Έντυπη Έκδοση

Με τις αδελφές Γκότβαλντ στο Παρίσι

Οι παλίρροιες της ματαιοδοξίας

Ζερόμ Γκαρσέν

Οι δύο αδελφές από την Πράγα

μτφρ.: Ρένη Παπαδάκη

εκδόσεις Πόλις, σ. 170

«Είμαι Ζυγός, με ωροσκόπο ζυγαριά ακριβείας. Αναζητώ την ισορροπία παίζοντας με τις ανεπάρκειές μου. Θεωρούμαι ισορροπημένος, μα είμαι απλώς αναποφάσιστος· θεωρούμαι μετρημένος, μα έχω απλώς ενδοιασμούς. Περιμένω, συνετός και ψύχραιμος, την καταιγίδα, προφυλαγμένος καλά».

Ο Ζερόμ Γκαρσέν δοκιμάζει την ψυχραιμία και τη σύνεση του ήρωά του, ιδιότητες κατακυρωμένες από την προρρηθείσα φλεγματική αστρολογική διάγνωση, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με τις αδελφές Γκότβαλντ από την Πράγα, που έρχονται να εκπορθήσουν την πολιτιστική σκηνή του Παρισιού. Η μία από τις δύο, η Κλάρα, θριάμβευε ήδη εδώ και τριάντα χρόνια ως καλλιτεχνική και λογοτεχνική ατζέντισσα και το πρακτορείο της είχε το μονοπώλιο στην ελίτ του κινηματογράφου και της μυθιστοριογραφίας. Το πρακτορείο Γκότβαλντ μέσα σε τρεις δεκαετίες είχε μετεξελιχθεί σε «ένα κράτος εν κράτει, ένα ξεχασμένο πριγκιπάτο της κανονικής Δημοκρατίας». Η Κλάρα είχε στήσει το αρχηγείο της στην καρδιά της Γαλλίας, διεκδικώντας όχι μόνο τα φώτα της μεγαλύτερης πόλης της, αλλά και με την πρόθεση να σφετεριστεί μια καινούργια πατρίδα, καθώς η δική της είχε σβηστεί από τον χάρτη της, όταν την εγκατέλειψε το 1972. Η άλλη αδελφή, η Χίλντα, κατέφτασε από αυτή τη θανατωμένη πατρίδα για να συνεργήσει στην κραταίωση της αυτοκρατορίας, η οποία λίγο αργότερα θα σκορπιστεί σε ερείπια. Η Χίλντα, ο φτωχός συγγενής, προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Ρουασί κουβαλώντας τη νωθρότητα και την παλιομοδίτικη κομψότητα του γενέθλιου τόπου της. Ωστόσο, δεν δυσκολεύτηκε να μεταμορφωθεί στο κατοπτρικό είδωλο της αδελφής της, παραμερίζοντας τις αντιστάσεις της χρόνιας ευπρέπειάς της. Η χρηστοήθειά της μαζί με τη μνήμη της έπρεπε να θυσιαστούν για την ευόδωση της μεταξύ τους συμμαχίας. Ομως η ηγεμονική εγωπάθεια της πιο ρωμαλέας αδελφής είχε αρχίσει να μετατρέπεται από σαρκοβόρα σε αυτοκαταστροφική. Οπως η Χίλντα υποβλήθηκε στο κατ' εικόνα και ομοίωσιν, η Κλάρα, σε μια ιλαροτραγική αντιστροφή ρόλων, λίγο πριν από την απονενοημένη πτώση της, αντιγράφει το χτένισμα της αδελφής της. Το τσακισμένο της κεφάλι έμοιαζε να υπαινίσσεται τη σύνθλιψη και της αδελφικής κάρας.

Οταν όλα έχουν τελειώσει και το κακό είναι πια τελεσίδικο, ο αφηγητής του βιβλίου νιώθει πως εκείνο που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο χρωστάει στην Κλάρα Γκότβαλντ είναι τις χαμένες ψευδαισθήσεις του, τη διάλυση μιας ολέθριας αυταπάτης. «Με έσωσε από το βόλεμα, έξυσε με τα νύχια της το αγαθό μου προσωπείο, μου άνοιξε τα μάτια. Με λίγα λόγια, της οφείλω το ότι δεν με άφησε να βυθιστώ σε λήθαργο». Παρ' όλα αυτά, ακόμη και κατόπιν εορτής, ο ήρωας διστάζει να αποποιηθεί την αθωότητά του. Αν και την αμφισβητεί, συνεχίζει να αναζητεί ελαφρυντικά, βαθαίνοντας με τρόπο οξύμωρο την προδοσία του. «Από μία άποψη, ήμουν υπόλογος για κάτι που δεν είχα καταλάβει». Κατά βάθος ήθελε να παραμείνει «ένα ήσυχο αγόρι», που δεν του άρεσαν καθόλου τα καθωσπρέπει κορίτσια. Και η Κλάρα απείχε παρασάγγας από οποιονδήποτε καθωσπρεπισμό. Ηταν εκεί για να τον σύρει στον πάτο της ματαιοδοξίας, δελεάζοντάς τον με υποσχέσεις μεγαλείων, εντελώς απρόσφορων για την περίπτωσή του. Ωστόσο, μολονότι οι συνέπειες της εξαπάτησής του από εκείνη ήταν για τον ίδιο συντριπτικές, δεν έπαυε να βασανίζεται από ένα αφόρητο, καθότι ανεπίδοτο, αίσθημα συμπόνιας. Φαίνεται πως το αγαθό του προσωπείο δεν είχε σταματήσει να αναπνέει, εμφυσώντας του την επίγνωση της ενοχής. Εκείνος και η Κλάρα στέκονταν οπωσδήποτε στους αντίποδες, μιας κοινής όμως ευθείας, της μνήμης. Αν εκείνος ευφραινόταν με τη μελαγχολία της νοσταλγίας, εκείνη επιζητούσε την ευσπλαχνία της λήθης, αποστρέφοντας το βλέμμα της από τον όζοντα τύμβο του παρελθόντος. Εξοχη η σκηνή της επιστροφής του ήρωα στη Νορμανδία, στην παραμυθένια, σαν θαλασσινή καρτ ποστάλ, Ντοβίλ. Νοσταλγώντας τη χαμένη του ευτυχία, επιχειρεί ασυναίσθητα έναν παραλληλισμό -ένας ευφυής νυγμός του Γκαρσέν- ανάμεσα στο ευαγές καζίνο της Ντοβίλ και την Κλάρα. Λίγο καιρό μετά την ανέγερσή του, στα τέλη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το καζίνο μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο και ο ήρωας, κρατώντας στα χέρια του μια ασπρόμαυρη καρτ ποστάλ εκείνης της εποχής, συλλογίζεται συγκλονισμένος την εισβολή «του πολέμου των χαρακωμάτων στην όμορφη πόλη του δούκα του Μορνύ», την «εισβολή του τρόμου στην ξενοιασιά».

Στην πρώτη τους συνάντηση στο ξενοδοχείο «Λυτεσιά», ο ήρωας είχε αφήσει την Κλάρα να αναδαυλίσει τη φιλαυτία του με καλοδεχούμενες φιλοφρονήσεις, που συνέθεταν για λογαριασμό του ένα φωτόλουστο λογοτεχνικό προσωπείο, όχι περισσότερο αληθοφανές από ένα φο μπιζού. Σαφώς, η απώθηση, ανομολόγητη έστω, τόσο απροσμάχητων κολακειών από την πλευρά ενός συγγραφέα ασήμαντου ή παραγνωρισμένου (δεν ξέρεις ποτέ), ισοδυναμεί με υπέρβαση και ο ήρωας δεν διέθετε στην πραγματικότητα την ψυχραιμία για την οποία καυχιόταν. Μοναδική του επίτευξη στον τομέα αυτό ήταν το μυθιστόρημά του Ψύχραιμος, κατά τραγική ειρωνεία ο αποχρών λόγος του ενδιαφέροντος της Κλάρα, η οποία τον έκανε να χάσει διά παντός την ψυχραιμία του. Κατά τα άλλα, ο ήρωας ήταν πολύ δειλός για να αντιμετρηθεί με αλήθειες που μιλούσαν εις βάρος του. Για να μη διαταραχθούν συνεπώς τα ζωτικά ψεύδη της Κλάρα και επαγωγικά η ανασφάλειά του, έθεσε τον σκεπτικισμό του σε καταστολή και ρίχτηκε με διανοουμενίστικο ζήλο στη συγγραφή του νέου του μυθιστορήματος. Επέλεξε την τυφλότητα και ίσως γι' αυτό ήταν πια ανίκανος να γράψει. Ο Γκαρσέν παρακολουθεί με βιτριολικό βλέμμα τις λογοτεχνικές προσπάθειες του αφηγητή, ο οποίος σκιαμαχεί με τους ήρωες και τις ηρωίδες του Σταντάλ προκειμένου να τους εξαναγκάσει να υποδυθούν τη συνέχεια της Αρμάνς. Ομως, ο μυθιστορηματικός κόσμος του Σταντάλ αντιστέκεται πεισματικά στη μετοίκησή του σε σελίδες μίζερες και πικρόχολες, που του στερούν τόσο την αβρότητα του ρομαντισμού όσο και τη λύτρωση με χαριστικές χειρονομίες, αβάσταχτα ποιητικές. Ο ήρωας του Γκαρσέν γράφει σπρωγμένος από την κίβδηλη αδημονία της Κλάρα, χωρίς να συνειδητοποιεί πως ο «ιερατικός κυνισμός» της πότιζε τις σελίδες του. Οσο το χειρόγραφό του δηλητηριαζόταν από την κακοπιστία και την εγωπάθεια, όψιμα συμπτώματα της ζυγισμένης ιδιοσυστασίας του, τόσο περισσότερο απομακρυνόταν από την πιθανότητα να γίνει μυθιστόρημα. Αρκετά χρόνια μετά την παραίτησή του από αυτή τη μεγάλη προσδοκία, ο ήρωας αποδύεται στη συγγραφή ενός άλλου κειμένου, του ανά χείρας βιβλίου. Πρόκειται, όπως ο ίδιος το αποτιμά, για «ένα είδος αναδρομικού ημερολογίου», γραμμένο υπό μορφήν αστυνομικής έκθεσης, «όπου τη βαλλιστική εξέταση διαταράσσουν διαρκώς καβαλιστικοί γρίφοι». Ακόμα αρνείται να καταλάβει. Ομως, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει πως και η προκείμενη συγγραφική του πρόθεση έχει κάτι από τη ματαιότητα του προηγούμενου σχεδίου, με σημείο αναφοράς τότε την Αρμάνς και τώρα την Κλάρα Γκότβαλντ. Εμοιαζε να γράφει τον επίλογο κάτω από ένα τέλος που είχε ήδη διατυπωθεί με απαρασάλευτη σαφήνεια.

Ο Ζερόμ Γκαρσέν, ένας από τους σημαντικότερους κριτικούς λογοτεχνίας της Γαλλίας, αναπλέει με το μυθιστόρημά του σε οικεία χωρικά ύδατα. Ξέροντας καλά τις αμαρτίες του σιναφιού, αποτυπώνει σε τόνους άλλοτε καυστικούς και άλλοτε ειρωνικά περίλυπους τη φρεναπάτη και τους φενακισμούς της ματαιοδοξίας, γελοιογραφώντας τις νευρώσεις καλλιτεχνικών μυαλών, τρελαμένων από το τοξικό κοκτέιλ μεγαλομανίας και ανασφάλειας. Οι τρεις κεντρικοί χαρακτήρες κατακρημνίζονται στο απόγειο της αυταρέσκειάς τους, πριν προλάβουν να εδραιώσουν την προσωπική τους πλάνη. Η Κλάρα κήδευσε τη μνήμη της για να ζήσει απαλλαγμένη από τα φαντάσματα της Πράγας και έφτιαξε στη Γαλλία έναν χάρτινο πύργο, αδύναμο να στεγάσει την έπαρσή της. Η Χίλντα ξέρει από την αρχή πως όσα χρόνια και αν είχαν αντέξει τα θεμέλιά του, «οι υπόνομοι της Πράγας συνεχίζουν να χύνονται δίχως διακοπή σε αυτό το τόσο γαλλικό σπίτι». Ωστόσο, αφέθηκε να γίνει παρανάλωμα από τον πυρετό της αδελφής της και αποτόλμησε το πρώτο της ζωής της ταξίδι μόνο για να υποθάλψει τις ύστατες αυταπάτες της, ναυαγώντας και η ίδια στους μυστικούς υπονόμους της Κλάρα. Ο αφηγητής, από το άλλο μέρος, πίστεψε, λόγω αφέλειας ή εθελοτυφλίας, πως οι μηχανορραφίες τους εν τέλει θα τον ευεργετούσαν και κατέληξε από θύμα συνεργός, αλλιώς συνένοχος. Εκείνος για τον οποίο, σύμφωνα με τη Χίλντα, «ο πόνος, η εκδίκηση, η οργή, το μίσος, ο εμετός, τα σωθικά, η μοναξιά που φέρνει τρέλα, η αηδία για το παρελθόν, για σένα», δεν ήταν παρά λέξεις, κενές βιωμάτων και τραυμάτων, μαθαίνει εκών-άκων το μάθημά του, παπαγαλίζοντάς το καθημερινά, εξόριστος σε μια νησιωτική έρημο, όπου καλπάζει με ένα φάντασμα, έναν βραδυκίνητο Πήγασο. Η Κλάρα τερμάτισε τον μεγαλοπρεπή της λήθαργο με την αυτοκτονία της, ενώ εκείνος της απηύθυνε εκπρόθεσμα την ευγνωμοσύνη του για την απαλλαγή του από τον ύπνο του δικαίου, διάγοντας έναν ταπεινό βίο με μικρές χαρές. Εκτοπισμένος στην καθαρτήρια επαρχία, έγραφε για τον τοπικό Τύπο σύντομα άρθρα, που έλεγαν την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Η δικαιότερη νέμεση για ένα μυθιστοριογράφο. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Παρωδίες
Πράκτορες και συνωμότες του Εκο στην καρδιά της Ευρώπης
Για να γνωρίσουμε τον Μάλερ
Γυναικείος έρωτας και φως
Ο Νίτσε πριν και μετά την ερμηνεία
Οταν η λίστα περιέχει την ομορφιά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Μυστικά υπάρχουν και στο τραγούδι
Δεν υπάρχουν πια ροκ είδωλα
Κριτική βιβλίου
Παρωδίες
Πράκτορες και συνωμότες του Εκο στην καρδιά της Ευρώπης
Οι παλίρροιες της ματαιοδοξίας
Για να γνωρίσουμε τον Μάλερ
Γυναικείος έρωτας και φως
Ο Νίτσε πριν και μετά την ερμηνεία
Οταν η λίστα περιέχει την ομορφιά
Λογοτεχνία
Το τεμαχισμένο αριστούργημα
Βιβλία σε στόματα λεόντων
Ζεν αθωότητα σε μπρούντζινα χέρια
Νίκος Παπάζογλου
Ο πολιτισμός της καθημερινότητας
Συνέντευξη: Κεμάλ Γιαλτσίν
«Γράφω πάντα την αλήθεια»
Άλλες ειδήσεις
Ονειρικοί Υπερασπιστές
Η φυρή
Χτίζεται με όραμα, φαντασία και διαίσθηση η ποιητική τέχνη
Τα σχόλια του Τρίτου