Έντυπη Έκδοση

Η φυρή

Εμενε ασάλευτη για ώρες και το δέρμα της γινόταν σαν το κερί. Οπως μια κούκλα που τη μεταφέρουν οι υπάλληλοι μιας μπουτίκ τη σέρνει η μάνα της κάθε τόσο για να την ξαπλώσει στο κρεβάτι, μακριά την παίρνει απ' τα μάτια των απέναντι. Ακούει τα πάντα εκείνες τις στιγμές, αντιλαμβάνεται καθετί που συμβαίνει κι ας μοιάζει χαμένη. Δεν αλλάζει στάση ακόμη κι αν την πονέσεις, όλα θ' αλλάξουν γύρω μου αν κινηθώ κι αυτό με ταράζει, είπε στον γιατρό.

Οι επισκέψεις στο σπίτι κόπηκαν. Οι καθαρίστριες έρχονταν μια δυο φορές κι όπου φύγει-φύγει, τρόμαζαν που την έβλεπαν ακίνητη σαν πράγμα. Αλλες φορές την έβρισκε η μάνα της μέσα στην κουζίνα, άνοιγε όλα τα ντουλάπια, καθόταν στο πάτωμα και τα κοιτούσε κλαίγοντας βουβά, ποτέ μη ξέροντας γιατί.

Ο πατέρας από χρόνια πεθαμένος. Οταν αρρώστησε, κατελήφθη τόσο από τον φόβο του θανάτου, που πέρασε μια δεκαετία «ετοιμοθάνατος» χαϊδεύοντας τη μακριά ουλή στην κοιλιά του. Με άντρα, το κορίτσι, βγήκε μόνο μια φορά, σε μια καφετέρια, όταν πήγε αυτή στην τουαλέτα, σηκώθηκε εκείνος κι έφυγε.

Ηταν μέρες που δεν έτρωγε τίποτα γιατί φοβόταν μην τη δηλητηριάσουν, αλλά, κι όταν έτρωγε, όλο παραπονιόταν πως το φαγητό ήταν άγευστο. Οταν την έπιανε κρίση, έβγαινε τρέχοντας απ' το διαμέρισμα, κατέβαινε ουρλιάζοντας το κλιμακοστάσιο και κυλιόταν έξω στον δρόμο. Ετρεχε από πίσω η μάνα και τη μάζευε, άμα ήταν πολύ άσχημα φώναζε ασθενοφόρο, την κρατούσαν λίγες μέρες στο νοσοκομείο. Παλιά πήγαιναν καμιά βόλτα ή για φαΐ, όπως άλλοι κοιτάζουν τον ουρανό, κοιτούσε η μάνα το πρόσωπο της κόρης. Της έλεγαν να τη βάλει κάπου, έκοβε στην αρχή της την κουβέντα, κι ας είχε αρχίσει η κόρη της να τη χτυπά, ο γιατρός είδε τα σημάδια, διαταρασσόταν η κοινωνική γαλήνη, το περιβάλλον της άρρωστης ήταν ακατάλληλο, ενημερώθηκε ο εισαγγελέας, θα πρότεινε, απ' ό,τι όλα έδειχναν, άμεσο εγκλεισμό.

Πλησιάζουν οι μέρες που θα βγει η απόφαση. Εχει καλοκαιριάσει και κάθονται στο καθημερινό. Η μάνα έχει αφήσει λίγο ανοιχτή την μπαλκονόπορτα ο αέρας να ανανεώνεται, κι αφηρημένη, σαν τη μεγάλη ζέστη η δυστυχία, κοιτάζει μια την κόρη της, πιο παρατεταμένα εκεί, και μια κατά την πόρτα τη φυρή, σαλεύει η κουρτίνα σαν να νεύει, η θάλασσα της αιθρίας έξω, σαν να σε καλεί, σε σκέψη αμαρτωλή παραδίδεται, φίδι που δαγκώνει το μυαλό και κατεβαίνει το φαρμάκι στην καρδιά, ξερή μετά αυτή απ' την ενοχή, ενοχή σαν δίστομο μαχαίρι ανάμεσά τους που σαν εκκρεμές την ώρα μετρώντας ταλαντεύεται και τις κόβει και τις δυο, παλάμες της μάνας στιλπνές, σφιγμένες στα μπράτσα της καρέκλας, να κρατηθεί, να κρατηθεί στη ζωή δέρμα φτενό που απ' τη χρήση φεγγρίζει, κι από κάτω, ανάγλυφο ωστόσο, πάει, πυκνώνει σαν σκοτάδι, όλο και πιο αργά κυλάει μαβίζοντας το -όχι, όχι, καμιά την άλλη δεν μπορεί να αποχωριστεί.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Μυστικά υπάρχουν και στο τραγούδι
Δεν υπάρχουν πια ροκ είδωλα
Κριτική βιβλίου
Παρωδίες
Πράκτορες και συνωμότες του Εκο στην καρδιά της Ευρώπης
Οι παλίρροιες της ματαιοδοξίας
Για να γνωρίσουμε τον Μάλερ
Γυναικείος έρωτας και φως
Ο Νίτσε πριν και μετά την ερμηνεία
Οταν η λίστα περιέχει την ομορφιά
Λογοτεχνία
Το τεμαχισμένο αριστούργημα
Βιβλία σε στόματα λεόντων
Ζεν αθωότητα σε μπρούντζινα χέρια
Νίκος Παπάζογλου
Ο πολιτισμός της καθημερινότητας
Συνέντευξη: Κεμάλ Γιαλτσίν
«Γράφω πάντα την αλήθεια»
Άλλες ειδήσεις
Ονειρικοί Υπερασπιστές
Η φυρή
Χτίζεται με όραμα, φαντασία και διαίσθηση η ποιητική τέχνη
Τα σχόλια του Τρίτου