Έντυπη Έκδοση

Καρτ ποστάλ από τη Λισαβόνα

Μια παρατεταμένη ανάδραση προερχόμενη από το φαινόμενο της διερώτησης του πόσο μυστήριος άνθρωπος είμαι, το οποίο εξαρτάται από το πόσο άνθρωπος είμαι, το οποίο τόσο ξεκάθαρα διακρίνεται καθώς αφήνω πίσω μου το λιμάνι της Civitavecchia, οκτώ του Αυγούστου, και εισέρχομαι σε μια θάλασσα που είναι προθάλαμος μιας θάλασσας που σε λίγες ώρες θα περαστεί, όπως κάθε αντιδιαστολή και επικύρωση διπλωμένη στα μακριά μου μανίκια που έχω ώς τον αγκώνα γυρίσει, σαν επιλεγμένη και καταχωρισμένη σε δρομολόγια ναυσιπλοΐας πορεία ανάμεσα από δύο νησιά.

Στο Μπελέμ στρώνουν ήδη ένα μοναχικό τραπέζι για μένα.

(Στη διάρκεια όλων αυτών ο πατέρας της θάλασσας λαγοκοιμάται μ' ένα στριφτό τσιγάρο να σιγοκαίγεται στο γερμένο του χέρι, που πάλλεται ανεπαίσθητα από τον σφυγμό του αίματός του.)

Εχει σηκωθεί σκοτάδι και τα αστέρια έχουν κάπως απρόθυμα ξυπνήσει, ενώ το φεγγάρι περιστρέφεται σαν το χρυσό κεφάλι μιας βίδας που δεν λέει να βιδώσει, για το σκότος που κρύβει το υπόλοιπο πονεμένο της ομορφιάς του, που είναι στην πραγματικότητα μια στρογγυλή τρύπα απ' όπου περνά απ' το σαλόνι του θεού, το φως. Κι εμείς λέμε, να το φως, το φως του φεγγαριού. Το πλοίο, για να μιλήσουμε σοβαρά επιτέλους, χαρακώνει και η θάλασσα ματώνει αφρούς που μοιάζουν με σαπουνόνερα. Ο καπετάνιος κουμαντάρει το πλοίο, αλλά ποιος κουμαντάρει τη θάλασσα.

Αρδεύω κατόπιν, με οδηγό την ακίδα, την οποία αδυνατεί το μάτι ορθά να παρατηρεί, την Ισπανία, και καταλήγω νωρίς το πρωί της ενδεκάτης Αυγούστου στη Λισαβόνα.

Καφετιά πλακάκια, γαλάζια πλακάκια, αμέτρητα πανομοιότυπα παράθυρα που δημιουργούν τείχη εσωτερικά και στενωπά μπαλκόνια - τα μικροσκοπικά τραμ, κόκκινα ή κοκκινωπά, ανεβοκατεβαίνουν και ο χώρος ανάμεσα στους Λισαβονέζους που περιφέρονται ή πηγαίνουν στις δουλειές τους είναι, με τον δικό τους μοναδικό τρόπο, πάντα μεγάλος. Λες και δεν γίνεται να συγκρουστούν κατά λάθος ή απρόσμενα σε κάποια γωνία ή όντας σκυμμένοι. Στη Λισαβόνα είδα τους περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο που περπατούν, όχι ακριβώς σκυφτοί, μα με το βλέμμα τους ίδιο σχεδόν μ' εκείνα τα δραματικά και ανήσυχα βλέμματα των ομοιωμάτων της Παναγίας και του Χριστού και της Παναγίας που κρατά τον μικρό Ιησού στην αγκαλιά, που πωλούνται σωρηδόν, και οι κάτοικοι της Λισαβόνας βάζω στοίχημα πως όλοι τους κάτι έχουν πάθει και δεν μπορούν να κοιτάξουν τον ουρανό, που ετούτη την ώρα με αμέτρητες συννεφένιες διακεκομμένες καμπύλες είναι πλημυρισμένος από την Alfama ώς πέρα ψηλά στα όρια του Bairo Alto, όπου κατευθύνομαι ποδαράτος για κάτι. Για να κατευθυνθώ ποδαράτος κάτω από εκείνα τα διακεκομμένα σύννεφα. Και άλλα, ιδού.

Περιστροφικές και ισόπεδες διανοίξεις και ανισόπεδες επίσης μέσα στους αιώνες και για μένα τον ξένο η Λισαβόνα είναι εξαίσια, παραθαλάσσια και συνάμα παραποτάμια άσπιλη μπουγάδα - σε κάποιο αναπάντεχα όμορφο σοκάκι βλέπω κρεμασμένα να στεγνώνουν στον δροσερό αέρα που φέρνει ο Ατλαντικός ακόμα και τα δικά μου ρούχα. Μέχρι να φτάσω στο τέλος του στενοσόκακου γυρίζω πίσω και ψηλά στην άκρη ενός τόσου δα μπαλκονιού η πορτογαλίδα μητέρα μου βγαίνει και μαζεύει τα ρούχα· στρίβει λίγο το κεφάλι της και μου φωνάζει να καθήσω φρόνιμος - βρίσκομαι πίσω της μέσα στο δωμάτιο, όντας τεσσάρων χρόνων και σχεδόν μπουσουλίζω, προσπαθώ να την τραβήξω από το φουστάνι, βλέπω τη μωρουδίστικη χούφτα μου να σφίγγει και να τσαλακώνει το μπεζ ύφασμα, στην κατσαρόλα γίνεται το κλασικό πορτογαλέζικο πιάτο, μπακαλιάρος με πατάτες. Η μποτίλια με το κόκκινο πόρτο στο κέντρο του τραπεζιού, ο πατέρας λείπει. Αυτή η ζωή μού φέρνει αφόρητη πλήξη, πρέπει να μεγαλώσω και να φύγω αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Στο πάτωμα αφήνω στίγματα του τετράχρονου ιδρώτα μου.

Αφήνω πίσω μου το σοκάκι και μπαίνω σ' ένα άλλο. Αλάνια με παρατηρούν υπολογίζοντας αν μπορούν να μου την πέσουν, μοιάζουν και πράγματι είναι κλεφτρόνια, κάνουν σοβαρούς υπολογισμούς, αλλά σταματώ ακριβώς μπροστά τους για να ανάψω το τσιγάρο μου, και αυτό τους μεταδίδει κάποιο απρόσμενο άγχος, βήχω βαριά, φτύνω λίγο πιο πέρα από πόδια τους και συνεχίζω ατάραχος.

Κάμποσα τετράγωνα πιο πέρα και περνώντας σε άλλη συνοικία βρίσκω το καφενείο που ζητάω και κάθομαι να ανταποκριθώ. Ενα απόσπασμα γεμάτο υπεραισθητή απάθεια. Κάθε μέρα η ζωή με εντάσσει στο νόημα· στο μοναδικό υπαρκτό νόημα, στο δικό της. Βάζω μια τελεία και αποφασίζω να στείλω το σημείωμα στην εφημερίδα. Εχω να κάνω τόσα. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Διάχυτο αίσθημα απουσίας
Ε.Ε. Cummings: Συγγραφέας εικόνων, σχεδιαστής λέξεων
Ενας ιερωμένος τιμά την Ελλάδα
Συνθέτες κλασικής μουσικής: Οι ροκ σταρ της εποχής τους
Μεταφυσική έγνοια ίσον φυσική απώλεια
Οι κρυπτωνυμίες της γραφής
Ανεμπόδιστη θέα στην Καπέλα Σιξτίνα
Το πάθος της Δελφικής Ιδέας
Η θάλασσα που έσταξε
Το χρονικό ενός σπάνιου βίου
Οψεις της ανάγνωσης
Η γενικευμένη ομοιομορφία δημιουργεί σύγχυση και αδιαχώρητο
Λογοτεχνία
Ο ποιητής του φαρμακωμένου καιρού
Από τις 4:00 στις 6:00
Οι άνθρωποι με αναπηρίες δικαιώνονται στη χώρα μας μόνο στο τραγούδι
Ενας «Νονός», δυναμίτης!
Άλλες ειδήσεις
Το κλεμμένο γράμμα και η γένεση του λακανισμού
Καρτ ποστάλ από τη Λισαβόνα
Εν τη ρίμα του λόγου / Φυσάει