Έντυπη Έκδοση

Στον θάνατο με χάρι

Ζυράννα Ζατέλη

Το πάθος χιλιάδες φορές

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 768, 26,13 ευρώ

Ενα κορίτσι που έφτιαχνε με την ανήλικη φαντασία του δηλητήρια, για να θανατώσει όσους τυχόν επιβουλεύονταν την κρυφή του ζωή, πριν ακόμη ενηλικιωθεί, «μόλις στο πρώτο πλάνταγμα της εφηβείας», έκανε τα δηλητήρια λέξεις και τον θάνατο γραφή. Το δέος της Ζυράννας Ζατέλη για αυτό το χαρίεν, μελάνειμον πλάσμα, προορισμένο να γίνει συγγραφέας με ψευδώνυμο «το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους», μεταστοιχειώνεται σε μυθιστορηματική τριλογία από την οποία εκκρεμεί το τρίτο μέρος. Κεντρικό μοτίβο τού ανά χείρας μυθιστορήματος, τα πρώτα μέτρα που διανύει η Λεύκα Ταντανόζη στην προσωπική της ιερά οδό, τη γραφή. Σε ένα φαρμακείο, μια «αυτοκρατορία του θανάτου» την οποία η Λεύκα ανακαλύπτει στο προτελευταίο κεφάλαιο, η μοίρα της βαφτίζεται «Ατροπος η δελεαστική», εξίσου τοξική με το εκχύλισμα του ομώνυμου φυτού. Στο ίδιο μέρος θα βρει, επίσης, την αλληγορική σημασία του ονόματός της, συναρτημένη με τη διχρωμία στα φύλλα της λεύκας, των οποίων η σκούρα πλευρά θρυλείται ότι αντιστοιχεί στον κάτω κόσμο, ενώ η ανοιχτόχρωμη στον επίγειο. Για εκείνη Ατροπος, δελεαστική όσο και αδυσώπητη, είναι η γραφή, φάρμακο νηπενθές, ο τρόπος της να παλινδρομεί μεταξύ πάνω και κάτω κόσμου και να κόβει, όχι το νήμα της ζωής, αλλά «τα χαρτιά της μοίρας της». Στην εναρκτήρια σκηνή του μυθιστορήματος προσφιλείς απόντες, εκπατρισμένοι στον Αδη, επιστρέφουν για τον μεταθανάτιο δείπνο που ετοίμασε η Λεύκα. Σαν να τελεί ανακομιδή οστών, η νεαρή οικοδέσποινα τους ποτίζει αφειδώς με κρασί, «ποτίστρα του καημού» τους, δίνοντας στη «νεκρεγερσία» την ατμόσφαιρα γλεντιού. Σε αυτή την ευωχία «δική της τέχνη όλα», καθώς το τραπέζι μάλλον έχει στρωθεί σε κάποιο από τα τετράδια όπου η έφηβη ενταφίαζε γράμματα καλλιγραφικά, «θανατοβαμμένα». Απολύτως παραδομένη στους νεκρούς της, η μικρή συγγραφέας τούς καλεί να δειπνήσουν μαζί της μέχρι το ξημέρωμα, γνωρίζοντας πως «όλα ζωντανεύουν αν τους αφεθείς, κι ύστερα χάνονται πάλι».

Οπως υπογραμμίζει σε κάποιο σημείο η Ζατέλη, η διαπάλη με τις λέξεις συνιστά νευραλγικό στοιχείο της ιστορίας, είναι «το αντιβούισμα». Στη μαγευτική προσωπογραφία της Λεύκας Ταντανόζη αποτυπώνεται η χαρμολύπη της γραφής, αυτό το μεταίχμιο ανάμεσα στην ανάταση και την απόγνωση, μεταξύ ουρανού και γης. Στο παράφορο πορτρέτο της ηρωίδας, στη μορφή της οποίας το πάθος όντως αντιφεγγίζει χιλιάδες φορές, διαφαίνεται η απόπειρα αυτοπροσωπογραφίας, όμως η Λεύκα δεν χρειάζεται να καταυγάζεται από τη συγγραφέα για να αξιώνει τον θαυμασμό του αναγνώστη. Η λεπτοφυής, αποπνευματωμένη σχεδόν, παρουσία της, αναδύεται θαρρείς από την απόσταξη του μυστηρίου και της μαγείας που συνέχει τις εξιστορήσεις της Ζατέλη. Οι κομψοεπείς, περιπαθείς εξεικονίσεις των ματιών της, απηχούν το διάπυρο, διάπλατο βλέμμα που η ίδια η συγγραφέας στρέφει προς τους κατοίκους του μυθοπλαστικού της σύμπαντος. Η ιδιότητα των ματιών της Λεύκας, «να είναι κατοικία μιας τόσο ιδιαίτερης ψυχής», το μεγάλο της βλέμμα που έρχεται σε αντίστιξη με τη μικρή της ηλικία, βλέμμα αλλόκοσμο, βαθύσκιωτο, γεμάτο συντρίμμια, σκιασμένο από την αύρα του λυκόφωτος, βλέμμα που θυμίζει «τα ανήσυχα γυαλιστερά μάτια ενός νυκτόβιου πουλιού που δεν θέλει σώνει και καλά να έρθει το χάραμα, αλλά και δεν δύναται να το αποτρέψει», μέσα στο οποίο αστραποβολεί μια «φανταχτερή εσωστρέφεια», υποδεικνύει την εσώτερη ένταση που τη λυμαίνεται, τον πόλεμο («ονειροπόλημα κι ονειροπόλεμος») που μαίνεται στο μυαλό της και αποσιωπάται στα γραπτά της.

Στα γραψίματα της ηρωίδας, απόκρυψη και φανέρωση είναι ισοβαρείς. Οπως χρησμοδοτεί η Ζατέλη: «ως δύο σταγόνες ύδατος τα πιθανά και τα απίθανα, τα τεκμαρτά και τα ανείκαστα». Αν τα φύλλα της λεύκας έχουν διπλή όψη, οι λέξεις της Λεύκας αποτυπώνονται συχνά με παλίνδρομη, κατοπτρική γραφή. Διεισδυτικό το εύρημα της Ζατέλη, δηλωτικό της κρύφιας σημασίας των γραφομένων. Το μυστικό που η έφηβη γράφουσα περιφρουρεί μέσω κρυπτογραφιών, δεν είναι μόνον ο έρωτας για τον «ανομάτιστο», τον θάνατο, αλλά και ο ακατονόμαστος έρωτας για τον παππού της, τον Τριαντάφυλλο. Ερωτας γραμμένος πάνω στο πρόσωπό της που οιμώζει, με «γοερά» σημάδια σε σχήμα ανάποδου ταυ, σμιλευμένα με πυρωμένο σίδερο. Ο δισυπόστατος πόθος της ηρωίδας αποδεικνύεται σε αμφότερες τις περιπτώσεις μυθοπλαστικός. Δεν συνιστά αίτημα της καρδιάς, αλλά της γραφής της. Οπως σε πολλά χαρτιά, γραμμένα και από τις δύο πλευρές, με γραφή κανονική στη μία και ανάστροφη στην άλλη, πάντρευε την κυριολεξία του θανάτου με την ακαταληψία του πάθους, σε μια από τις πιο συνταρακτικές στιγμές του βιβλίου τα δύο ανίερα αντικείμενα του πόθου έρχονται και πάλι να συναντηθούν. Μόνη με τον παππού της σε ένα υπερκόσμιο δάσος ποντισμένο στην καταχνιά, η Λεύκα χαράζει στο χώμα κρυπτογραφημένες φράσεις, ισορροπώντας «στο χείλος του μυστικού» της. Οταν ο παππούς τής ζητά μια εξήγηση για τα αφανέρωτα, εκείνη του αποκρίνεται σιβυλλικά πως όποιος βρίσκεται κάτω από το χώμα μπορεί εύκολα να τα διαβάσει. Ως σκοτεινή ιέρεια της γραφής, δεν θα μπορούσε παρά να θύει στη γειτνίαση έρωτα και θανάτου. Από το άλλο μέρος, αρνούμενη να ερμηνεύσει τις χθόνιες γραφές της, δεν διαφυλάττει απλώς τα αισθήματά της, πιστεύοντας πως ο ιδανικός, άφθαρτος έρωτας είναι μόνο ο ανεκπλήρωτος· πέρα απ' αυτό, θέλει οι λέξεις της να είναι κατά το ήμισυ μυστικές, άδηλες. «Και πιο πολύ κι απ' το μυστικό, η ίδια η "μυστικότητα"... αυτή η μέθεξη με το κρυφό».

Η ερεβώδης πτυχή της Λεύκας, περισσότερο μέλαινας, ούτως ή άλλως, παρά λευκής, αποκαλύπτεται μέσω μιας φιγούρας με εξίσου παράταιρο όνομα, της Ωραιοζήλης. Η τελευταία αποτελεί το πιο σπαρακτικό γέννημα της συγγραφέως. Η Ωραιοζήλη, πλάσμα εφιαλτικό, δύσμορφο και δυσβάσταχτο, βάναυσα σακατεμένο από μια πολύ κακιά ώρα, εμφανίζεται στις σελίδες σαν δίδυμη της Λεύκας στο μέτρο που και οι δύο γεννήθηκαν στον ίδιο τόπο, την ίδια ακριβώς στιγμή. Αμφότερες νίβονται το χώμα, η μία κυριολεκτικά, κυνηγώντας τη σκιά της πάνω στο έδαφος, η άλλη μεταφορικά, πάνω από τις σελίδες της. Με τον θάνατό της, αριστουργηματική σκηνή του βιβλίου, η Ωραιοζήλη συμβολοποιείται σαν το άλλο εγώ της ηρωίδας, ένα εγώ βασανισμένο, καθημαγμένο, σπαρασσόμενο από ακαταδάμαστα πένθη. Η Ωραιοζήλη πεθαίνει στην πρώτη της εμμηνορρυσία, σηματοδοτώντας την ενηλικίωση της δίδυμής της η οποία, περίφροντις ψυχοπομπός, αίρει τον φόβο της ετοιμοθάνατης και μαζί τον δικό της φόβο για τον ασφοδελό λειμώνα της ψυχής της. «[...] τώρα η Ζήλη ήταν στα τελευταία της, το νήμα της ζωής της δεν πήγαινε άλλο, και η Λεύκα ανέλαβε να της κάνει παρέα ώς εκεί, να την βοηθήσει να μη φοβάται, έως και να την πείσει πως δεν υπάρχει μέρος ομορφότερο». Ο θάνατος ανταμείβει την Ωραιοζήλη για τη ζωή που έζησε, δίνοντάς της μια ανέλπιστη, θελξικάρδια όψη, πολυζήλευτη. Με την παύση του ψυχομαχητού, «το τρισκόταδο της ακίνητης και αθώρητης ματιάς της» αρχίζει να φέγγει και «οι ανήλιαγες κόγχες της ψυχής της» μεταμορφώνονται «σε δυο μεγάλα, ολάνοιχτα, στο χρώμα της μελάνης μάτια, όπου χιλιάδες στρόβιλοι ουρανού είχαν καθρεφτιστεί και ανακρατούνταν». Τα νεκρά της μάτια, σαβανωμένα με τα πέταλα ενός φούξια τριαντάφυλλου, πέρα από «βαρειές πορφυρόχρωμες ανταύγειες», αντανακλούν ίσως και το σκλαβωμένο, από ένα αλλιώτικο τριαντάφυλλο, βλέμμα της Λεύκας.

Η μεσιτεία της ηρωίδας ανάμεσα σε ζώντες και κεκοιμημένους, σαν να μεταμορφώνεται κάθε φορά σε Ραδάμανθυ, τον αχερόντιο κριτή, θα μπορούσε να παραβληθεί με την κατάνυξη και την ευλάβεια, το βαθύ έλεος με το οποίο η Ζατέλη, δέσμια «μιας σκοτεινής απόλυτης συμπόνιας», παραστέκεται στα πρόσωπα που πάσχουν εντός της επικράτειάς της. Το βιβλίο διαπνέει μια υποδόρια θρησκευτικότητα, σύμφυτη με τη συμπάθεια για τον πόνο του άλλου, με τον οίκτο που ηττάται από την αγάπη, με την εξαγνιστική δοκιμασία του συμπάσχοντος σε σημείο να γίνεται η καρδιά «μια απύθμενη γούβα». Δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχή του μυθιστορήματος, τα χαρτιά της Λεύκας αναδίδουν τη μυρωδιά θυμιάματος, ενώ σε υποσημείωσή της η συγγραφέας κατατάσσει εαυτόν στους δούλους του δόλου, ήτοι της γραφής. Η υποβλητικότητα των ανάερων, αποκαρωμένων λικνισμάτων της γραφίδας της στο βασίλειο των σκιών, προσιδιάζει σε λατρευτικό τελετουργικό, σε μυσταγωγία. Αν η Λεύκα πιστεύει ότι δεν υπάρχει μέρος ομορφότερο από τον θάνατο, η Ζατέλη, φονεύοντας τους ήρωές της, δημιουργεί χερουβικά τοπία της γραφής, ιερά δράματα. Οπως η Λεύκα στο φυτολόγιό της επεξηγούσε λακωνικά τη χρησιμότητα των φυτών, περιοριζόμενη στην ομορφιά τους, για τη Ζατέλη ο θάνατος είναι χρήσιμος στον βαθμό που ομορφαίνει τις λέξεις της. Για τη ζοφερή, όσο και απροσμάχητη γοητεία των πένθιμων μοτίβων του μυθιστορήματος, για την έκπαγλη, ανεκλάλητη ομορφιά των θανατόληπτων, όσο και ποθοπλάνταχτων εκφράσεων, το μόνο που μένει να ειπωθεί είναι εκείνο που λέει η συγγραφέας για την ηρωίδα της: «Είναι ένας παράδεισος, αν μπορείς να τον αντέξεις».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Απόηχοι της παλιάς Σύρου
Το τίμημα του ψεύδους
Κινηματογραφικές στιχομυθίες
Τα πάθη του μοντερνισμού
Θεμελιωδώς τρελοί
Η τέχνη του αφορισμού και η κριτική διαμαρτυρία της σκέψης
«Εξ αποκαλύψεως» αλήθειες
Ο κύκλος της ζωής
Ιαπωνική τέχνη και φθορά της μνήμης
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Απόηχοι της παλιάς Σύρου
Το τίμημα του ψεύδους
Στον θάνατο με χάρι
Κινηματογραφικές στιχομυθίες
Τα πάθη του μοντερνισμού
Θεμελιωδώς τρελοί
Η τέχνη του αφορισμού και η κριτική διαμαρτυρία της σκέψης
«Εξ αποκαλύψεως» αλήθειες
Ο κύκλος της ζωής
Ιαπωνική τέχνη και φθορά της μνήμης
Μεγάλη Βρετανία
Γράμμα από το Λονδίνο
Ποίηση
In Memoriam Harold Norse (1916-2009)
Συνομιλίες με τους νεκρούς
Συνέντευξη: Θοδωρής Καλλιφατίδης
Ο Ελληνας ξένος του Βορρά
Παιδική λογοτεχνία
Βιβλία που θα ταξιδέψουν τα παιδιά
Μόδα
Ο ρόλος της μόδας στην ψυχολογική διαμόρφωση του ατόμου (individual)
Από τις 4:00 στις 6:00
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ...για τραγουδιστές...
Μια σύγχρονη ηρωίδα του Dickens
Άλλες ειδήσεις
Πίτερ Παν