Έντυπη Έκδοση

Απόηχοι της παλιάς Σύρου

Λουκρητία Δούναβη

Φωνές του σώματος

σ. 112, 10 ευρώ

Αλάτι στις λακκούβες

σ. 60, 7 ευρώ

Εκδόσεις της Εστίας

Φυλλομετρούμε την εκτενέστερη ποιητική ανθολογία της γενιάς του '70 που προσώρας διαθέτουμε, αυτή που συνέταξε ο Δημήτρης Αλεξίου πριν από οκτώ χρόνια, μήπως και εντοπίσουμε τη Λουκρητία Δούναβη. Δυστυχώς, ούτε αυτή συμπεριλαμβάνεται ούτε και κανένας άλλος συριανός ποιητής ανάμεσα στους 58 συνολικά ανθολογούμενους. Κι όμως, η Δούναβη ανήκει στους πρεσβύτερους αυτής της γενιάς. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματα το 1970 και εξέδωσε την πρώτη συλλογή της το 1976. Αποδείχθηκε όμως ολιγογράφος. Μέχρι φέτος είχε εκδώσει μόλις τρία ποιητικά βιβλία. Το 1992 έκανε μια πρώτη απόπειρα στην πεζογραφία, εκδίδοντας τη συλλογή διηγημάτων «Το βυσσινί φουστάνι». Τελικά, ούτε στην πεζογραφία στάθηκε παραγωγική. Μόνο δύο βιβλία μεσολάβησαν από τότε: το αφήγημα «Η αγία συνάδελφος» και μια δεύτερη, επαυξημένη έκδοση του πρώτου της βιβλίου, το 2001.

Γεννημένη στην Ανω Σύρα και ζώντας στην Ερμούπολη η Δούναβη δεν έγινε ποτέ με τα ολιγοσέλιδα βιβλία της πρόσωπο του αθηναϊκού λογοτεχνικού προσκηνίου. Δεν θα χαρακτηριζόταν όμως και άγνωστη. Από τα αφηγήματά της προέκυψε μια ταινία μικρού μήκους και ένα θεατρικό, που παρουσιάστηκε από την Πειραματική Σκηνή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βορείου Αιγαίου, με παραστάσεις στα νησιά αλλά και στην Αθήνα. Οσο για τα βιβλία της, τουλάχιστον «Το βυσσινί φουστάνι», δεν διέφυγαν την προσοχή αυτών που αναζητούν το λογοτεχνικό βιβλίο. Φέτος η Δούναβη επανήλθε με δύο βιβλία, το τέταρτο πεζογραφικό της και, αντίστοιχα, το τέταρτο ποιητικό της, που δείχνουν σαν συγκοινωνούντα δοχεία, αφού στίχοι διανθίζουν τα πεζά και πεζά παρεμβάλλονται στα ποιήματα. Αυτή τη φορά φαίνεται να διεκδικεί σθεναρότερα μια θέση στον ήλιο της λογοτεχνίας.

Τα δεκαέξι καινούργια «αφηγήματα», όπως τα αποκαλεί η συγγραφέας, ακολουθούν τα χνάρια των παλαιότερων. Και σε αυτά ξεδιπλώνεται ένας καρτερικός και θυμόσοφος γυναικείος λόγος, ενώ, και πάλι, σε όσα περιγράφει πλανιέται η αύρα της παλιάς Σύρου. Ταυτόχρονα όμως διαφοροποιούνται ως προς τη δομή τους. Ενας αριθμός από αυτά αποκτά περισσότερο χαρακτήρα διηγήματος παρά αφηγήματος. Η βασικότερη όμως αλλαγή, που παρατηρείται σε αρκετά από τα «αφηγήματα», τα οποία δίνουν και τον τόνο σε ολόκληρο το βιβλίο, βρίσκεται στη διάθεση της αφήγησης. Από μελαγχολική, κάποτε και βαρύθυμη, που ήταν, ως επί το πλείστον, στην προηγούμενη συλλογή της, σε αυτή γίνεται ανάλαφρη, καθώς τα ευτράπελα της ζωής κερδίζουν έδαφος έναντι των σοβαρών.

Εξι από τα «αφηγήματα» έχουν τη μορφή μονολόγου και δείχνουν σαν έτοιμα για το θεατρικό τους ανέβασμα. Σε αυτά μονολογεί μια γυναίκα που έχει άντρα και παιδιά. Είναι κι αυτή μία από τις παλιές Συριανές που ανασταίνει η Δούναβη. Ολες τους «γυναίκες της αντοχής», που καμώνονται πως δένουνε τα χέρια και περιμένουν, αφήνοντας πάντα τον τελευταίο λόγο στον άντρα τους. Στο ένα «αφήγημα» εξομολογείται πως την απασχολεί «το κατιτίς» που θέλει μια γυναίκα από τον άντρα της, αλλά εκείνος ολοένα το αναβάλλει, από τον χειμώνα στο καλοκαίρι και από το καλοκαίρι στον χειμώνα. Αν και, κατά τα άλλα, παράπονο από αυτόν δεν έχει. Και νοικοκύρης είναι και έγνοια την έχει. Ομως, εκείνη, όταν της λείπει η γλύκα του «κατιτίς», το ρίχνει στο φαΐ, τα βάζει με τα παιδιά της και όλο θυμάται τις πρώτες τους αγάπες. Αυτά, εν περιλήψει, γιατί το περιεχόμενο του μονολόγου γέρνει σαφώς προς το άσεμνο και τολμηρό. Ωστόσο, ο λόγος κατορθώνει να σκανδαλίζει, χωρίς, ούτε στιγμή, να γίνεται ανάρμοστος, πόσω μάλλον αθυρόστομος. Σαν οι λέξεις να χορεύουν γύρω από τα πονηρά νοούμενα δίχως να τα αγγίζουν, ξεγλιστρώντας με ευρηματικούς υπαινιγμούς. Σε ένα άλλο «αφήγημα», η ομιλούσα πολυμήχανη νοικοκυρά αποπειράται να παρασκευάσει «κοπανιστή», εκμεταλλευόμενη τη ζέστα του διπλοκρέβατου. Σε ένα τρίτο, μια κοντούλα διηγείται πως αποκλείστηκε «λόγω ύψους» από το επάγγελμα της εταίρας, στο οποίο διέπρεπαν τα ψηλά σαν κυπαρίσσια θηλυκά της οικογένειας.

Αλλοτε η γυναίκα ξανοίγεται, μιλώντας γενικά για τα προβλήματά της, και άλλοτε αναφέρεται καταλεπτώς σε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό. Παράδειγμα, «Το τάξιμο», όπου ανιστορούνται τα τραγελαφικά που μπορούσαν να συμβούν, όταν οι άνθρωποι πήγαιναν στα πανηγύρια γαϊδουροκαβαλαρία και τύχαινε το «πισινό» αρσενικό ζωντανό να ορέγεται την προπορευόμενη γαϊδάρα. Εδώ, τη θυμηδία δεν την προκαλούν τόσο τα κωμικά περιστατικά όσο η συριανή ντοπιολαλιά, που επιστρατεύεται για την αφήγησή τους. Η συγγραφέας αξιοποιεί ένα ιδιόλεκτο που δίνει την εντύπωση πως παίζει κρυφτούλι. Λέξεις όπως ανατρεπόμενος, επιδέξιο, πασκάζω, χαζιρεύομαι αποτελούν σπαζοκεφαλιές, τουλάχιστον για τον Αθηναίο αναγνώστη, που θα μπορούσε να διασκεδάσει, αναζητώντας τη συριανή τους σημασία.

Σε αυτό το βιβλίο τής Δούναβη η ευθυμία, ως άλας του βίου, καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση. Αρκεί να συγκρίνουμε δύο διηγήματα που οι τίτλοι τους αναφέρονται στη γυναικεία ένδυση, το παλαιότερο, «Το βυσσινί φουστάνι» και το καινούριο, «Η φούστα η καρό». Η ατμόσφαιρα στο πρώτο είναι θλιβερή, καθώς η γυναίκα συνομιλεί με το φάντασμα της μάνας της, ποιο φουστάνι να βάλει για να την αναγνωρίσει έτσι και τύχει να συναντηθούν στον άλλο κόσμο. Αντίθετα, σπαρταριστή είναι η ιστορία "της καρό φούστας με τις κουφόπιετες", που, ναι μεν επανειλημμένως «σκατώθηκε», αλλά όσες τη φόρεσαν καλοπαντρεύτηκαν, επαληθεύοντας τους παλαιότερους, που πίστευαν πως τα περιττώματα στο ξύπνιο και στα όνειρα είναι προμήνυμα καλού.

Εκτός από τους μονολόγους, και τα υπόλοιπα διηγήματα παραμένουν πιστά στη γυναικεία οπτική. Σε αυτή την ομάδα, το τρίτο πρόσωπο της αφήγησης φαίνεται να υιοθετείται μόνο και μόνο για να δημιουργηθεί μια αίσθηση γενίκευσης στην πρακτική περί τη ζωή φιλοσοφία των γυναικών. Ανεξάρτητα όμως με την αφηγηματική φόρμα, όταν η συγγραφέας εγκαταλείπει τις παλιές Συριανές και δίνει τον λόγο σε συγκαιρινές της, φαίνεται σαν να χάνεται στους γνωστούς ψυχολογικούς δαιδάλους των γυναικείων αφηγήσεων. Σε ορισμένα, μάλιστα, δεν γλιτώνει τη φεμινίζουσα ρητορεία. Οπως και να 'χει, το αρτιότερο διήγημα της καινούριας συλλογής που προέκυψε από τη φλέβα της σατιρογράφου είναι το ακροτελεύτιο, «Η τάντα Ρόζα». Σε αυτό η Δούναβη, όπως και αρκετοί άλλοι συγγραφείς, χρησιμοποιεί το ξενύχτισμα του νεκρού για να στήσει ένα σπονδυλωτό αφήγημα με ερωτικές ιστορίες, σύντομες αλλά γαργαλιστικές. Ως αντίστιξη, το πρώτο διήγημα της συλλογής διατηρεί την αχλύ της νοσταλγίας, συγγενεύοντας με την καινούρια ποιητική συλλογή. Πολλά από τα ποιήματα δείχνουν σαν «tableau vivant κάποιου ωραίου παρελθόντος», που μοιάζει να ταυτίζεται με την Απάνω Χώρα της Σύρου. Η συγγραφέας δεν ζωντανεύει μόνο τις γυναίκες, αλλά και τους γνώριμους χώρους. Σπαρμένοι μέσα στα διηγήματά της βρίσκονται κατάλογοι που ονοματίζουν όσα υπήρχαν κάποτε, όπως εκκλησίες, καφενεία, ταβέρνες, πηγές, φούρνοι κ.ά. Λίγοι μικροί τόποι έχουν την τύχη ενός παρόμοιου λογοτεχνικού ρέκβιεμ.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Το τίμημα του ψεύδους
Στον θάνατο με χάρι
Κινηματογραφικές στιχομυθίες
Τα πάθη του μοντερνισμού
Θεμελιωδώς τρελοί
Η τέχνη του αφορισμού και η κριτική διαμαρτυρία της σκέψης
«Εξ αποκαλύψεως» αλήθειες
Ο κύκλος της ζωής
Ιαπωνική τέχνη και φθορά της μνήμης
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Απόηχοι της παλιάς Σύρου
Το τίμημα του ψεύδους
Στον θάνατο με χάρι
Κινηματογραφικές στιχομυθίες
Τα πάθη του μοντερνισμού
Θεμελιωδώς τρελοί
Η τέχνη του αφορισμού και η κριτική διαμαρτυρία της σκέψης
«Εξ αποκαλύψεως» αλήθειες
Ο κύκλος της ζωής
Ιαπωνική τέχνη και φθορά της μνήμης
Μεγάλη Βρετανία
Γράμμα από το Λονδίνο
Ποίηση
In Memoriam Harold Norse (1916-2009)
Συνομιλίες με τους νεκρούς
Συνέντευξη: Θοδωρής Καλλιφατίδης
Ο Ελληνας ξένος του Βορρά
Παιδική λογοτεχνία
Βιβλία που θα ταξιδέψουν τα παιδιά
Μόδα
Ο ρόλος της μόδας στην ψυχολογική διαμόρφωση του ατόμου (individual)
Από τις 4:00 στις 6:00
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ...για τραγουδιστές...
Μια σύγχρονη ηρωίδα του Dickens
Άλλες ειδήσεις
Πίτερ Παν