Ελευθεροτυπία - 17/02/2009
Έντυπη Έκδοση
Ελευθεροτυπία, Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
Ανάλυση στα γεγονότα
-
Πόσοι οφείλουν ν' αυτομαστιγωθούν στο Σύνταγμα;
Δήλωσε ο πρώην υπουργός κ. Γιώργος Βουλγαράκης πρόθυμος να αυτομαστιγωθεί στην πλατεία Συντάγματος, αν χρειαστεί και του ζητηθεί από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.Θεωρεί, δηλαδή, ότι με μια πράξη αυτοτιμωρίας, για όσα του έχουν καταμαρτυρήσει και τον οδήγησαν εκτός κυβέρνησης, μπορεί να εξιλεωθεί και να διεκδικήσει την επανεκλογή του στην Α' Περιφέρεια της Αθήνας.
Εχει, λοιπόν, υποβαθμιστεί τόσο πολύ η έννοια της πολιτικής ευθύνης και ευθιξίας, ώστε τα πάντα παραγράφονται με μια απλή δήλωση εξιλέωσης; Στις μέρες μας δεν έχουμε μόνο την υπόθεση του κ. Βουλγαράκη, αλλά και πολλές άλλες. Πιο πρόσφατη είναι το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου, για το οποίο οι ευθύνες πολιτικών οδηγούνται στην παραγραφή και κανείς από όσους έχουν εμπλακεί δεν πρόκειται να οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη. Τα δικαστήρια, όμως, μόνο καταλογίζουν την ευθύνη των πολιτικών; Μιλώντας για την πολιτική ευθύνη και ευθιξία στη Βουλή στις 2 Μαΐου 1949 ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε πει επιγραμματικά: «Σπανίως υπάρχει παράδειγμα εκπτώσεως δημοσίων ανδρών κατόπιν δικαστικής αποφάσεως. Ο κανών είναι ότι χωρίς δικαστικές αποφάσεις δημόσιοι άνδρες εξέπεσαν από κυβερνητικά αξιώματα, εγκατέλειψαν την Βουλήν, ηναγκάσθησαν να αποσυρθούν από τον δημόσιον βίον, διότι υπέκυψαν εις τον άγραφον αλλά καταθλιπτικόν και παντοδύναμον νόμον της πολιτικής ευθιξίας, της πολιτικής φιλοτιμίας, τον οποίον υπαγορεύει το δημόσιον φρόνημα των ελευθέρων λαών».
Αλλο το 1949 και άλλο το 2009. Στις μέρες μας ο παντοδύναμος άγραφος νόμος είναι εκείνος του ατομικού συμφέροντος, στον οποίο δεν υποκύπτουν μόνον πολιτικοί, αλλά και όσοι ασκούν εξουσία, με αποτέλεσμα ο τόπος να βρίσκεται σε βαθιά κοινωνική κρίση και να μην μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη θύελλα της οικονομικής κρίσης. Εγραφα την περασμένη εβδομάδα σ' αυτήν τη σελίδα ότι η Ελλάδα δίνει «ραντεβού στα τυφλά με την κρίση».
Από τη Νέα Υόρκη ο κ. Νίκος Παπανικολάου μού γράφει: «Λέτε πολύ εύστοχα στο σημερινό σας άρθρο ότι "το κυρίως ζητούμενο είναι να προσδιοριστεί ένας μεγάλος κοινός στόχος. Αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τη διατήρηση των σημερινών θέσεων εργασίας και την αύξηση της απασχόλησης για να περιοριστεί η ανεργία". Αν σας ερμηνεύω καλά, λέτε ότι η κοινωνία και η Ελλάδα γενικότερα δεν έχουν όραμα, κάτι σαν τη Μεγάλη Ιδέα, ας πούμε, αλλά όχι εθνικιστική. Σύμφωνοι, επιτρέψτε μου να διαφωνήσω, όμως, με τη δεύτερη επισήμανση, όχι κατ' ουσίαν, αλλά ως προς τον ρόλο των επί μέρους (θέσεις εργασίας, επενδύσεις σε νέες παραγωγικές δραστηριότητες κ.ά.).
»Τι θέλω να πω; Οτι η οποιαδήποτε κυβέρνηση δίνει κατευθύνσεις, χαράζει στρατηγική πορεία προς το μέλλον σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Πολλοί που παρεπιδημούμε έξω από τα σύνορα, βλέπουμε μια Ελλάδα να αυτοκαταστρέφεται, κόμματα να συναγωνίζονται σε παίγνια μηδενικού αθροίσματος, που να μην μπορούν να αρθρώσουν ένα όραμα για την κοινωνία, για να λύσουν -φευ!- προβλήματα επείγοντα. Ο κατάλογος είναι μακρύς. Απλά θέλω να πω ότι κράτος και κοινωνία δίχως όραμα γενικότερο και εθνική, ναι εθνική, συνοχή δεν έχει μέλλον. Πολύ φοβάμαι ότι θα μας ξανακυβερνήσουν ξένοι σε λίγο».
Τα όσα συνέβησαν την εβδομάδα που πέρασε στην πολιτική σκηνή δικαιώνουν σε πολλά τον επιστολογράφο από τη Νέα Υόρκη. Εγινε στη Βουλή μια συζήτηση για την οικονομία και την αντιμετώπιση της κρίσης τελείως άγονη. Ακούστηκαν τα ίδια από τους πολιτικούς αρχηγούς και ούτε καν συζητήθηκαν προτάσεις, ιδέες και σκέψεις για τα κρίσιμα προβλήματα που απασχολούν την κοινωνία, η οποία ανησυχεί για τη θύελλα που σαρώνει τον πλανήτη και πλήττει τους ασθενέστερους.
Ζήτησε ο πρωθυπουργός κ. Κώστας Καραμανλής συναίνεση από τα κόμματα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Δεν κατέθεσε, όμως, κανένα σχέδιο, καμία πρόταση, ώστε να γίνει συζήτηση και επεξεργασία για να επιτευχθεί συναίνεση.
Από την πλευρά της η αντιπολίτευση, εκμεταλλευόμενη τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων, που δείχνουν δραματική πτώση της κυβερνητικής παράταξης, ζητεί εδώ και τώρα προσφυγή στις κάλπες για την έξοδο από την κρίση. Το ΠΑΣΟΚ, όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ, είχαν προτάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ο κ. Αλ. Αλαβάνος ανέπτυξε κάποιες προτάσεις στην ομιλία του, χωρίς όμως να προκληθεί συζήτηση. Ο κ. Γ. Παπανδρέου αρκέστηκε να καταθέσει το πρόγραμμα του κόμματός του στα πρακτικά της Βουλής, χωρίς να διαβάσει έστω μερικές προτάσεις, που είναι πράγματι ενδιαφέρουσες, όπως π.χ. αυτές για δυναμικές παρεμβάσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση (όμοιες έκανε και ο κ. Αλαβάνος).
Υπάρχει παραδοσιακά μια αδυναμία πολιτικού διαλόγου, που να καταλήγει σε προσέγγιση απόψεων και συναίνεση. Επιτυγχάνεται συναίνεση μόνο σε ζητήματα που καλύπτουν γενικά ή ειδικά συμφέροντα των κομμάτων και των βουλευτών. Για όλα τα άλλα, που τίθενται προς συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, ακούγονται προκατασκευασμένοι μονόλογοι επικοινωνιακού χαρακτήρα, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια δεν δίνουν ούτε επιχειρήματα για τις συζητήσεις του καφενείου. Το μόνο είδος συζητήσεων που ευδοκιμεί σ' αυτόν τον τόπο, προφανώς επειδή είναι ανέξοδο, είναι η εκλογολογία, η οποία αρχίζει από την επομένη την εκλογών, τροφοδοτούμενη από συνεχείς δημοσκοπήσεις και περισπούδαστες αναλύσεις στα τηλεοπτικά παράθυρα.
Εχει αυτή τη στιγμή ο τόπος ανάγκη από σοβαρό πολιτικό λόγο ουσίας, που θα περιγράφει μια στρατηγική πορεία, όπως επισημαίνει από τη Νέα Υόρκη ο κ. Παπανικολάου. Εχει ανάγκη ο τόπος από ένα όραμα, που θα αντιπαρατεθεί στην κινδυνολογία και την καταστροφολογία. Ενα όραμα, που θα κινητοποιήσει τις δημιουργικές δυνάμεις, που έχει εντός και εκτός συνόρων ο τόπος, τις δυνάμεις που μένουν αποστασιοποιημένες. Δίνεται τώρα μια ευκαιρία επιστράτευσης πρώτα για τις ευρωεκλογές και μετά για τις εθνικές εκλογές. Να λυθεί, επιτέλους, όχι μόνο το ζήτημα της ψήφου των αποδήμων, αλλά και της συμμετοχής τους στην πολιτική ζωή του τόπου.
Επιτακτική είναι η ανάγκη να ανανεωθεί το δυναμικό των στελεχών των κομμάτων, όχι με αυτούς που συνωθούνται στους προθαλάμους των αρχηγών, αλλά με άξιους και ικανούς, τους οποίους γνωρίζουν τα κόμματα από την κοινωνική τους προσφορά. Και, επιτέλους, όσοι οφείλουν να αυτομαστιγωθούν -και είναι πολλοί- να το κάνουν και να αποσυρθούν, υποκύπτοντας στον παντοδύναμο νόμο της πολιτικής φιλοτιμίας, που πρέπει να αναστηθεί.