Έντυπη Έκδοση

Παρωδίες

Φωτογραφία του Σωτήρη Λάμπρου για την Βιβλιοθήκη Φωτογραφία του Σωτήρη Λάμπρου για την Βιβλιοθήκη Γιώργος Δενδρινός

Μαύρες οχιές μάς ζώσανε

εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, σ. 422

Στο γηγενές αστυνομικό μυθιστόρημα προστέθηκαν προσφάτως και οι παρωδίες αστυνομικού. Παραδόξως, δεν προέκυψαν από συγγραφείς αστυνομικών ή δόκιμους μυθιστοριογράφους, αλλά από δύο σχετικά νεόκοπους, που αργοπόρησαν κάπως να καταπιαστούν με το γράψιμο. Απαξ, όμως, και γλυκάθηκαν, συναγωνίζονται τους επαγγελματίες σε αριθμό σελίδων και ρυθμό έκδοσης βιβλίων. Πρόκειται για τον Γιώργο Δενδρινό και τον κατά μερικά χρόνια νεότερό του Νίκο Κουνενή, που εξέδωσαν το πρώτο πεζογραφικό τους βιβλίο λίγο πριν - λίγο μετά το γύρισμα της χιλιετίας και ήδη έχουν στο ενεργητικό τους τέσσερα βιβλία έκαστος. Προηγήθηκε στην παρωδία αστυνομικού ο Κουνενής, εκδίδοντας προ διετίας το «Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου». Εκπαιδευτικός το επάγγελμα, είχε εκδώσει προηγουμένως κωμικοτραγικές ιστορίες και ένα σατιρικό μυθιστόρημα.

Ορθοπεδικός χειρουργός ο Δενδρινός, από τα ιδρυτικά μέλη της Ελληνικής Εταιρείας Ιατρών Καλλιτεχνών, ανήκει στην πολυάριθμη ομάδα των λειτουργών του Ιπποκράτη με καλλιτεχνικές ροπές. Στο γράψιμο δείχνει να τον ώθησε η υπερχείλιση επαγγελματικών εμπειριών. Τα δύο πρώτα βιβλία του δηλώνονται ως αυτοβιογραφικά. Στο πρώτο, «Υπηρεσία υπαίθρου», συγκεντρώνει ιστορίες από το αγροτικό του, σε ορεινό χωριό της Κρήτης κατά τα μεταπολιτευτικά χρόνια. Στο δεύτερο, «Σάμαλι και κοκ», ανατρέχει ακόμη παλαιότερα, στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και στην αλλοτινή γειτονιά της Φραγκοκκλησιάς, στο Ανω Χαλάνδρι.

Μετά, θέλοντας να συνεχίσει την ιδιότυπη αυτοβιογράφησή του και να περάσει από το αγροτικό στην περίοδο απόκτησης ειδικότητας, προτίμησε να καταφύγει στη μεταμφίεση της μυθιστοριογραφίας. Το τρίτο βιβλίο του, «Απ' τα κόκαλα βγαλμένα», είναι ένα κωμικοτραγικό μυθιστόρημα, με κεντρικό ήρωα έναν γιατρό, ασκούμενο στην ορθοπεδική και διορισμένο σε κρατικό νοσοκομείο, όπου θήτευσε για χρόνια και ο ίδιος. Δύο χρόνια αργότερα εκδίδει κι αυτός μια παρωδία αστυνομικού, με διαφορετικές αρετές και αδυναμίες από εκείνες της παρωδίας του Κουνενή, καθώς η επαγγελματική του ιδιότητα αποβαίνει καθοριστική. Τα δύο μυθιστορήματα σατιρίζουν διαφορετικές όψεις της ελληνικής καθημερινότητας. Συναντιούνται, ωστόσο, στην τηλεοπτική επικαιρότητα. Αμφότερα στηρίζονται, κατά ένα μεγάλο μέρος, σε καταφανή δάνεια από γνωστές τηλεοπτικές εκπομπές, εμπλέκοντας τους αστέρες τους στην υπόθεση.

Εχοντας εξαντλήσει σε προηγούμενο δημοσίευμα (3/7/2009) τα της πρώτης παρωδίας, δηλαδή εκείνης του Κουνενή, περιοριζόμαστε στην πρόσφατη. Ο Δενδρινός στήνει το μυθιστόρημά του ακολουθώντας την παλαιά και δοκιμασμένη συνταγή της κωμωδίας παρεξηγήσεων. Σε ένα δημόσιο αθηναϊκό νοσοκομείο, το ίδιο φανταστικό ίδρυμα με εκείνο του προηγούμενου μυθιστορήματος, συμβαίνουν, το ίδιο απόγευμα, δύο παράδοξα περιστατικά. Ενας γιατρός, αναχωρώντας, κουβαλάει σε δύο μεγάλες μαύρες σακούλες τα μέλη μιας πλαστικής κούκλας που, έχοντας για χρόνια δεινοπαθήσει στα χέρια εκπαιδευόμενων φοιτητών, πηγαίνει για ανακύκλωση. Ο αλλοδαπός, που μένει στο υπόγειο της πολυκατοικίας του και κατασκοπεύει τους λοιπούς αλλοδαπούς, πολυάριθμους, καθώς πρόκειται για πολυκατοικία της Κυψέλης, εκλαμβάνει τα εξέχοντα από τις σακούλες κομμάτια ως μέλη τεμαχισμένου πτώματος και ως φιλότιμος χαφιές της Διεύθυνσης Αλλοδαπών, σπεύδει να το αναφέρει. Οπότε οι αρμόδιοι υποπτεύονται εγκληματική ενέργεια. Με άλλα λόγια, τους ζώσανε τα φίδια, κατά παραλλαγή του τίτλου του μυθιστορήματος, και ξεκινούν έρευνα.

Ενόσω συμβαίνουν αυτά, σε άλλο σημείο του νοσοκομείου, που τυχαίνει να εφημερεύει, καταφτάνει ένα ζευγάρι με τον πατέρα της συζύγου. Απόστρατος στρατιωτικός, είναι μεν υπερήλικας, με προβλήματα άνοιας και κινητικότητας, αλλά όχι ασθενής, ούτε βεβαίως για τα επείγοντα περιστατικά. Ο γαμπρός του, ωστόσο, καλός γνώστης του τρόπου λειτουργίας των κρατικών νοσοκομείων και ως δημοτικός υπάλληλος νεκροταφείου, έχει επινοήσει έναν πρωτότυπο τρόπο για την ανέξοδη φιλοξενία του, κάθε φορά που χρειάζεται να μεταβεί μετά της συμβίας του στο χωριό της. Στο αλαλούμ του εφημερεύοντος, τον δηλώνει πάσχοντα, γίνεται εσπευσμένη εισαγωγή σε ράντσο και μέχρι να εξεταστεί η περίπτωσή του, αυτός έχει επιστρέψει για την έγκαιρη παραλαβή του. Μόνο που αυτή τη φορά, οι περιστάσεις το έφεραν ο διπλανός ασθενής να πεθάνει την πρώτη εκείνη νύχτα και ο στρατιωτικός να καταλάβει εξ εφόδου την κλίνη του, αλλάζοντας μετ' αυτής και ταυτότητα. Επιστρέφοντας το ζεύγος, πληροφορείται τον θάνατό του. Δεν βρίσκει όμως το πτώμα, γιατί το έχουν πάρει οι συγγενείς του αποθανόντος χωρίς πιστοποιητικό θανάτου, αφού όλα μπορούν να συμβούν σε ένα κρατικό νοσοκομείο. Οπότε το ζεύγος υποπτεύεται τα μύρια όσα. Κοινώς, τους ζώσανε τα φίδια. Μη θέλοντας να τον δηλώσουν νεκρό, καθώς, ως ανάπηρος του πολέμου της Κορέας, τους αποφέρει πολλά οφέλη, καταφεύγουν στην τηλεπαρουσιάστρια της περιώνυμης εκπομπής «Φως στο σκοτάδι», που ειδικεύεται στις εξαφανίσεις. Και εκείνη περιχαρής αρχίζει την έρευνα.

Συγκυρίες και παρεξηγήσεις θέτουν επί ποδός δύο ανταγωνιστικές εξουσίες, της Αστυνομίας και της τηλεόρασης, για την ανεύρεση του στρατιωτικού. Αυτή είναι αδρομερώς η υπόθεση και δείχνει ότι, καίτοι νεόκοπος ο Δενδρινός στη μυθιστοριογραφία, διαθέτει συνδυαστική φαντασία. Στο επόμενο, όμως, στάδιο, αυτό της ανάπτυξης της ιστορίας, παρουσιάζει αδυναμίες. Απλώνει τις σκηνές, που εκτυλίσσονται στους οικείους του χώρους, νοσοκομεία και κέντρα υγείας, ενώ περιορίζει στα στοιχειώδη τα διαδραματιζόμενα σε άλλα μέρη, όπως στα κεντρικά της Αστυνομίας ή σε ένα επαρχιακό νυχτερινό κέντρο διασκέδασης. Ετσι, το πώς ο απόστρατος στρατιωτικός βρίσκεται από το εφημερεύον νοσοκομείο σε ψυχιατρικό θεραπευτήριο και μετά σε ορθοπεδικό κέντρο, όπου και χειρουργείται για κάταγμα μηρού, συνιστά μια διαδοχή από γελοίες και εξωφρενικές καταστάσεις, που αποδίδονται με την υπερβολή της φαρσοκωμωδίας. Εδώ ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να διακωμωδήσει τις ακραίες απόψεις που υιοθετούν οι σημερινοί νευροψυχίατροι και κυρίως, την κατάσταση των δημόσιων νοσοκομείων και δη, των χειρουργείων τους. Σε αυτό το σημείο, η ιλαροτραγωδία, με την αληθοφάνειά της, προκαλεί ρίγη πανικού. Αντιθέτως, η αναφορά σε κομπίνες επαρχιακών παραγόντων για εξασφάλιση ΕΟΚικών δανείων και λοιπών εκδουλεύσεων, λόγω των μάλλον σχηματικών περιγραφών, μένει στο επίπεδο της επιφανειακής καταγγελίας.

Οπως φαίνεται και από τα προηγούμενα βιβλία του Δενδρινού, συνθέτει μάλλον μυθιστορήματα καταστάσεων παρά χαρακτήρων. Σε μια παρωδία αστυνομικού, πάντως, είναι απαραίτητοι ορισμένοι χαρακτηριστικοί τύποι. Πρωτίστως, μια καρικατούρα αστυνομικού. Αντ' αυτού, ο Δενδρινός πλάθει ένα δίδυμο, αστυνόμου και αρχιφύλακα, της Διεύθυνσης Αλλοδαπών. Ο πρώτος δείχνει μάλλον ταλαίπωρος παρά κωμικός, έτσι που αγωνιά να παρακάμψει τους συναδέλφους του στο Ανθρωποκτονιών και να επιτύχει μια προαγωγή. Ο δεύτερος, όμως, ανύπαντρος, ετών 39, με κολοκοτρωναίικου τύπου μουστάκι και απαρχές φαλάκρας, αποβαίνει ένα γνήσια κωμικό πρόσωπο. Χάρη, μάλιστα, στην ελλιπέστατη μόρφωσή του -αγνοεί από τον Σίλερ και τον Γκέτε μέχρι τη λίμπιντο- οι ανακρίσεις υπόπτων καταλήγουν σε φαιδρούς διαλόγους. Παρεμπιπτόντως, ο συγγραφέας φαίνεται να δίνει ιδιαίτερο βάρος κατά το πλάσιμο των χαρακτήρων στον τόπο καταγωγής τους. Για παράδειγμα, ο αστυνόμος είναι από τα Αγραφα, ενώ ο αρχιφύλακας, που εναγωνίως υπερασπίζεται τον ανδρισμό του, από το Χειμαδιό Ηλείας. Επίσης, ένας άλλος κωμικός χαρακτήρας, υπάλληλος της αγγλικής πρεσβείας και τρίτης γενιάς Ελληνας του Λονδίνου, κατάγεται από το Κατάκολο Ηλείας. Λαμβανομένου υπόψη ότι και η διακωμωδούμενη τηλεπαρουσιάστρια κατάγεται από τον Πύργο Ηλείας, θα λέγαμε ότι θεωρεί αυτόν τον νομό πρόσφορο για διακωμώδηση.

Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ανεπίτρεπτη προκατάληψη. Υπάρχουν, μάλιστα, και κάποιες άλλες πλευρές της παρωδίας του που η λεγόμενη φεμινιστική κριτική θα μπορούσε να εκλάβει ως φυλετικό ρατσισμό. Για παράδειγμα, ενώ όλοι οι ήρωές του, κυρίως οι γιατροί και το παραϊατρικό προσωπικό, είναι μάλλον συμπαθείς, ακόμη και όταν σκιαγραφούνται ως κομπιναδόροι, λουφαδόροι ή και γενικώς επιτήδειοι, οι συμβίες τους παρουσιάζονται, κατά κανόνα, ως γελοία πλάσματα. Περιγράφονται σαν νεανίζουσες μεσήλικες, αφόρητα καταπιεστικές για τους συζύγους τους και επιπροσθέτως μικρόνοες. Από την άλλη, ο τόπος καταγωγής και το αδύνατο φύλο αποτελούν τους συνήθεις στόχους της κωμωδίας παλαιάς κοπής, μαζί με τη γεροντική παρακμή, την οποία, επίσης, διακωμωδεί το βιβλίο. Πιστεύουμε, γενικότερα, ότι το πολυσέλιδο αυτού του πρώτου, αμιγώς μυθοπλαστικού, εγχειρήματος οδήγησε σε ορισμένες αδόκιμες λύσεις και σε ένα μακροπερίοδο λόγο, με πλήθος παρομοιώσεων, λίστες ομοειδών πραγμάτων και λεκτικές αστοχίες. Ο Δενδρινός θα πρέπει να αρχίσει να αντιμετωπίζει το γράψιμο σαν τελετουργία, αντίστοιχη με μια εγχείρηση, που απαιτεί τον χρόνο της, είτε γίνεται στη Μάγιο Κλινική της Μινεάπολης είτε σε νοσοκομείο του ταλαίπωρου ΕΣΥ. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Πράκτορες και συνωμότες του Εκο στην καρδιά της Ευρώπης
Οι παλίρροιες της ματαιοδοξίας
Για να γνωρίσουμε τον Μάλερ
Γυναικείος έρωτας και φως
Ο Νίτσε πριν και μετά την ερμηνεία
Οταν η λίστα περιέχει την ομορφιά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Μυστικά υπάρχουν και στο τραγούδι
Δεν υπάρχουν πια ροκ είδωλα
Κριτική βιβλίου
Παρωδίες
Πράκτορες και συνωμότες του Εκο στην καρδιά της Ευρώπης
Οι παλίρροιες της ματαιοδοξίας
Για να γνωρίσουμε τον Μάλερ
Γυναικείος έρωτας και φως
Ο Νίτσε πριν και μετά την ερμηνεία
Οταν η λίστα περιέχει την ομορφιά
Λογοτεχνία
Το τεμαχισμένο αριστούργημα
Βιβλία σε στόματα λεόντων
Ζεν αθωότητα σε μπρούντζινα χέρια
Νίκος Παπάζογλου
Ο πολιτισμός της καθημερινότητας
Συνέντευξη: Κεμάλ Γιαλτσίν
«Γράφω πάντα την αλήθεια»
Άλλες ειδήσεις
Ονειρικοί Υπερασπιστές
Η φυρή
Χτίζεται με όραμα, φαντασία και διαίσθηση η ποιητική τέχνη
Τα σχόλια του Τρίτου