Έντυπη Έκδοση

Ο Νίτσε πριν και μετά την ερμηνεία

Friedrich Nietzsche

Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο

εισαγ.: Peter Pόtz, μτφρ.: Ζήσης Σαρίκας,

εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη

Sarah Kofman,

Ο Νίτσε και η μεταφορά

μτφρ.-επίμετρο: Δημήτρης Γκινοσάτης

εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα

Οταν ένας συγγραφέας κι ένας μεταφραστής με βαθιά ιδιοσυγκρασιακή συγγένεια διασταυρώνονται, όταν μάλιστα και οι δύο τυχαίνει να βρίσκονται σε μία στιγμή ασυνήθιστης όρεξης κι εξαιρετικού πνευματικού σφρίγους, το αποτέλεσμα είναι παραπάνω από ευτυχές. Η συνάντηση του Ζήση Σαρίκα με τον Νίτσε -του οποίου τα Απαντα κυκλοφορούν κανονικά πλέον από τις εκδόσεις Πανοπτικόν στη συστηματικότερη έως τώρα έκδοση του Γερμανού στοχαστή στην Ελλάδα- δεν είναι τυχαία: και ειδικά ό,τι αφορά τούτο το βιβλίο, που επίσης μεταφράζεται για πρώτη φορά ολόκληρο στα ελληνικά, είναι πρόδηλο ότι ο μεταφραστής, υποκινημένος από το σπινθηρίζον πνεύμα που διαπερνά απ' αρχής έως τέλους τις κάπου 700 σελίδες του, ενός Νίτσε που βρίσκεται στην ακμή της ηλικίας και των πνευματικών του δυνάμεων πριν ακόμη καταβληθούν από την επερχόμενη αρρώστια, βρέθηκε σε μία από τις καλύτερες στιγμές του.

Οι δύο ενότητες του Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο γράφτηκαν την περίοδο 1878-80. Εγκαινιάζουν τη δεύτερη περίοδο του Νίτσε, μετά τη Γέννηση της τραγωδίας (1872) και τους Παράκαιρους στοχασμούς (1873-76), έργα νεανικά και υπό την επίδραση ακόμα των «δασκάλων» Σοπενχάουερ και Βάγκνερ, όπου ο μεγαλόπνοος οραματισμός μοιάζει να δίνει τη θέση του σ' ένα πιο αποστασιοποιημένο, ειρωνικό και αυτοειρωνικό, κριτικό πνεύμα. Υιοθετώντας τη φόρμα του σύντομου αφορισμού, εμπνευσμένου από το ύφος των Γάλλων μοραλιστών που πιο πολύ θαύμαζε, του Λαμπριγιέρ και του Λαροσφουκό, ο Νίτσε πετυχαίνει εδώ μια ιδεώδη συμπύκνωση της σκέψης που συστέλλει την ίδια τη δοκιμιακή γραφή στην ακαριαία αιχμή της. Δεν είναι μόνο η γονιμότητα των ιδεών που εντυπωσιάζει, ιδεών που συχνότατα αναβλύζουν από τις παύσεις του λόγου, η βαθύτητα ενοράσεων οι οποίες πίσω από το παραδοξολογικό πρώτο ξένισμα επιβάλλονται αφοπλιστικά στο πνεύμα, αλλά και η ρητορική δεξιοτεχνία που ανάγει αυτά τα σπαράγματα σε άφθαρτα αριστουργήματα ύφους. Ο καθ. Pόtz σχολιάζει έτσι αυτό το ύφος στην εισαγωγή του: «Εκφράζεται η άποψη ότι ο συγγραφέας αφορισμών έχει περιορισμένες ικανότητες, δηλαδή ότι δεν κατορθώνει να δημιουργεί παρά μόνο με βραχείες μορφές, ή ότι οι εποχές που ευνοούν τον αφορισμό είναι γενικά ταραγμένες και μεταβατικές. Αν όμως αφήσουμε κατά μέρος το ότι κάθε εποχή είναι στην πραγματικότητα ταραγμένη και μεταβατική, είναι δυνατό να δούμε μια ορισμένη συγγένεια ανάμεσα στην άνθηση του αφορισμού και ορισμένες ιστορικές περιόδους που θεωρούν ότι καθήκον τους είναι λιγότερο η διαιώνιση και η συνθετική επανάληψη του ήδη γνωστού και περισσότερο η ρήξη με το παρελθόν και η ριζική ανανέωση. Οταν αναπτύσσεται ο σκεπτικισμός απέναντι στις κοινώς αποδεκτές αλήθειες και τις κατεστημένες νόρμες, η επίθεση ενάντια στα συστήματα δεν καταφεύγει στη βοήθεια αντισυστημάτων, αλλά αφορισμών, αυτών των αιχμηρών όπλων που οφείλουν να χτυπήσουν τον αντίπαλο σε καίρια σημεία και να τον τρυπήσουν [...] Αυτόν τον αφοριστικό, δηλαδή διηνεκώς πειραματικό, τρόπο αναζήτησης της αλήθειας δεν τον επιβάλλει η αδυναμία του συγγραφέα ή η στειρότητα μιας εποχής, αλλά ο προβληματικός χαρακτήρας του ίδιου τού αντικειμένου της γνώσης. Οταν η πίστη στην Αποκάλυψη και στις αρχές της κλασικής μεταφυσικής δεν μπορούν πια να χρησιμέψουν σαν υπόστρωμα σε μια θεολογική σύνοψη ή σε ένα φιλοσοφικό σύστημα, οι γνώσεις γίνονται αποσπασματικές και κατακερματίζονται. Η διαδικασία αυτή είναι αντιληπτή ως χειραφέτηση της υποκειμενικότητας» (σελ. 16, 18).

Ο Νίτσε προβαίνει εδώ, για ν' ακριβολογούμε, σαν μια εξεγερμένη υποκειμενικότητα: μιλάει εκ μέρους μιας φαντασιώδους κοινότητας των «ελεύθερων πνευμάτων», προείκασμα μιας ανθρωπότητας η οποία μένει να γεννηθεί (το πρόπλασμα του Υπερανθρώπου;) και, ταυτόχρονα, ένδειξη του ιδιότυπου, τραυματισμένου ανθρωπισμού του -μιας τρυφερότητας, ακόμα, που υποβάλλεται επίσης περιστασιακά σε έξοχα λυρικά ξεσπάσματα (π.χ. Et in Arcadia Ego, σελ. 681). Η άρθρωση των εννέα θεματικών ενοτήτων μοιάζει να παρωδεί τις παραδοσιακές φιλοσοφικές κατηγοριοποιήσεις (μεταφυσική, ηθική, αισθητική, ψυχολογία, κοινωνιολογία, πολιτική κ.ο.κ.) και το απομυθοποιητικό του πάθος, συνοδευόμενο από μια δαιμονική ψυχολογική διειδυτικότητα, περιστρέφεται γύρω από δύο μεγάλους πολεμικούς άξονες: την ιστορικότητα όλων των αληθειών («Η έλλειψη ιστορικής αίσθησης είναι το κληρονομικό ελάττωμα όλων των φιλοσόφων» [σελ. 40]) και τα ψυχολογικά θεμέλια κάθε ηθικής, την αυταπάτη δηλαδή της λεγόμενης ελεύθερης βούλησης («Το κοινωνικό ένστικτο ξεφυτρώνει μέσα από την ευχαρίστηση» [σελ. 110]· «Το να είσαι ηθικός σημαίνει ότι υπακούς σ' έναν θεμελιωμένο από παλιά νόμο ή παράδοση. Το αν υποτάσσεται κανείς σ' αυτόν με κόπο ή πρόθυμα, δεν έχει σημασία: αρκεί που υποτάσσεται [...] Οι άνθρωποι δεν ξέρουν ότι ο ίδιος βαθμός ευημερίας μπορεί να υπάρχει και με άλλα ήθη» [σελ. 107, 109]). Οι παρατηρήσεις του για το κράτος, το χρήμα, την εργασία, ιδίως στις τελευταίες ενότητες («Η πολυτέλεια βάζει συνεχώς φόρο στους απλούς ανθρώπους που πρέπει να κάνουν δίχως αυτήν» [σελ. 655]· «Μιλώ για τη δημοκρατία σαν κάτι που δεν έχει έρθει ακόμα» [σελ. 680]), ή για την εκπαίδευση («Ως στοχαστής θα έπρεπε να μιλά κανείς μόνο για αυτοεκπαίδευση» [σελ. 662]), δείχνουν ανάγλυφα εναντίον ποίου πράγματος εξεγείρεται: και αυτό μόνο ένας ορισμένος κομφορμισμός του εικοστού αιώνα είναι ικανός να το εκλάβει ως απλό, κατά το κοινώς λεγόμενο, αξιακό σχετικισμό.

Μεταξύ των αναρίθμητων τόμων που γράφτηκαν για τον Νίτσε, ιδίως τον τελευταίο μισό αιώνα στο πλαίσιο μιας πολυδιαφημισμένης -κι εξίσου προβληματικής- «αναβίωσης», στο έργο αυτό της Kofman πρέπει να επιφυλαχθεί μια πολύ ειδική θέση. Η πολωνοεβραϊκής καταγωγής Sarah Kofman (1934-1994), που τερμάτισε τη ζωή της αμέσως μετά την έκδοση της αυτοβιογραφίας της (Rue Orderer rue Labat, Galilιe 1994), είναι μια αξιοπρόσεκτη φιλοσοφική φωνή τής οποίας το εκτενές έργο έχει δύο διαρκείς πόλους αναφοράς: τον Νίτσε και τον Φρόυντ.1 Παρότι μαθήτευσε στην παρισινή φιλοσοφική γενιά της δεκαετίας του '60, ιδίως τον Ντελέζ και τον Ντεριντά, η γραφή της συνδυάζει την πρόδηλη βαθύτητα μ' ένα εκπληκτικά διαυγές και λιτό ύφος που στοχεύει απ' ευθείας την ουσία (στο οποίο, πρέπει να πούμε, βρίσκει πολύτιμο συνεργό την ελληνική μετάφραση), σε αντίθεση με τις ατέρμονες ναρκισσιστικές περιπλοκές τής εκφραστικής των «δασκάλων» της. Εδώ βεβαίως διαβλέπει κανείς και μία άλλη μαθητεία, που μαρτυρείται ρητά ή υπόρρητα σε άφθονα χωρία του βιβλίου για το οποίο μιλάμε: στις διαλεκτικές ποιότητες της σκέψης του Μπένγιαμιν και του Αντόρνο (απ' ορισμένες απόψεις Ο Νίτσε και μεταφορά θα μπορούσε να διαβαστεί ως παρέκβαση στην Αρνητική διαλεκτική του Αντόρνο, μία βασανιστική κατάδυση στις σχέσεις τής έννοιας με το μη-εννοιακό που νεύει αινιγματικά στα βάθη της).

Κανένας δεν μπορεί να μιλήσει για τον Νίτσε χωρίς να ξεκινάει από το ύφος του: δηλαδή, χωρίς να σταθμίσει τι το ίδιο το ύφος υπαινίσσεται για τη σχέση του λόγου με το αναφερόμενο (ή την πηγή) του. Η σχέση του εννοιακού με τον μεταφορικό τρόπο τού εκφράζεσθαι είναι η σχέση ακριβώς της φιλοσοφίας με τον μύθο, και η αντιστροφή του παραδοσιακού συσχετισμού μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων δεν υποβάλλει μόνο ένα «τέλος» της φιλοσοφίας, όπως την κατανοούσαμε ώς τώρα, στ' απόνερα της πλατωνικής-μεταφυσικής παράδοσης και υπό τη φενακισμένη μορφή του συστήματος: λέει επίσης κάτι ουσιώδες για την προέλευση της σημασίας, αυτού του ρευστού στοιχείου που αποκρυσταλλώνεται σε ό,τι αποκαλούμε «έννοια» και «αξία», από την άμορφη και αβυσσαλέα μήτρα τού γίγνεσθαι της ζωής (που σε κάποιο συμφραζόμενο λέγεται επίσης «ιστορία»). Αυτό είναι που διερευνά με εξονυχιστικό τρόπο το βιβλίο της Kofman. Η διεισδυτικότητά της θα φτάσει μέχρι την κατάδειξη του μηχανισμού τής πραγμοποίησης, που συνδέει αδιαχώριστα την αποξένωση της εννοιακής γλώσσας με την εμπορευματική αποξένωση, όπως ανιχνεύεται μέσα στη διπλή σημασία του όρου «αξία»: «Η "τιμή", όπως και η έννοια, είναι ένα μέτρο που έχει τεθεί από τον άνθρωπο και, κατόπιν, έχει επιβληθεί ως τέτοια στα πράγματα και στα άτομα. Λόγω αυτής ακριβώς της φετιχοποίησης της αξίας, ο άνθρωπος λησμονεί πως η ίδια η αξία συνιστά προϊόν αξιολόγησης κι εφεξής μετρά την τελευταία με βάση την πρώτη. Ομοίως, λησμονώντας πως η έννοια συνιστά απόρροια της μεταφυσικής δραστηριότητας, τη λαμβάνει ως υπερβατικό μοντέλο, υποβιβάζοντας κάθε ενικό πράγμα ή δράση σε απαξιωμένα αντίγραφα ή ομοιώματα αυτής. Μέσω της φαντασιωσικής κατασκευής ενός υπερβατικού κόσμου, η ίδια η γένεση του μέτρου λησμονείται» (σελ. 84-5).

Μια σειρά κρίσιμων, καταληκτήριων αποσαφηνίσεων θα δώσει η συγγραφέας στο κείμενο που έχει προσθέσει ως παράρτημα του βιβλίου, μια μακροσκελή κριτική στο βιβλίο του Jean Granier, Το πρόβλημα της αλήθειας στη φιλοσοφία του Νίτσε (Παρίσι, 1966). Με χαρακτηριστική ευθυβολία διαλύει αλλεπάλληλες στιβάδες παρανοήσεων που έχουν μέσα στα χρόνια σωρευθεί πάνω στο βασανισμένο γραπτό του Νίτσε, ξαναδίνοντάς μας αυτή τη σκέψη παρθενική, ολοκάθαρη, σαν χειρονομία που μένει ακόμα να διαβαστεί όπως -αναμφίβολα- ήλπιζε η ίδια. Και για να τελειώνουμε με το πρόβλημα του «σχετικισμού», την τελευταία κατάρα που πλήττει τον Νίτσε μία στιγμή αφότου άρχισε ν' αποκαθαίρεται από τη χυδαία κατηγορία τού «φασισμού»: «Το γεγονός ότι κάθε αξία νομιμοποιείται de facto ως τέτοια δεν σημαίνει επ' ουδενί ότι ο Νίτσε καταλήγει σε έναν αδιαφοροποίητο πλουραλισμό, σε έναν θετικισμό των αξιών ή σε έναν ιστορικισμό -όπως υποστηρίζει ο κ. Γκρανιέ. Διότι μπορεί μεν να αληθεύει ότι όλες οι αξίες ισχύουν εξίσου ως τέτοιες (κατ' αυτήν την έννοια, δεν υπάρχει αληθής ή ψευδής αξία), αυτό δεν σημαίνει όμως ότι όλες οι αξίες είναι ισοδύναμες: οι αξίες που υπερισχύουν de facto δεν είναι κατ' ανάγκην εκείνες που αξίζουν περισσότερο de jure. Μολονότι για τον Νίτσε όλες οι αξίες είναι εμμενείς στο Είναι -εφόσον το ίδιο το Είναι συνιστά αξιολόγηση-, ο ίδιος εγκαθιδρύει μια ιεραρχία των αξιών [...] Η αξία των αξιών -δηλαδή, εκείνος ο παράγοντας που αποτελεί τη συνθήκη αλήθειας ή αναλήθειας της κάθε αξίας- εξαρτάται πάντοτε όχι από την αλήθεια της ζωής, αλλ' από το αν μια αλήθεια εξυψώνει ή απαξιώνει τη ζωή, από το αν με αυτή την αξία η ζωή αναπτύσσεται ή παρακμάζει, τέλος, από τη δαψίλεια ή την ένδεια της ζωής εκείνου που αξιολογεί» (σελ. 212, 214). *

1. Στα ελληνικά κυκλοφορεί επίσης το έργο της Το πρωτόλειο της τέχνης. Ερμηνεία της φροϋδικής αισθητικής (Κανάκη, 2009).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Παρωδίες
Πράκτορες και συνωμότες του Εκο στην καρδιά της Ευρώπης
Οι παλίρροιες της ματαιοδοξίας
Για να γνωρίσουμε τον Μάλερ
Γυναικείος έρωτας και φως
Οταν η λίστα περιέχει την ομορφιά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Μυστικά υπάρχουν και στο τραγούδι
Δεν υπάρχουν πια ροκ είδωλα
Κριτική βιβλίου
Παρωδίες
Πράκτορες και συνωμότες του Εκο στην καρδιά της Ευρώπης
Οι παλίρροιες της ματαιοδοξίας
Για να γνωρίσουμε τον Μάλερ
Γυναικείος έρωτας και φως
Ο Νίτσε πριν και μετά την ερμηνεία
Οταν η λίστα περιέχει την ομορφιά
Λογοτεχνία
Το τεμαχισμένο αριστούργημα
Βιβλία σε στόματα λεόντων
Ζεν αθωότητα σε μπρούντζινα χέρια
Νίκος Παπάζογλου
Ο πολιτισμός της καθημερινότητας
Συνέντευξη: Κεμάλ Γιαλτσίν
«Γράφω πάντα την αλήθεια»
Άλλες ειδήσεις
Ονειρικοί Υπερασπιστές
Η φυρή
Χτίζεται με όραμα, φαντασία και διαίσθηση η ποιητική τέχνη
Τα σχόλια του Τρίτου