Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Τυπωθήτω

  • Κραυγή ενός εγώ μοναχικού και απόβλητου

    Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή; Το βλέμμα ή το θέμα χαρακτηρίζει ένα βιβλίο; Υπάρχουν συνέχειες και ασυνέχειες σε μια γραφή;

    Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη -βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

    Επιμέλεια Μισέλ Φάις

    Τόμας Μπέρνχαρτ, Τα βραβεία μου,

    μτφρ.: Σπύρος Μόσκοβου, εκδόσεις Εστία

    Η ιστορία της λογοτεχνίας μάς διδάσκει ότι οι περισσότεροι συγγραφείς πρώτης διαλογής δεν ήταν γόητες των συναναστροφών. Ηταν χειρώνακτες της μοναξιάς, απόκληροι των μεγάλων συναινέσεων, σαλοί. Ενας τέτοιος ήταν και ο αυστριακός πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας του 20ού αιώνα Τόμας Μπέρνχαρντ, ο μαστιγωτής του γερμανικού μικροαστισμού, ο στηλιτευτής της κοινωνικής υποκρισίας, ο «μισάνθρωπος». Με το λογοτεχνικό του έργο εξαΰλωσε τους καημούς της ζωής του, τις αρρώστιες, τη φτώχεια, την κακοδαιμονία σε μια σαρκαστική υπαρξιακή μελαγχολία που διαποτίζει ανεξίτηλα όλα τα γραπτά του. Τα μείζονα και τα ήσσονα. Στις αρχές του 2009, είκοσι ακριβώς χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του, ο εκδοτικός οίκος Ζούρκαμπ εξέδωσε από τα κατάλοιπά του ένα τομίδιο με τον τίτλο «Τα βραβεία μου». Είναι μια συλλογή κειμένων με αφορμή τις λογοτεχνικές διακρίσεις που του απονεμήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60, από το αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας ώς το Βραβείο Μπίχνερ, τη σημαντικότερη λογοτεχνική διάκριση στον γερμανόφωνο χώρο. Ο Μπέρνχαρντ σχεδίαζε να το στείλει στον εκδότη του τον Μάρτιο του 1989, αλλά τον Φεβρουάριο τον πρόλαβε ο θάνατος. Ηταν γι' αυτόν ζήτημα τακτικής. Οταν κωλυσιεργούσε μ' ένα μεγάλο έργο, προέτασσε ένα μικρότερο. Πιεζόταν πάντα από οικονομικές υποχρεώσεις που δεν μπορούσε να καλύψει. Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του εξάλλου δημοσιεύτηκε και η πολύτομη αλληλογραφία του με τον θρυλικό διευθυντή των εκδόσεων Ζούρκαμπ Ζίγκφριντ Ούνζελντ. Αντικείμενό της δεν ήταν τα πνευματικά ζητήματα του τόπου, αλλά αποκλειστικά και μόνον οι διαρκείς οικονομικές απαιτήσεις του συγγραφέα από τον εκδότη του, διατυπωμένες πότε γοητευτικά, πότε φορτικά και πότε ξεδιάντροπα.

    Το έργο «Τα βραβεία μου» διαπνέεται από μια βαθύτατη αηδία για τους ακαδημαϊκούς επαίνους και τις υπουργικές κολακείες, από μια αποστροφή για τους λογοτεχνικούς θεσμούς, τις κριτικές επιτροπές, τις διακρίσεις και τις τελετές. Το μόνο που ενδιέφερε τον συγγραφέα ήταν τα έπαθλα των βραβείων. Με το ένα αγόρασε μια εγκαταλειμμένη αγροικία, όπου έζησε ώς το τέλος της ζωής του, με το άλλο ένα σπορ αμάξι, που έγινε παλιοσίδερα λίγους μήνες μετά, σε μια εκδρομή στην Ιστρια. Και μ' ένα τρίτο έβαλε καινούργια παράθυρα στο σπίτι. Ο Μπέρνχαρντ δεν θεωρεί αντίφαση την αποδοχή ενός βραβείου που κατά βάθος περιφρονεί, μόνο και μόνο για να εισπράξει το χρηματικό ποσόν που το συνοδεύει. Ξεπερνά κάθε φορά την εσωτερική άρνηση φέρνοντας στο νου του το δέλεαρ της είσπραξης. Μέσα από αυτή την ασυνέπεια αναδεικνύεται ένα εγώ πρωτόγονα συμφεροντολογικό, αγνό και ποταπό ταυτόχρονα. Και από πίσω του αφουγκραζόμαστε, όπως σε όλη τη λογοτεχνία του Μπέρνχαρντ, την κραυγή ενός εγώ μοναχικού, απόβλητου, τιμωρημένου χωρίς ευδιάκριτη αιτία. Ο λόγος του είναι συρτός και μακροπερίοδος, γεμάτος επαναλήψεις που επανέρχονται με την εμμονή μιας καταναγκαστικής νεύρωσης. Και σε αυτό το βιβλίο κυριαρχεί η κλασική επιθετική απελπισία του Μπέρνχαρντ, που εξαγνίζεται, επειδή στους υπόγειους χώρους της ακούμε κάτι άλλο: το μοιρολόι για την ευτυχία που όχι απλώς χάθηκε, αλλά δεν ήρθε ποτέ.

    Αντιθέτως, τα κείμενα των υποτυπωδών ομιλιών που εκφώνησε ο Μπέρνχαρντ σε ορισμένες από τις τελετές βράβευσης και που δημοσιεύονται επίσης σε αυτό το βιβλίο, δεν έχουν σχέση με τη λογοτεχνία του. Είναι ολιγόλογα κείμενα ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε υπερένταση, σαν τις τελευταίες λέξεις κάποιου που τον οδηγούν στην εκτέλεση, μπερδεμένα λόγια με υπαρξιστικές φλυαρίες.

    Οι σχεδόν παραληρηματικές όμως αυτές ομιλίες, γραμμένες την τελευταία στιγμή στο τραπέζι του πρωινού λίγο πριν από τη βράβευση, εκφωνήθηκαν όντως σε ακαδημίες και άλλα γεραρά ιδρύματα προκαλώντας συχνά σκάνδαλο. Ο Μπέρνχαρντ ήταν όντως ένας απόκληρος των μεγάλων συναινέσεων, ένας σαλός, ένας συγγραφέας πρώτης διαλογής. Ισως ένα νεανικό κοινό, που δεν έχει έρθει ακόμα σε επαφή με το έργο του, να ανακαλύψει τον Μπέρνχαρντ μέσα από αυτό το σαρκαστικό πόνημά του. Και να αρπάξει στη συνέχεια εξ όνυχος τον λέοντα. Στρεφόμενο στα κεφαλαιώδη έργα του που έχει μεταφράσει παλαιότερα με αξιοζήλευτο τρόπο στα ελληνικά ο Βασίλης Τομανάς.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Διάχυτο αίσθημα απουσίας
Ε.Ε. Cummings: Συγγραφέας εικόνων, σχεδιαστής λέξεων
Ενας ιερωμένος τιμά την Ελλάδα
Συνθέτες κλασικής μουσικής: Οι ροκ σταρ της εποχής τους
Μεταφυσική έγνοια ίσον φυσική απώλεια
Οι κρυπτωνυμίες της γραφής
Ανεμπόδιστη θέα στην Καπέλα Σιξτίνα
Το πάθος της Δελφικής Ιδέας
Η θάλασσα που έσταξε
Το χρονικό ενός σπάνιου βίου
Οψεις της ανάγνωσης
Η γενικευμένη ομοιομορφία δημιουργεί σύγχυση και αδιαχώρητο
Λογοτεχνία
Ο ποιητής του φαρμακωμένου καιρού
Από τις 4:00 στις 6:00
Οι άνθρωποι με αναπηρίες δικαιώνονται στη χώρα μας μόνο στο τραγούδι
Ενας «Νονός», δυναμίτης!
Άλλες ειδήσεις
Το κλεμμένο γράμμα και η γένεση του λακανισμού
Καρτ ποστάλ από τη Λισαβόνα
Εν τη ρίμα του λόγου / Φυσάει