Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Πεντάλ

  • Alma Perdida

    Δική σας, ακαθόριστες λαχτάρες· ενθουσιασμοί·

    σκέψεις μετά το πρόγευμα· διαχύσεις της καρδιάς·

    μαλάκωμα ύστερ' από την ικανοποίηση

    των αναγκών των φυσικών· αναλαμπές του

    πνεύματος· διαταράξεις

    όταν γίνεται η χώνεψη· ηρεμία

    μετά την καλή χώνεψη· χαρές χωρίς αιτία·

    ταραχές της κυκλοφορίας του σώματος· ερωτικές

    ενθύμησες·

    μυρωδιά θυμαριού στο μπάνιο το πρωί· όνειρα

    ερωτικά·

    μεγάλο καστιλιάνικο κέφι μου, απέραντη

    πουριτάνικη θλίψη μου, προσωπικά μου γούστα·

    σοκολάτες, μπομπόνια τόσο που να καίν,

    ζαχαρωμένα, παγωμένα πιοτά·

    πούρα που σε μουδιάζουνε· και σεις, που φέρνετε

    ύπνο, σιγαρέτα·

    χαρές της γρηγοράδας· γλύκα τού να 'σαι

    καθισμένος· καλοσύνη

    του ύπνου μες στ' απόλυτο σκοτάδι·

    μεγάλη ποίηση των πιο κοινών πραγμάτων·

    μικροπεριστατικά, ταξίδια·

    ατσίγγανοι· περίπατοι με το έλκηθρο· βροχή στη

    θάλασσα·

    τρέλα μιας νύχτας πυρετού, μόνος με μερικά βιβλία·

    απάνω-κάτω του καιρού και της θερμοκρασίας·

    στιγμές από μι' άλλη ζωή ξαναφερμένες· θύμησες·

    προφητείες·

    κι εσείς λαμπράδες της κοινής ζωής και της

    συνηθισμένης,

    δική σας η χαμένη αυτή ψυχή.

    ποίημα του Γάλλου Βαλερύ Λαρμπώ (1881-1957), σε μετάφραση Μήτσου Παπανικολάου.

    *************

    Ο Αντρας που έχασε τη γυναίκα του

    Ενας άντρας και μια γυναίκα ζούσαν μαζί, αλλά οι σχέσεις τους ήταν άσχημες. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν, για μια ορισμένη περίοδο, το κυνήγι ήταν ιδιαίτερα φτωχό. Ο χειμώνας ήταν κρύος, αλλά το χιόνι λιγοστό κι έτσι δεν μπορούσε κανείς να βρει τα ίχνη κανενός ζώου και τα μεγάλα θηράματα είχαν καταφύγει σε πιο ζεστές περιοχές. Αφού είχε περπατήσει όλη τη μέρα, ο άντρας έπρεπε να θεωρεί τον εαυτό του τυχερό αν κατάφερνε να φέρει στο σπίτι έναν λαγό ή έναν κάστορα. Η γυναίκα γκρίνιαζε και δεν τον υποδεχόταν καθόλου φιλικά. Εδινε στον άντρα της να φάει μόνο μια φτερούγα ή τα εντόσθια του ζώου και κρατούσε τα καλά κομμάτια για τον εαυτό της.

    «Μα τι την πιάνει; Θέλει δηλαδή να πεθάνω από την πείνα;», αναρωτιόταν ο άντρας. Οι μεγάλες περιπλανήσεις, το τσουχτερό κρύο και ο πυρετός εξαντλούσαν τον άντρα και εκτός απ' όλα αυτά, δεν έτρωγε τώρα κι αρκετή τροφή για ν' αντέξει, Αντίθετα, η γυναίκα, που δεν έβγαινε ποτέ από τη σκηνή, δεν είχε ανάγκη από τόση τροφή για να επιβιώσει. Εκείνο τον χειμώνα, παρά το δριμύ ψύχος, πάχαινε και δεν την ένοιαζε καθόλου που έβλεπε τον άντρα της να αδυνατίζει και να γίνεται πετσί και κόκαλο.

    Ενα πρωί, η γυναίκα άναψε, όπως το συνήθιζε, τη φωτιά. Ο άντρας της, που αισθανόταν εκείνη τη μέρα κατάκοπος, θέλησε να μείνει ξαπλωμένος λίγη ώρα ακόμη. «Σήκω επιτέλους! Τι θ' απογίνω αν δεν σηκωθείς». Ο άντρας γύρισε στο άλλο πλευρό και δεν απάντησε. Εκείνη γκρίνιαξε και θύμωσε, χωρίς όμως να τον συγκινήσει. Τότε η γυναίκα φόρεσε το γούνινο πανωφόρι της και δεν ξαναγύρισε. Ο άντρας ξεκουράστηκε ώσπου ξαναβρήκε τις δυνάμεις του. Υστερα έφαγε ένα καλό γεύμα και πήγε να κάνει την καθημερινή του βόλτα και να ρίξει μια ματιά στις παγίδες του και τις θηλιές του. Δεν κουράστηκε τόσο όσο πριν. Είδε ένα ίχνος που έφευγε από την καλύβα του και σκέφτηκε: «Ισως η γυναίκα μου να μ' εγκατέλειψε». Στην παγίδα είχε πιαστεί ένας κάστορας. Οταν επέστρεψε το βράδυ με το θήραμα, δεν βρήκε κανέναν. Εκοψε μόνος του το ζώο, άναψε φωτιά και μαγείρεψε το ψητό του. Εκείνο το βράδυ επιτέλους χόρτασε.

    Ετσι, έζησε μόνος του όλο τον υπόλοιπο χειμώνα. Οταν ζέσταναν οι μέρες και τα μονοπάτια έγιναν βατά, μονολόγησε: «Θα πάω να δω τι απέγινε η γυναίκα μου». Εφυγε ακολουθώντας την κατεύθυνση των μισοσβησμένων πατημασιών της γυναίκας του. Εφτασε σε μια καλύβα. Εκεί τη βρήκε ζωντανή μ' έναν άλλο άντρα.

    «Τι θέλεις;», τον ρώτησε αυτός. «Εψαχνα τη γυναίκα μου. Τώρα τη βρήκα».

    «Πολύ καλά. Θα κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας παλεύοντας». Κι αμέσως του όρμησε.

    Η πάλη δεν κράτησε πολύ, γιατί ο πρώτος άντρας ήταν ο πιο δυνατός και σε λίγο νίκησε τον αντίπαλό του.

    «Ε, καλά. Πάρ' την πίσω», είπε ο ηττημένος.

    «Α, όχι!», απάντησε ο νικητής. «Αφού τη θέλεις, κράτησέ την».

    Στον δρόμο της επιστροφής, του χαμογέλασε η τύχη· σκότωσε ένα ελάφι, το πρώτο όλου του χρόνου.

    Μικρή εύθυμη ιστορία των Ινδιάνων Αθαμπάσκα στην περιοχή του Καναδά, σε μετάφραση Φ. Δραγούμη από την έκδοση Ινδιάνοι της Μικρής Βιβλιοθήκης/Εθνολογία, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1984. Η συλλογή των μύθων, των παραμυθιών και των ιστοριών οφείλεται στον Η.R. Reider.

    Γουστόζικη, φρέσκια ιστορία. Λίγα λόγια, χωρίς φιοριτούρες. Ευθείας γραμμής διήγηση και πολλές «κεντρικές ιδέες». Ετσι δεν μας λέγανε στο Γυμνάσιο πριν από αρκετά χρόνια; «Βρείτε την κεντρική ιδέα». Ετσι δεν εξοντώθηκαν κείμενα που δεν διέθεταν μία;

    Ησυχο τέλος. Αποκλείει την εισβολή του διανοουμενισμού. Ο ποδηλάτης την είδε σαν μαγική εικόνα.

    Ο,τι γίνει ο βάτραχος θα γίνει κι ο άνθρωπος

    καμιά τροφή για τον βάτραχο, καμιά τροφή για τον

    άνθρωπο

    να μην αναπνέει ο βάτραχος, να μην αναπνέει ο

    άνθρωπος.

    Σιγά σιγά μαζί με τον βάτραχο, ο άνθρωπος θα

    πεθάνει

    από το ίδιο βιβλίο, τετράστιχο αφιερωμένο από τον ποδηλάτη στην 5η Ιουνίου, Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, που φέτος πέρασε σχεδόν απαρατήρητη καθώς επισκιάστηκε από το Μνημόνιο και τα παραφερνάλιά του, τα σκάνδαλα των υπέρ και υπό της θαλάσσιας επιφάνειας υποβρυχίων και τις «ακολασίες» του Στρος-Καν με την καμαριέρα. Πενιχρές εκπομπές στην τηλεόραση με αστείες προτάσεις από τους οικολογικούς εκπροσώπους, εκκλήσεις στα νοικοκυριά για οικονομία ρεύματος και ύδατος κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ. Εως εδώ. Εξάλλου οι Παγκόσμιες Ημέρες περιμένουν στη σειρά. Ο πνευματικός κόσμος πάντως δεν δείχνει να ταράζεται εν προκειμένω. Η δε ιστορία με τους πυρηνικούς αντιδραστήρες της Ιαπωνίας και την περιβαλλοντική μόλυνση πάει, ξεχάστηκε. Πρόσφατα, εξάλλου, τα δελτία τα απασχόλησαν τα αγγουράκια Ισπανίας.

    Ξάπλωσε το κεφάλι σου στην ψάθα·

    μέσα στο γαλάζιο φως του βραδινού,

    χάνονται κιόλας τα μονοπάτια·

    η ομίχλη πλανιέται μπρος στην πόρτα·

    το σούρουπο σκορπίζει τη γύρη των λουλουδιών

    και τη ρίχνει στα μάτια σου.

    Η ακρίδα σέρνεται κάτ' απ' τα χόρτα.

    Τα χέρια είναι κουρασμένα,

    τα πόδια είναι κουρασμένα.

    Αύριο το μικρό ελάφι θα χοροπηδάει στο δάσος.

    Κοιμήσου, είσαι στο σπίτι σου.

    Ανάπνευσε το άρωμα της μητέρας σου.

    Ζεστά θα σε βάλω να ξαπλώσεις

    στον τοίχο που βλέπει ο νοτιάς·

    τα χέρια μου θα στρώσουν την κουβέρτα σου.

    Εδώ έρχεται η ποίηση να ξεκουράσει με απλό ινδιάνικο τρόπο. Γύρω από τη φωτιά του καταυλισμού. Κι ας είναι καλοκαίρι. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Μυστικά υπάρχουν και στο τραγούδι
Δεν υπάρχουν πια ροκ είδωλα
Κριτική βιβλίου
Παρωδίες
Πράκτορες και συνωμότες του Εκο στην καρδιά της Ευρώπης
Οι παλίρροιες της ματαιοδοξίας
Για να γνωρίσουμε τον Μάλερ
Γυναικείος έρωτας και φως
Ο Νίτσε πριν και μετά την ερμηνεία
Οταν η λίστα περιέχει την ομορφιά
Λογοτεχνία
Το τεμαχισμένο αριστούργημα
Βιβλία σε στόματα λεόντων
Ζεν αθωότητα σε μπρούντζινα χέρια
Νίκος Παπάζογλου
Ο πολιτισμός της καθημερινότητας
Συνέντευξη: Κεμάλ Γιαλτσίν
«Γράφω πάντα την αλήθεια»
Άλλες ειδήσεις
Ονειρικοί Υπερασπιστές
Η φυρή
Χτίζεται με όραμα, φαντασία και διαίσθηση η ποιητική τέχνη
Τα σχόλια του Τρίτου