Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Πεντάλ

  • Οχι όμως και καθόλου

    Σημειώσεις, έκδοση Ανωνύμων, Λαμία 1975.

    Κείμενα γραμμένα στο διάστημα 1972-1975. Στο σύντομο προλογικό σημείωμα τονίζεται ότι «οι ιδιότητες των προσώπων που μιλούν, παρουσιάζονται ή αφηγούνται είναι παροδικές για κάθε κείμενο» («ο σοφός», π.χ., τη μια είναι σοφός και την άλλη όχι). Δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς τη συγγραφική αυθαιρεσία, αλλά μου άρεσε που οι ιδιότητες είναι παροδικές, γιατί η λογοτεχνία, που δεν ακολουθεί κατά πόδας τη ζωή, συμπαθεί παρόμοια φαινόμενα. Στη ζωή, όπως ξέρουμε, οι ιδιότητες δεν αλλάζουν, μάλλον επιβεβαιώνονται ακολουθώντας τη φορά παρελθόν - παρόν - μέλλον. Ο σοφός παραμένει σοφός, ίσως να γίνεται και σοφότερος, και ο χαζός χαζός - εδώ δεν ξέρω πραγματικά αν υπάρχει και αν ωφελεί ο συγκριτικός βαθμός του επιθέτου, προτιμότερο ίσως να επιλέξουμε κατευθείαν τον υπερθετικό.

    Ωραίο αυτό το «έκδοση Ανωνύμων», το έχω ξαναθαυμάσει. Σπάνιο, σχεδόν ανεπανάληπτο, σχεδόν πρωτότυπο, σχεδόν πρωτάκουστο, σχεδόν αδιανόητο. Στ' αλήθεια δεν υπάρχει πρόθεση αναγνώρισης ταυτότητας; Αφού στη σελίδα 6 του τεύχους διαβάζω και κλέβω τον δεύτερο στίχο για σημερινό τίτλο:

    Οσο λιγότερα, τόσο καλύτερα

    Οχι όμως και καθόλου.

    Διόλου σπάνιο, διόλου ανεπανάληπτο, διόλου πρωτότυπο, διόλου πρωτάκουστο, διόλου αδιανόητο - επίκαιρο, κυκλοτερές.

    Το σημερινό Πεντάλ θα αντιγράψει για δεύτερη φορά από τεύχος των ανωνύμων εκδόσεων, τεύχος με κείμενα σε μπρεχτικό ύφος. Πολλά θα μπορούσε να είχαν αναμφίβολα γραφτεί καλύτερα, με περισσότερη επιμέλεια. Αλλά ο ποδηλάτης έχει την εντύπωση, τη βεβαιότητα σχεδόν, πως παρ' όλα αυτά δεν τα υποκινεί ένας βιαστικός και άγαρμπος διδακτισμός αλλά μια συνείδηση σβέλτη και διαυγής μεν, απαυδημένη και μελαγχολική δε, απαλλαγμένη από σχολαστικισμό και λογοτεχνικές «ευγενικές επιθυμίες».

    σελ. 8

    Εχουμε ψωμί

    Εχουμε ύπνο ήσυχο

    Εχουμε δουλειά

    Δε φοβόμαστε ν' αρρωστήσουμε

    Εχουμε αγαθά

    Δε μας κλέβει κανείς

    Σκεφτόμαστε καθαρά

    δεν είναι κανένας μόνος του

    Εχουμε ισορροπία

    Δεν κλέβουμε κανέναν

    Μαθαίνουμε αυτά που θέλουμε

    Τα παιδιά μας θα μεγαλώσουνε καλά

    Δε χάνονται οι κόποι μας

    Αυτά εδώ ήταν που λέγαμε

    όταν λέγαμε χοντρικά «ελευθερία»

    κι αυτοί κάνανε πως δεν καταλαβαίνανε

    * * *

    Ξέρω πως βλέπεις που σε κλέβω

    Μα όσο δεν πιάνεις το μαχαίρι είμαι καλά.

    Κι αυτό επίκαιρο, καίτοι, θυμίζω, γράφτηκε το 1975, και κυκλοτερές, και διόλου επομένως πρωτότυπο, μια και το έχουμε πάρει απόφαση πως τα γυρίσματα του καιρού είναι και οικονομικά, κι αφού ένα οποιοδήποτε λεξικό μάς πληροφορεί ότι υπάρχουν περίοδοι στην εξέλιξη μιας οικονομίας, κατά τις οποίες ύστερα από ένα διάστημα ανόδου και ανάπτυξης ακολουθεί ένα διάστημα ύφεσης και καχεξίας, για να ακολουθήσει και πάλι ένα διάστημα ανάκαμψης και ανάπτυξης κ.ο.κ., κι αυτό ονομάζεται οικονομικός κύκλος, με άλλα λόγια, γύρισμα.

    Ωραία, να μην ανησυχούμε επομένως, κανείς δεν έπιασε και δεν θα πιάσει μαχαίρι, γιατί εδώ ο ορισμός του οικονομικού κύκλου συμπίπτει με τον κύκλο των κυβερνήσεων και τα λεγόμενα της σημερινής κυβέρνησης. Οι ορισμοί λειτουργούσαν ανέκαθεν καθησυχαστικά. Ξέρουμε επιτέλους γιατί μιλάμε (αφήστε την ποίηση που δεν έχουμε καταφέρει να συνεννοηθούμε για τον ορισμό της χρόνια τώρα): σήμερα βρισκόμαστε σε καχεξία, αύριο θα βρεθούμε σε ανάκαμψη, όπως σε ανάκαμψη βρισκόμασταν και χτες, πριν από την καχεξία, κ.ο.κ· και κάτω να πέσουμε να χτυπιόμαστε, ούτε η καχεξία ούτε η ανάκαμψη θα καταπτοηθούν, αφού τις προστατεύει η νομοτέλεια. Οι παράμετροι αλλάζουν, η εξίσωση παραμένει. Οσοι πεθάνουν, πέθαναν κι όσοι ζήσουν, έζησαν, κι αυτοί καλύτερα. Οι «κι αυτοί καλύτερα» προφανώς είναι ο άγνωστος Χ που παίρνει ανάλογα με τις ανάγκες της εξίσωσης διαφορετική τιμή κάθε φορά.

    Ωφελήματα και υποχρεώσεις θα ανακατανεμηθούν, και όσοι έχουν περισσότερες υποχρεώσεις ας συμβάλλουν και στον λογαριασμό της Εθνικής Τραπέζης, που είχε τη φαεινή ιδέα να τον ανοίξει ο κύριος Πετσάλνικος για να σώσουμε την Ελλάδα. Μα κι αυτός γιατί δεν περιμένει να κάνει ο κύκλος τον κύκλο του; Γιατί μονάχα ν' ανοίγει λογαριασμό και δεν κλείνει και κανέναν από τους ανοιχτούς στη στενή; Αυτό δεν λέει ο κοσμάκης όταν λέει «να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας»; Δεν θα 'ναι για το καλό της πατρίδας; Γιατί στον τόπο αυτό ανοίγουν συνέχεια οι λογαριασμοί και χαίνουν εσαεί; Ο ποδηλάτης μπορεί να μετρήσει όπως μετράμε προβατάκια για να μας πάρει ο ύπνος. Γιατί δεν πρόκειται για τον πορτοφολά στην τέχνη, όπως Ο Πορτοφολάς του Robert Bresson, για έναν χαρακτήρα δηλαδή που συνειδητά ενεργεί εκτός της συμβατικής «ηθικής» και θεωρεί την κλοπή ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης. Δεν πρόκειται για άποψη ενός κλέφτη που είχε και κάποια χάρη, κάποιο στυλ και αισθητικές αρχές τέλος πάντων, όχι· πρόκειται για κακέκτυπα ζωής!

    Της θαλάσσης καλύτερα

    φουσκωμένα τα κύματα

    να πνίξουν την πατρίδα μου

    ωσάν απελπισμένην,

    έρημον βάρκαν,

    Η πρώτη στροφή από τη 16η Ωδή του Κάλβου με τον τίτλο, ΑΙ ΕΥΧΑΙ. Η Ωδή αξίζει να παρατεθεί ολόκληρη και ο ποδηλάτης υπόσχεται στον εαυτό του να το κάνει σε επόμενη σελίδα. Αρκετοί ποιητές πολύ μετά θάνατον σχολιάζουν, άθελά τους, τη σημερινή πραγματικότητα, εικονική και μη, με τρόπο αμείλικτο.

    Γιατί πρέπει να πέσουμε στο κρεβάτι όπως η Ιζαμπέλ Ατζανί στο Νοσφεράτου του Βέρνερ Χέρτσογκ και να καλέσουμε τον γοητευμένο από την ομορφιά και το ανάπτυγμα του λαιμού μας κόμη Δράκουλα να γονατίσει πλάι στο προσκεφάλι μας και να μας πιει το αίμα αργά αργά ώσπου να ξημερώσει, ώστε να σώσουμε όχι τον Μπρούνο Γκαντς αλλά την κακομοίρα την Ψωροκόσταινα; Και ξέρετε τι γίνεται στο έργο! Αφού η ηρωίδα πιστεύει ακράδαντα (έχει διαβάσει και τα ανάλογα βιβλία) πως με τη θυσία της ξεμπέρδεψε με τον Κλάους Κίνσκι, τον βρήκε ο κακός ο ψόφος από την απληστία του και σώθηκε και ο καημένος ο άντρας της και η χώρα που έχει πλημμυρίσει ποντίκια και τη θερίζει η πανούκλα, ο άντρας της, αυτός ο γοητευτικός νέος που την κοιτούσε στα μάτια και ορκιζόταν στ' όνομά της, έχει στο μεταξύ πανιάσει κι αυτός -γύρω στα μάτια του μαύροι κύκλοι, το βλέμμα του έχει αφαιρεθεί-, κοντολογίς έχει γίνει με τη σειρά του Κόμης (φιρί φιρί το πήγαινε με τη βλακεία της) και φεύγει στο τέλος καλπάζοντας καβάλα στ' άλογο προς τα Καρπάθια όρη γιατί όπως κραυγάζει «έχω πολλά να κάνω». Ε; Να τη πάλι η αναπόφευκτη παραβολή!

    Το κακό με τα παραμύθια, τις παραβολές, τις λαϊκές παροιμίες, τους μύθους και τα πράσινα άλογα είναι ότι ισχύουν. Και το χειρότερο είναι ότι ενώ ισχύουν και επαληθεύονται ακολουθώντας κι αυτά τις μαθηματικές αρχές τους, κανείς δεν διδάσκεται, γι' αυτό και λέγονται όπως λέγονται. Ακόμη και οι παραβολές της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης στο βρόντο πήγανε, εκτός από τις αφελέστερες, όπως ας πούμε η παραβολή της επιστροφής του ασώτου ή το εν Κανά θαύμα. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Διάχυτο αίσθημα απουσίας
Ε.Ε. Cummings: Συγγραφέας εικόνων, σχεδιαστής λέξεων
Ενας ιερωμένος τιμά την Ελλάδα
Συνθέτες κλασικής μουσικής: Οι ροκ σταρ της εποχής τους
Μεταφυσική έγνοια ίσον φυσική απώλεια
Οι κρυπτωνυμίες της γραφής
Ανεμπόδιστη θέα στην Καπέλα Σιξτίνα
Το πάθος της Δελφικής Ιδέας
Η θάλασσα που έσταξε
Το χρονικό ενός σπάνιου βίου
Οψεις της ανάγνωσης
Η γενικευμένη ομοιομορφία δημιουργεί σύγχυση και αδιαχώρητο
Λογοτεχνία
Ο ποιητής του φαρμακωμένου καιρού
Από τις 4:00 στις 6:00
Οι άνθρωποι με αναπηρίες δικαιώνονται στη χώρα μας μόνο στο τραγούδι
Ενας «Νονός», δυναμίτης!
Άλλες ειδήσεις
Το κλεμμένο γράμμα και η γένεση του λακανισμού
Καρτ ποστάλ από τη Λισαβόνα
Εν τη ρίμα του λόγου / Φυσάει