Έντυπη Έκδοση

Τείνω να γίνω... παθητικός αναρχικός

«Τίποτε δυσκολότερο από το να πείσεις ανθρώπους να σου μιλήσουν, όταν κινούνται σε χώρους εντελώς άγνωστους σε σένα». Πρέπει να τους πείσεις πως δεν είσαι φλώρος κι ότι δεν θα προδώσεις τα μυστικά τους

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης συνηθίζει να επιστρατεύει παιγνιώδεις, ευφάνταστους τίτλους για τα βιβλία του, αλλά τα διηγήματα της καινούργιας συλλογής του βρίσκονται υπό τη σκέπη μιας και μόνης λέξης: «Νοέμβριος».

 Γραμμένα κατά την τελευταία διετία,  παράλληλα μ' ένα μυθιστόρημα που απαιτεί ακόμη πολλή έρευνα, και φρεσκοτυπωμένα από τον «Πατάκη», πιάνουν από μία παράγραφο έως πέντε σελίδες και ο γενικός τους  τίτλος ανταποκρίνεται στη φάση αναστοχασμού που βρισκόταν ο ίδιος όσο τα δούλευε.  «Είναι κείμενα χρωστούμενα σε δασκάλους, συγγενείς και φίλους» λέει, καρποί  της ανάγκης, τώρα που έφτασε αισίως τα 60, «να βρω τα επιφανή καταστήματα της μνήμης και να ξανασυναντηθώ με απόντες που επιβιώνουν μέσα μου σαν φαντασμαγορίες»

**

Υπάρχουν εδώ κάμποσες αναφορές στα παιδικά του χρόνια, μαζί με ιστορίες που συμπυκνώνουν το θαμμένο παρελθόν της πόλης του, της Θεσσαλονίκης, ενώ στην πινακοθήκη των ηρώων του, ανάμεσα σε στρατηγούς, μερακλήδες μάστορες, χοιροτρόφους ή γκαρσόνια, συναντάμε από τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και το φαρμακείο του ώς τον Τάκη Κανελλόπουλο, κι από τον φημισμένο αγιογράφο Μανουήλ Πανσέληνο ώς τον ραβίνο Κόρετζ στο -έρημο πια- Διεθνές Βιβλιοπωλείο Μόλχο. Ωστόσο, στον «Νοέμβριο» υπάρχουν και ΑΤΜ που δίνουν ποιήματα, λατέρνες που παρασύρουν στο χορό τους αποξενωμένους ενοίκους μιας πολυκατοικίας, τριζόνια που λες και τραγουδούν συνθέσεις του Φίλιπ Γκλας και του Ρενέ Ομπρί, μέχρι λαχταριστά κέικ σε σχήμα σκαντζόχοιρου ή τροφαντά γυναικεία στήθη που καμουφλάρουν απίστευτο πόνο...

Από τους πιο καταξιωμένους θιασώτες της μικρής φόρμας, ο Σκαμπαρδώνης δεν χαραμίζει τις ιδέες που τον επισκέπτονται όσο παλεύει με κάποια εκτενέστερη σύνθεση. Το μεγάλο «εργόχειρο», που τον απασχολεί καιρό τώρα, είναι μια κοινωνικοπολιτική σάτιρα, όπου ο κόσμος της πολιτικής διασταυρώνεται με τον κόσμο της νύχτας, σε κυκλώματα ναρκωτικών, τράφικινγκ, τοκογλυφίας και τζόγου. «Τίποτε δυσκολότερο από το να πείσεις ανθρώπους να σου μιλήσουν, όταν κινούνται σε χώρους εντελώς άγνωστους σε σένα», παραδέχεται. «Ακόμα κι όταν τους διαβεβαιώνεις πως η ανωνυμία τους είναι εξασφαλισμένη, δεν σου ανοίγονται. Πρέπει να τους πείσεις πως δεν είσαι φλώρος κι ότι δεν θα προδώσεις τα μυστικά τους. Για να χτίσεις μαζί τους σχέσεις οικειότητας κι εμπιστοσύνης χρειάζεται τεράστια επιμονή και ειλικρίνεια εκ μέρους σου...».

Να 'ναι άραγε το διήγημα η εύκολη λύση; Μπορεί να γεννάει διηγήματα στην καθισιά του; «Το αντίθετο! Στο μυθιστόρημα έχεις έναν καμβά που σταδιακά τον εμπλουτίζεις, ενώ το διήγημα θέλει άλλη προσήλωση, άλλη τεχνική, άλλη θερμοκρασία. Απαιτεί λαμπερή έμπνευση, πύκνωση, πυρράκτωση και σκληρό μοντάζ. Το ζητούμενο είναι η έλλαμψη, το σοκ, η πρόκληση θάμβους. Η κάθε λέξη είναι μοναδική, δεν αποτελεί απλώς όχημα μεταφοράς νοήματος. Η αφαίρεση στο διήγημα φτάνει σε πυρηνικό επίπεδο!». Ιδού λοιπόν ένα από τα 33 της συλλογής του, το πιο μικροσκοπικό, «Το ελάχιστο»:

«Διάβαζα ένα τεράστιο μυθιστόρημα που δεν διαβάζεται. Κουράστηκα. Μπάφιασα. Πόθησα την απόλαυση του συμπυκνωμένου ελάχιστου -θυμήθηκα τον παππού μου τον Θόδωρο, που στην Αρετσού της Πόλης, κάποτε, επί ώρες έπινε μια ολόκληρη νταμιζάνα ούζο, χωρίς ψωμί, χωρίς μεζέ, χωρίς τίποτε, παρά γλείφοντας μόνο το κεφάλι ενός παστωμένου τσίρου».

Στην ασκητική συμπεριφορά του παππού του ο Σκαμπαρδώνης διακρίνει «μια διδαχή και για το σήμερα», καθώς «η απλότητα, όσο και η συντριβή με τη θρησκευτική έννοια του όρου, είναι απαραίτητα για να μη χαθείς σ' ό,τι σε περιβάλλει. Πρέπει ν' αγκιστρωθείς στο ελάχιστο που θα σου προσφέρει το μέγιστο, δηλαδή την αυτάρκειά σου». Πόσο επιτυχώς γερνάει ο ίδιος; Οπως ομολογεί, «το ότι μεγαλώνω είναι πολύ επώδυνο για μια πλευρά του εαυτού μου. Οσο κι αν το παλεύω κολυμπώντας χιλιόμετρα χειμώνα-καλοκαίρι, βλέπω τη σάρκα μου να κρεμάει, βάλλομαι από αιφνίδιους πόνους, νιώθω ότι χάνω και δύναμη και επιθυμίες. Ταυτόχρονα, όμως, ισορροπώ καλύτερα. Οταν ήμουν 30, 40 χρόνων δεν σκεφτόμουν ποτέ το τέλος, ούτε και την αξία των ημερών. Ημουν σπάταλος από αυτήν την άποψη. Σήμερα αντιλαμβάνομαι το τιμαλφές τής κάθε στιγμής κι έχω στραφεί ακόμα πιο πολύ σ' εκείνα που αγαπάω, τα βιβλία, το σινεμά, τη μουσική, τους φίλους μου». Σ' ό,τι δε αφορά την πολιτική, «είμαι πιο δύσπιστος, λιγότερο ενθουσιώδης, με λιγότερες αυταπάτες. Τείνω να γίνω ένα είδος... παθητικού αναρχικού».

Μεγαλωμένος «στο τέρμα Χαριλάου, μέσα σε πολύ φτωχό περιβάλλον», από πατέρα κομμουνιστή, διαρκώς κυνηγημένο, ο οποίος ήθελε οπωσδήποτε να τον σπουδάσει, και από μητέρα συντηρητικών καταβολών, ακάματη παντοπώλισσα και παθιασμένη με τη λογοτεχνία -«ήξερε τον Ομηρο απ' έξω!»-, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης μακαρίζει την τύχη του που βίωσε από μικρός τι εστί «οδύνη, αλληλεγγύη, μίσος, μεγαλείο και ταπείνωση». «Η μητέρα μου», λέει, «αδελφή αντισυνταγματάρχη, όχι απλώς μας έζησε από το μαγαζί της, αλλά περιέθαλψε θείες, παππούδες, τους πάντες. Εξι νεκροί βγήκαν από το σπίτι μας! Η πιο οδυνηρή ήταν η πρόωρη απώλεια του πατέρα μου, από καρδιακό στα 49 του, αλλά αυτό μου επέτρεψε να βγω σαν πραγματικό αγόρι στη γύρα, να ψηθώ στα μπιλιάρδα, τα χαρτιά, την αλητεία, και να συγχρωτιστώ με πολλούς ανθρώπους που θα γίνονταν αργότερα ήρωες των βιβλίων μου».

Με νωπές ακόμη τις εντυπώσεις από την Εκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης -«οι εκδηλώσεις της ήταν πολλαπλές, ζωντανές, έξοχες!»- ο συγγραφέας της «Στενωπού των υφασμάτων» (Κρατικό βραβείο διηγήματος 1993), του «Επί ψύλλου κρεμάμενος» (βραβείο Διαβάζω 2004) και του «Περί πολλών τυρβάζω» (βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2012) θεωρεί ότι ο θεσμός πρέπει «πάση θυσία» να διατηρηθεί. Θα ισχυριζόταν κάτι ανάλογο και για την ανανέωση της θητείας του Γιάννη Μπουτάρη; Αποφεύγει ν' απαντήσει ανοιχτά. «Για να είμαι ειλικρινής, το να γίνουν δέκα πεζόδρομοι παραπάνω δεν με πολυενδιαφέρει ως συγγραφέα. Ούτε περιμένω από τους πολιτικούς να δώσουν στην πόλη πνευματική διάσταση. Η Θεσσαλονίκη, με 2.500 χρόνια ιστορία πίσω της, ζει εκ της περιουσίας της, κι αυτό μου αρκεί». Και μια τελευταία ερώτηση. Τι σημαίνει «πατριώτης» στις μέρες μας; «Ο,τι και χθες: το να έχεις το νου σου στα συμφέροντα της χώρας σου.

Αμα θες να τα παραχωρήσεις σε άλλους, είναι προφανές πως δεν έχεις σχέση με τον πατριωτισμό. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για εκείνους που σηκώνουν σήμερα το δάχτυλο, ή παριστάνουν τους σωτήρες, ενώ φρόντισαν να μεταφέρουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό».

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Συγγραφείς/Συγγράμματα
Λογοτεχνία
Παρουσίαση βιβλίου
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αρχιτεκτονική
Ο βωμός της Αρχιτεκτονικής ακόμη ψηλότερα
Βιβλιοθήκη
Αυριανοί πολίτες: Υπεύθυνοι και ενημερωμένοι
Ντοκιμαντέρ
«Ο Θεός με έκανε γκέι»
Συγγραφείς
Τείνω να γίνω... παθητικός αναρχικός
Άλλες ειδήσεις
« Ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να γλείφει την εξουσία»
Παρουσίαση παιδικών βιβλίων