα λεπίδι στην καρδιά και καταλήγουμε σαν το σκυλί. Ο δήμιος σωπαίνει, το ίδιο και το θύμα». Αυτές οι σκέψεις φαίνεται να συνόδευαν τον Χενταγιάτ και στη συγγραφή της Τυφλής Κουκουβάγιας που είναι ένα βιβλίο για τη μοναξιά.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Χενταγιάτ ήταν ένθεος ή άθεος. Σε ένα σημείο, ο αφηγητής της Τυφλής Κουκουβάγιας λέει: «Εμένα όμως το μόνο πράγμα που με ενδιαφέρει είναι αν η νύχτα μπορεί να αντέξει μέχρι να έρθει το επόμενο πρωί. Σε σύγκριση με τον θάνατο, η θρησκεία και η πίστη στον Θεό μού φαίνονται χάσιμο χρόνο για τους ανθρώπους που νιώθουν υγιείς κι ευτυχισμένοι». Ο έντονα φορτισμένος λόγος του στο Μήνυμα του Κάφκα και η σθεναρή κατηγορηματικότητα του συγκεκριμένου αυτού χωρίου δείχνουν έναν άνθρωπο με έντονους φιλοσοφικούς προβληματισμούς γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τη θεϊκή πραγματικότητα. Βέβαια και γνώριζε το έργο του Σαρτρ και του Αλμπέρ Καμί, αλλά οι στοχασμοί του μοιάζουν να πηγάζουν εκ των έσω κι όχι από κάποια θεωρία που διάβασε στα νιάτα του ως περιπλανώμενος εμιγκρές στο Παρίσι. Χρησιμοποιεί τη λέξη «νόμος» σε σημασιολογική αντιπαλότητα προς τους νόμους του Θεϊκού Λόγου, που στόχο έχουν να συγκροτήσουν μια κοινότητα ανθρώπων κάτω από τη σκέπη του Θεού. Επίσης χρησιμοποιεί συχνά πληθώρα «αρνητικών» επιθέτων και ουσιαστικών και διαβιβάζει στον αναγνώστη του αισθήματα εγκατάλειψης και ερημιάς. Σταδιακά μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν η μοναξιά για την οποία κάνει λόγο είναι αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος, αυτής της προαιώνιας σχέσης που δημιουργήθηκε ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, ή της νοσταλγίας που αισθάνεται ο άνθρωπος για «θεϊκές» και ησιόδειες πραγματικότητες, που ωστόσο ουδέποτε αντίκρισαν το φως του ήλιου της γης. Τέλος, αξίζει από τα παραπάνω να παρατηρηθεί πως η γλώσσα που χρησιμοποιεί δεν είναι διόλου τραγική, όπως εύκολα μπορεί να εικάσει κανείς. Το τραγικό στοιχείο προϋποθέτει την άρση των δύο αντίθετων ψυχολογικών καταστάσεων, της αισιοδοξίας και της απαισιοδοξίας. Ο Οιδίποδας είναι τραγικός γιατί ακριβώς δεν είναι ούτε χαρούμενος ούτε δυστυχισμένος, αλλά σοφός, αφού γνωρίζει καλά τα μυστικά τερτίπια της μοίρας. Η λύπη του είναι η λύπη της ανθρωπότητας, που από τη στιγμή της γέννησης βιώνει πάνω στο πετσί της την αλλαγή, τη διάψευση των στόχων· το άζυμο γέλασμα του πεπρωμένου εναντίον της. Είναι όμως αδύνατον για τον ίδιο να μη νιώθει και κάποια κρυφή αγαλλίαση που γνωρίζει το μυστικό των Θεών, την κυριαρχία του μηδενός στον κόσμο. Στην πραγματικότητα αυτές οι καταστάσεις είναι όψεις του ίδιου νομίσματος, δηλαδή της απόγνωσης με την κυριολεκτική σημασία της λέξης αυτής ως απώλειας του μερίσματος σοφίας που αντιστοιχεί στον άνθρωπο. Το μήνυμα όμως του Χενταγιάτ είναι ολοφάνερα μήνυμα απαισιοδοξίας. Στο κατώφλι του 20ού αιώνα, με τον λόγο του ανθρώπου διάτρητο, την εικόνα του κοσμοειδώλου του διαρρηγμένη, και τον Θεό απόντα, δεν υπάρχει θέση ούτε καν για αυτό το περιούσιο μηδέν, γιατί η έννοια του όλου κείται νεκρή, αν ήδη δεν έχει περάσει στη σφαίρα του μύθου. Η φωνή του είναι η φωνή του ανθρώπου που έχει χάσει την ικανότητα να διακριβώνει το «είναι» πίσω από τα φαινόμενα, γιατί όλα τα αντίθετα της παραδοσιακής σκέψης έχουν ολότελα εξαφανιστεί. Γι' αυτόν υπάρχει μόνον η άβυσσος, που στη γλώσσα των ζωντανών, στο καθημερινό βίωμα του ανθρώπου δηλαδή, παίρνει τη μορφή του θανάτου και της μη ύπαρξης. Της αρρώστιας! Μέσα σε αυτήν ο άνθρωπος είναι και νιώθει ανήμπορος. Τελεία και παύλα. Η ύπαρξή του μετασχηματίζεται σε κύκλους και βρίσκεται συνεχώς σε αντίφαση με τον εαυτό της.

Αφηγητής της Τυφλής Κουκουβάγιας είναι ένας ζωγράφος που ζει κάπου αποτραβηγμένος. Για να ζήσει ζωγραφίζει ξύλινες κασετίνες για πένες, με το ίδιο πάντα μοτίβο: ένα κορίτσι με μαύρο φόρεμα δίνει σε έναν σκυφτό γέροντα ένα λουλούδι, ένα χωνάκι. Οταν ο θείος του ζωγράφου, δηλαδή ο πατέρας του, τον επισκέπτεται στο ταξίδι της επιστροφής του από την Ινδία, ο αφηγητής του προσφέρει ένα παλιό σταμνί με κρασί ξεχασμένο στο ράφι. Ανεβαίνει στο σκαμνί και τη στιγμή που κάνει να πιάσει το μπουκάλι, από τον φεγγίτη πάνω από το ράφι, στην αλάνα πίσω από το σπίτι του, βλέπει τη γνώριμη εικόνα: ένα νεαρό κορίτσι σαν άγγελος εξ ουρανού σκύβει και προσφέρι με το δεξί του χέρι ένα μοβ χωνάκι στον γέροντα που κάθεται σκυφτός στη ρίζα του κυπαρισσιού τρώγοντας το νύχι από τον δείκτη του αριστερού του χεριού.

«Το κορίτσι στεκόταν ακριβώς απέναντί μου. Μου φάνηκε όμως ότι δεν έβλεπε τίποτε γύρω του. Κοίταζε μπροστά του, χωρίς να βλέπει τίποτα. Στις άκρες των χειλιών του είχε παγώσει ένα φοβισμένο, γοητευτικό χαμόγελο, λες και σκεφτόταν κάποιον που ήταν απών... Είχε ψηλά ζυγωματικά, φαρδύ μέτωπο, λεπτά και σμιχτά φρύδια, και μισάνοιχτα σαρκώδη χείλη, που έδιναν την εντύπωση πως μόλις χώρισαν από ένα μακρύ παθιασμένο φιλί κι ακόμη διψούσαν».

Ο αφηγητής ψάχνει παντού αυτό το κορίτσι. Επειτα από δύο μήνες και τέσσερις ημέρες, όταν τελικά πείθεται ότι ένα τέτοιο αιθέριο πλάσμα είναι αδύνατο να ζει σε αυτόν τον αχρείο κόσμο, ξαφνικά το βλέπει να κάθεται μπρος στο σπίτι του. Του ανοίγει την πόρτα και αυτό μπαίνει μέσα στο σπίτι του. Εκείνο ξαπλώνει στο κρεβάτι, λιποθυμάει και πεθαίνει.

«Μετά, σηκώθηκα και πήγα αργά προς το μέρος της... Στο σώμα της κουλουριάζονταν κιόλας μικρά σκουλήκια. Στο φως των κεριών δύο χρυσόμυγες την τριγύριζαν. Ηταν νεκρή. Τότε πώς άνοιξε τα μάτια της; Μήπως ήταν όλα της φαντασίας μου; Μη με ρωτάτε. Ενα πράγμα είχε σημασία για μένα, το πρόσωπό της, όχι, τα μάτια της. Τώρα είχα φυλακίσει αυτά τα μάτια. Είχα σχεδιάσει την ψυχή της στο χαρτί. Το σώμα της, που ήταν καταδικασμένο στο εφήμερο και θα γινόταν τροφή για τους αρουραίους, δεν είχε καμιά σημασία για μένα... Τι θα έκανα με το πτώμα, ένα πτώμα που είχε κιόλας αρχίσει να σαπίζει; Στην αρχή σκέφτηκα πως θα μπορούσα να το θάψω στο δωμάτιό μου. Μετά, μου φάνηκε καλύτερο να το σύρω έξω και να το ρίξω στο πηγάδι, το οποίο σκέπαζαν μοβ χωνάκια... Τώρα δεν είχα πια κανέναν δισταγμό. Εφερα το μαχαίρι με την κοκάλινη λαβή, που είχα στο αποθηκάκι μου, κι έσκισα στην αρχή με μεγάλη φροντίδα το λεπτό μαύρο φόρεμά της... Μου φάνηκε ότι στο μεταξύ είχε μεγαλώσει... Εκοψα το κεφάλι της. Σταγόνες παγωμένου, πηχτού αίματος έσταξαν από το λαρύγγι της. Μετά, έκοψα τα χέρια και τα πόδια της, έβαλα μες στη βαλίτσα τον κορμό και από πάνω τα μέλη, τα σκέπασα με το φόρεμα, κλείδωσα τη βαλίτσα κι έβαλα το κλειδί στην τσέπη μου... Βγήκα από το σπίτι, μήπως και βρω κάποιον να με βοηθήσει... Λίγο πιο μακριά είδα μες στην ομίχλη έναν σκυφτό γέρο να κάθεται κάτω από ένα κυπαρίσσι. Το πρόσωπό του δεν το αναγνώρισα καθώς ήταν κρυμμένο πίσω από ένα φαρδύ σάλι. Τον πλησίασα αργά. Δεν πρόλαβα να πω λέξη κι ο γέρος γέλασε δυνατά. Το γέλιο του ήταν τόσο ξερό και αποκρουστικό, να σου σηκώνεται η τρίχα. "Αν χρειάζεσαι αχθοφόρο, είμαι πρόθυμος. Εχω και νεκρική άμαξα". Σηκώθηκε. Γύρισα στο σπίτι μου, μπήκα αμέσως στο δωμάτιο κι έσυρα με πολλή προσοχή και προσπάθεια τη βαλίτσα μέχρι την πόρτα της εισόδου. Εκεί είδα μια παλιά σαραβαλιασμένη νεκρική άμαξα, στην οποία ήταν ζεμένα δύο μαύρα σκελετωμένα άλογα, στα τελευταία τους».

Εχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε πως ο αφηγητής αφιερώνει μόνο το 1/3 της συνολικής έκτασης στο αιθέριο πλάσμα που τελικά κομματιάζει μετά τον θάνατό του. Στα υπόλοιπα 2/3 της αφήγησης ο λόγος του θα γίνει λιγότερο νατουραλιστικός και περισσότερο εξπρεσιονιστικά φιλοσοφικός και ψυχολογικός για να επιστρέψει και πάλι στην υποτυπώδη πλοκή του πρώτου μέρους, αυτή τη φορά όμως με διαφορετικά πρόσωπα να εμπλέκονται σε αυτήν. Είναι σε αυτή την ενότητα που μαθαίνουμε ότι ο αφηγητής είναι παντρεμένος με μια γυναίκα, της οποίας το όνομα ουδέποτε πληροφορούμαστε αλλά την αναγνωρίζουμε με ένα προσωνύμιο, «τσούλα». Γνωρίζονται από παιδιά και πρωτοερωτεύτηκαν έφηβοι ακόμη στις όχθες του ποταμού Σουρέν. Εν τω συνόλω η μεταξύ τους σχέση μπορεί να χαρακτηριστεί αμφιθυμική. Ομως ο αφηγητής την απεχθάνεται, τη μισεί. Εκτός από την «τσούλα» γυναίκα του στο τρίτο αυτό μέρος αναφέρεται ένας χασάπης, ένας παλιατζής, η αμέ (η παραμάνα) του αφηγητή, που όπως όλα δείχνουν έχει και την πιο κοντινή και ανθρώπινη σχέση μαζί του, και ο αδελφός της συζύγου. Αξίζει να σημειωθεί πως τόσο ο παλιατζής όσο και ο χασάπης υιοθετούν στάσεις και συμπεριφορές που μοιάζουν με εκείνες του γέροντα με το τρανταχτό γέλιο, που το μόνο που ήξερε ήταν να τρώει το νύχι του δείκτη του αριστερού του χεριού. Ο γέροντας, που από την πρώτη εμφάνισή του έχει αλλάξει τουλάχιστον 3 έως και 4 συμπεριφορές, υποδηλώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη σταδιακή αποκάλυψή του ως υπόσταση θανάτου, συνεχίζει να ορίζει τον ορίζοντα της τρίτης ενότητας του βιβλίου. Οι επαναληπτικές αναφορές στο πρόσωπό του αποκτούν τη διάσταση της σάγκας, είδος που ως γνωστόν χρησιμοποιείται ευρέως από Αραβες και Ιρανούς λογοτέχνες. Το βιβλίο έτσι μεταδίδει στον αναγνώστη την αίσθηση της κυκλικότητας του χορού σακόν ή των δερβίσηδων.

Αν εξαιρέσουμε το δεύτερο, εμβόλιμο, τμήμα του βιβλίου, στο οποίο ο αφηγητής μιλά στοχαστικά και εποπτικά για τον εαυτό του, τα υπόλοιπα δύο αντιστοιχούν στη νατουραλιστική ανάπλαση της ονειρικής και της ρεαλιστικής πραγματικότητάς του. Η δεύτερη θα καταλήξει το ίδιο δραματικά με την πρώτη:

«Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου ήρθαν στον νου τα νεκρά αρνιά που κρέμονταν στο χασάπικο. Και τότε η τσούλα μού φάνηκε σαν ένα σκέτο κομμάτι κρέας. Είχε χάσει τη θελκτικότητα και τη γοητεία της... Κι έβλεπα με φρίκη ότι είχε μεγαλώσει, είχε ωριμάσει, ενώ εγώ είχα μείνει παιδί... Ηταν μια γυναίκα που δινόταν σε όλους, εκτός από εμένα. Εμένα με παρηγορούσαν οι θολές αναμνήσεις μιας εποχής που το πρόσωπό της ήταν απαλό και παιδικό, θελκτικό και ξένοιαστο, και στα μάγουλά της δεν υπήρχαν τα σημάδια από τα δόντια του αφηγητή του γερο-παλιατζή. Οχι, δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο που ήξερα όταν ήμουν παιδί... Ξαφνικά, ένιωσα μέσα μου μια υπεράνθρωπη δύναμη. Το μέτωπό μου πάγωσε. Σηκώθηκα, έριξα τον αμπά στους ώμους μου, τύλιξα δυο τρεις φορές το σάλι στο κεφάλι μου, έσκυψα, πήρα το μαχαίρι με την κοκάλινη λαβή, που είχα κρύψει στην κασετίνα, και πατώντας στις μύτες των ποδιών μου, κατευθύνθηκα προς το δωμάτιο της τσούλας... Παραμόνεψα και άκουσα τη φωνή της. "Ηρθες; Βγάλε το σάλι σου" την άκουσα να λέει... Ξεντύθηκα τελείως. Αλλά δεν ξέρω γιατί ξάπλωσα δίπλα της στο κρεβάτι κρατώντας το μαχαίρι... Μετά αγκάλιασα εκείνο το υπέροχο, υγρό, ευχάριστα ζεστό σώμα, αναζητώντας το αδύνατο, χλομό, λεπτό κορίτσι με τα μεγάλα, αθώα τουρκμένικα μάτια, που έπαιζε μαζί μου κρυφτό στις όχθες του Σουρέν... Προσπάθησα να λευτερωθώ από το άγριο αγκάλιασμά της, αλλά δεν μπορούσα να κάνω την παραμικρή κίνηση. Κάθε προσπάθειά μου ήταν μάταιη, λες κι είχαν κολλήσει τα κορμιά μας. Νόμισα ότι τρελάθηκε. Μες στην πάλη κούνησα ασυναίσθητα το χέρι μου κι ένιωσα το μαχαίρι, που το κρατούσα γερά, να μπαίνει στο σώμα της. Ενα ζεστό υγρό έτρεξε στο πρόσωπό μου. Φώναξε, με άφησε... Ηταν νεκρή».

Με τη συγκεκριμένη ανάπτυξη φόρμας το αφήγημα ακολουθεί υποτυπωδώς την ατραπό ενός αρχιτεκτονικού μυθιστορήματος, γιατί το δεύτερο και τρίτο μέρος όχι μόνο διευρύνει την κατανόηση του πρώτου αλλά και συγκροτεί τον ορίζοντα σύνθεσής του: ο αφηγητής βιώνει «το ανέσπερο της μοναξιάς», όπως θα έλεγε ο Τόμας Μαν, στην πραγματική του ζωή. Η μοναξιά του δεν ακολουθεί πλέον φυσιολογικούς ρυθμούς. Με και μέσα στη μοναξιά του, δεν ανατέλλει γι' αυτόν μια νέα δυνατότητα ελεύθερης ύπαρξης, τέτοια που θα μπορούσε να ενδυναμώσει τον πόθο του για την ανεύρεση της ιδανικής γυναίκας. Εγκλωβισμένος στην πραγματικότητα, το όνειρο αργοπεθαίνει μαζί του πριν καλά καλά αυτός ανοιχτεί σε εκείνο. Κι όχι μόνο τούτο, αλλά επειδή γνωρίζει πως ο άνθρωπος γεννιέται για να πεθάνει μόνος του -ανίκανος έστω και στο ελάχιστο να μεταδώσει τον εαυτό του στους άλλους- σε έναν κόσμο που πάσχει από έλλειψη διαφάνειας, επιμελείται με τα ίδια του τα χέρια έναν δεύτερο θάνατο· ως μέσο καθαγιασμού της ονειρικής πραγματικότητας ή ως μέσο ερωτικής ένωσης μαζί της, επιλέγει την κατακρεούργηση του ιδανικού νεκρού του. Από την άλλη, η δεύτερη σφαγή δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα της οργής και του μίσους που αισθάνεται ο αφηγητής για την τσούλα γυναίκα του. Το μαχαίρι που διεισδύει αργά στο ζεστό και ηδονικό κορμί της γυναίκας του ξέρουμε ότι μπορεί να υποκινείται από την ασύνειδη επιθυμία του να μπει ο ίδιος μέσα στο κορμί της ολόκληρος, με άλλα λόγια, από αυτή τη μονάκριβη νοσταλγία του μοναχικού για έναν κόσμο άμορφης ένωσης.

Βέβαια, ο αναγνώστης θα τεθεί προ αδιεξόδου επιχειρώντας να ερμηνεύσει το ψυχολογικό προφίλ αυτού του παράξενου ανθρώπου με όρους πραγματολογικούς. Για το βιβλίο έχουν γραφτεί πλήθος άρθρων και μονογραφιών που προσπαθούν με τον τάδε ή δείνα τρόπο να μεθοδεύσουν τη ροή του λόγου του αφηγητή. Υπάρχουν μελέτες που ερμηνεύουν το βιβλίο φροϋδικά, άλλες που προβάλλουν το επιχείρημα πως είναι η μυθιστορία των δύο φύλων· αφ' ενός της γυναίκας που (ετερο)φωτίζεται με και μέσα στα πράγματα, και της οποίας η μοναξιά είναι η γεμάτο δυσχέρειες ελευθερία της άνευ θεμέλιου αυθυπαρξία της γης, και εντούτοις είναι υποτελής στην ισχύ του άλλου -των ανδρικών μερών της- προτού γίνει επίσης ναρκισσιστική, και αφ' ετέρου του άνδρα που απλώς ξέρει να ανακλάται στα πράγματα, και του οποίου η μοναξιά είναι πρωταρχικώς εξουσιαστική (εξαιτίας της βαρύτητας που ασκεί πάνω στο πνεύμα του η εγωκεντρική του δυσχέρεια), προτού γίνει επίσης υποτελής. Τέλος, υπάρχουν μελέτες που προσπαθούν να συνδέσουν το περιεχόμενο του βιβλίου με τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές μορφές που αναδύθηκαν στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, καθώς και με τον ιρανικό μυστικισμό. Οι επιδράσεις είναι πολλές και άξιες κάθε λόγου, ωστόσο αυτό που έχει απείρως σημαντικότερη σημασία για τον αναγνώστη και τον μελετητή είναι να καταλάβει τη μυστική ουσία του έργου αυτού, που δεν είναι άλλη από την ίδια τη μοναξιά του. Το έργο αυτό δεν μας μιλά για τη μοναξιά ενός ανθρώπου, είναι η ίδια η μοναξιά· η προσπάθεια ενός ανθρώπου να καταφέρει το σχεδόν αδύνατο: να μεταδώσει τον εαυτό του.

Αν μπορούσαμε να αναπαραστήσουμε ζωγραφικά το βιβλίο αυτό θα χρησιμοποιούσαμε τα παραισθητικό μοβ των φοβιστών ή το στροβιλώδες κίτρινο των σύννεφων του Βαν Γκογκ, γιατί τίποτε απ' όσα αναφέρονται σε αυτό δεν συνοδεύεται από την εξήγησή του: Ούτε οι δύο σφαγές, ούτε ο χωρο-χρόνος μέσα στον οποίο συμβαίνουν· ούτε η επαναληπτική παρουσία του γέροντα που τρώει τα νύχια του και γελάει τρανταχτά ούτε η εμφάνιση της νεκρικής άμαξας μέσα από το πηχτό σκοτάδι για να παραλάβει τον σφαγέα με τη βαλίτσα του. Αυτό που κρατάμε στα χέρια μας είναι μάλλον ένα αφήγημα καταστάσεων, ανεπανόρθωτα πληγμένων από τον ορθό λόγο, που φιλοσοφικά θα μπορούσαν να προσδιοριστούν ως οριακές (Γιάσπερς), και που συγκροτούνται κειμενολογικά από τη διάθεση του συγγραφέα να δείξει την επιστροφή του ανθρώπου στις ρίζες του, δηλαδή στον μυστικισμό. Είμαστε πάντα μόνοι, πάντα με τους άλλους. Η μοναξιά είναι το όνομα της πληρότητας, αντιστραμμένης. Μας έλκει και μας απωθεί γιατί με και μέσα στη μοναξιά νιώθουμε τις φωνές του κόσμου να μας καλούν να τις πλησιάσουμε. Είμαστε μόνοι γιατί είμαστε πολλοί! Αυτή φαίνεται να είναι η κυρίως θέση του. Και τόσο αφηγητής όσο και αφήγηση γεννιούνται ταυτόχρονα τη στιγμή που υπόσταση και λόγος αποκτούν συνείδηση αυτού του γεγονότος και αναφορικότητα στον κόσμο της ζωής. Τότε διακριβώνεται η απουσία διαφάνειας στα πράγματα, στους ανθρώπους, γιατί όχι μόνο καταλαβαίνουμε πως πραγματική άβυσσος μας χωρίζει από τον γείτονά μας, αλλά επίσης πως η Ζωή είναι ολότελα εμβαπτισμένη μέσα στον θάνατό της. Η παγκόσμια ψυχή, διχασμένη ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο, και έρμαιο των αλλεπάλληλων, βίαιων μεταμορφώσεων του χρόνου-κρόνου, νιώθει στο πετσί των ανθρώπινων ψηφίδων της τον κατακερματισμό της ύπαρξης που μάλιστα τον εκφράζει με μίσος για την ίδια την κοσμικότητα του κόσμου: «Σκεφτόμουν τόσο συχνά τον θάνατο και τη φθορά των κυττάρων του σώματός μου», λέει ο αφηγητής, «που πια δεν με φόβιζε τίποτα. Αντίθετα, ποθούσα αληθινά να αφανιστώ! Φοβόμουν μόνο ότι τα μόρια του δικού μου σώματος θα ανακατεύονταν αργότερα με τα μόρια του σώματος του όχλου. Μερικές φορές ευχόμουν να αποκτήσω μετά τον θάνατό μου μακριά χέρια και επιδέξια δάχτυλα, για να μπορέσω να μαζέψω με φροντίδα και να φυλάξω όλα τα μόρια του σώματός μου. Αυτά τα μόρια ήταν μόνο δικά μου. Σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να ανακατευτούν με ξένα».

Σταδιακά διαπιστώνουμε ότι η Τυφλή Κουκουβάγια του Σαντέκ Χενταγιάτ δεν είναι άλλο παρά ο απελευθερωμένος Λόγος του φαντασιακού της μοναχικής ψυχής εν τω κόσμω, της ψυχής μας, που ενώ θέλει να αφανισθεί στο άμορφο «Εμείς», αισθάνεται και είναι ουσιαστικά παγιδευμένη από τον ίδιο της τον εαυτό. Ολοι οι υπόλοιποι ορισμοί έπονται.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο μικρόκοσμος του βιβλίου
Κήρυγμα του προδομένου λόγου
«Κριτικώς ελεύθερη»
Ο Εθνικός Διχασμός και η Εκκλησία
Τρία διαφορετικά βιβλία
Η γνώση αντίδοτο φυγής
Το Μαύρο Βιβλίο
Ιδιότυπη Εθνική Βιομηχανία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο μικρόκοσμος του βιβλίου
Κήρυγμα του προδομένου λόγου
«Κριτικώς ελεύθερη»
Ο Εθνικός Διχασμός και η Εκκλησία
Τρία διαφορετικά βιβλία
Ο σφαγέας του ονείρου και της πραγματικότητας
Η γνώση αντίδοτο φυγής
Το Μαύρο Βιβλίο
Ιδιότυπη Εθνική Βιομηχανία
Συνέντευξη: Ταχέρ Μπαχά
Ο Ταχέρ Μπαχά στην Αθήνα
Από τις 4:00 στις 6:00
Πολύχρωμα τραγούδια
Είναι η νέα Joni Mitchell?