Έντυπη Έκδοση

Πιστή στην ιστορική πραγματικότητα

Καλλιτεχνικές ζυμώσεις του Μεσοπολέμου

Αννίτα Π. Παναρέτου

Τα πορτραίτα της

εκδόσεις Εστίας, σ. 393, ευρώ 16

Για τη σύνθεση οποιουδήποτε ιστορικού μυθιστορήματος απαραίτητη προϋπόθεση παραμένει η φιλολογική έρευνα. Μόνο που τα τελευταία χρόνια αυτή η προκαταρκτική έρευνα έχει στραφεί, σχεδόν αποκλειστικά, σε αμφιλεγόμενα πρόσωπα και σε ατυχή για τη χώρα συμβάντα, κατά την απόδοση των οποίων έχει επικρατήσει η άποψη ότι η μέχρι τώρα ιστοριογραφία λειτούργησε εξωραϊστικά. Οπότε και καταβάλλονται προσπάθειες να γραφούν μυθιστορήματα που να ανασκευάζουν την παραδοσιακά αποδεκτή ερμηνεία των ιστορικών συμβάντων. Αυτό συνιστά ένα βασικό σημείο, ως προς το οποίο διαφοροποιείται η Αννίτα Παναρέτου. Επιλέγει ιστορικά πρόσωπα, για τα οποία δεν υπάρχει ίχνος αμφισβήτησης, επιζητώντας μέσα από τις δικές τους προσωπικότητες να ανασυνθέσει το παρελθόν. Διαφορετική δείχνει και η διάθεση, με την οποία διαβάζει την Ιστορία. Η φιλολογική της έρευνα απλώνεται στην έκταση που θα απαιτούσε μια μελέτη και όχι ένα μυθιστόρημα, για το οποίο, κατά κανόνα, αρκεί μια περί διαγραμμάτου κατατόπιση ή, το συνηθέστερο, μια προϋπάρχουσα ιστορική μελέτη. Αυτό, πιθανώς, οφείλεται στο ότι ξεκίνησε ως μελετήτρια και πολύ αργότερα προέκυψε η μυθιστοριογράφος.

Το φθινόπωρο του 2007 η Παναρέτου εξέδωσε ένα πρώτο, κάπως ανορθόδοξο, ιστορικό μυθιστόρημα, «"Η παρηγορία των επιστολών σου...". Ευανθία Καΐρη και Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου: Αλληλογραφώντας, όπως θα ήθελαν». Καθώς δηλώνεται και από τον τίτλο του, πρόκειται για ένα επιστολικό μυθιστόρημα, στο οποίο δεν υπάρχουν μυθιστορηματικοί ήρωες. Ωστόσο, όσα οι δύο λόγιες του 19ου αιώνα γράφουν στις επιστολές τους και όσα αφήνουν να εννοηθούν λειτουργούν όπως το παιχνίδι με τις φωτοσκιάσεις στη ζωγραφική. Ορισμένες πλευρές της προσωπικότητάς τους προβάλλουν καθαρά, ενώ άλλες μένουν καλυμμένες από κάποια αμφισημία. Δεν απέχει πολύ απ' αυτό που συμβαίνει με το πορτραίτο ενός υπαρκτού προσώπου, όταν ο ζωγράφος δεν είναι της ακαδημαϊκής σχολής, αλλά εκείνης του Κωστή Παρθένη, που στάθηκε από τους πρώτους εισηγητές του μοντερνισμού στην Ελλάδα. Ακριβώς, περί πορτραίτων και για τις ερμηνείες που οι ζωγράφοι καταθέτουν μέσω αυτών, συζητούν ο Παρθένης και ο «δαιμόνιος επιχειρηματίας» Επαμεινώνδας Χαρίλαος στο πρόσφατο, δεύτερο μυθιστόρημα της Παναρέτου. Συγκρίνουν το πορτραίτο της Δάφνης Αθανασιάδη από τον Κρίτωνα Ροδανό με εκείνο της Μαριάνθης Χαριλάου από τον πατέρα Λύτρα, τον Νικηφόρο.

Τριάντα χρόνια χωρίζουν τα δύο πορτραίτα, το φανταστικό από το πραγματικό, που τοποθετείται γύρω στο 1897. Η συζήτηση γίνεται τέλη Μαΐου 1928, σχεδόν δύο μήνες μετά την κηδεία του Κωνσταντίνου Μαλέα, που τελέστηκε στις 9 Απριλίου και την οποία παρακολούθησε συντετριμμένος ο ζωγράφος Ροδανός, πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος. Είχε προηγηθεί, στις 16 Δεκεμβρίου 1927, η κηδεία ενός άλλου φίλου του, του Νικόλαου Λύτρα. Συνομήλικος του Λύτρα ο Ροδανός, είναι αλεξανδρινής καταγωγής, ζει στο Παρίσι και έχει καθιερωθεί ως πορτραιτίστας. Στην Ελλάδα έρχεται για να ανακαλύψει το ελληνικό τοπίο, επηρεασμένος κυρίως από τον Σπύρο Παπαλουκά. Ουσιαστικά, ακολουθεί τα βήματά του, ταξιδεύοντας στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά και τον Αθω. Από εκεί στέλνει επιστολές στον Ιάκωβο Αθανασιάδη, πατέρα της Δάφνης. Μυθιστορηματικοί χαρακτήρες πατέρας και κόρη, συμπληρώνουν την τριάδα των πρωταγωνιστών. Πολιτικός μηχανικός στο υπουργείο Συγκοινωνιών ο Ιάκωβος, αρμόδιος για δημόσια έργα, τον απέσπασαν, τέλη του 1922, στο Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων. Εκεί συνεργάζεται με τον Χαρίλαο, που όρισαν πρόεδρο λόγω της πείρας του από τον θεσσαλονικιώτικο συνοικισμό, που είχε στήσει το 1919 και ο οποίος φέρει μέχρι σήμερα το όνομά του. Οσο για την κόρη του, είναι η καινούρια ηρωίδα της Παναρέτου, έναν αιώνα νεότερη των δύο λογίων του πρώτου μυθιστορήματος. Είναι συνομήλικη του Σεφέρη και φίλη της Μαρίας Πολυδούρη, με την οποία αλληλογραφεί το 1927, όταν εκείνη βρίσκεται στο Παρίσι. Σχετικά λίγες είναι οι σελίδες του μυθιστορήματος υπό μορφή επιστολών, αλλά αποδεικνύονται από τις πιο ενδιαφέρουσες.

Το μυθιστόρημα αρχίζει άνοιξη 1927. «Ενα έτος τομή» το χαρακτηρίζει ο Αλέξ. Αργυρίου στον πρώτο τόμο της Ιστορίας του. Το μυθιστορηματικό σύμπαν στήνεται σαν κυψέλη, τεχνηέντως προσκολλημένη στον κορμό των ιστορικών συμβάντων. Το κυρίως θέμα του είναι το αίτημα της ελληνικότητας, όπως αυτό ταυτίστηκε με την εισχώρηση του μοντερνισμού σε όλους τους πνευματικούς τομείς. Το γεγονός ότι έγινε περισσότερο έκδηλο στις εικαστικές τέχνες, όρισε ως κέντρο βάρος του μυθιστορήματος τους ζωγράφους της «Ομάδας Τέχνης» που συγκρότησε ο νεαρός Λύτρας το 1917 και οι οποίοι στάθηκαν, στη συνέχεια, τροφείς της γενιάς του '30. Αντιστοίχως, ορίστηκε ο χρόνος του μυθιστορήματος. Η αναζήτηση της ελληνικότητας απέκτησε συλλογικό χαρακτήρα και δημιούργησε ερείσματα στην τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα, λίγο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Κορυφαίο γεγονός στάθηκαν οι πρώτες Δελφικές Εορτές, που άρχισαν στις 9 Μαΐου 1927 και διήρκεσαν τρεις μέρες. Ηταν αποτέλεσμα των «υψηλοφρόνων οραμάτων» του Αγγελου Σικελιανού, αλλά στην υλοποίησή τους συνέβαλε καθοριστικά η σύζυγός του Εύα Πάλμερ, φίλη της Ισιδώρας Ντάνκαν. Μέσα από την οπτική της Δάφνης, συμφοιτήτριας του Γιαννάκη, όπως τον φωνάζει, που δεν είναι άλλος από τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, ένας από τους εκπροσώπους της γενιάς του '30, παρουσιάζεται μια ενδιαφέρουσα εικόνα των Δελφικών Εορτών ως καλλιτεχνικού και κοινωνικού συμβάντος. Σκιαγραφούνται ευκρινώς τα πρόσωπα, από τον «πυρετικά ενθουσιασμένο» Σικελιανό μέχρι τον Καρυωτάκη, που παρακολούθησε μεταρσιωμένος την παράσταση του αισχυλικού «Προμηθέα», ξεσπώντας στο τέλος σε «ένα έξαλλο χειροκρότημα».

Η Παναρέτου μένει μέχρι κεραίας πιστή στην ιστορική πραγματικότητα, για να χρησιμοποιήσουμε μια δική της έκφραση. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι κατορθώνει να συναρμόσει την πιστότητα των πραγματικών γεγονότων με έναν μυθιστορηματικό κόσμο, που αναπνέει ελεύθερα, χωρίς στιγμή να δείχνει βεβιασμένος. Τα υπαρκτά πρόσωπα, είτε κάνουν γρήγορα περάσματα είτε συζητούν, συνυπάρχουν με τα μυθιστορηματικά και όλα μαζί αποβαίνουν πειστικά στις συναναστροφές τους. Οι απόψεις που εκφράζουν τα υπαρκτά πρόσωπα θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι δικές τους, δηλαδή να τις έχουν διατυπώσει σε κάποιο σωζόμενο κείμενο ή ομιλία τους. Οσο για τα μυθιστορηματικά, όπως ο Ροδανός, δημιουργούν την εντύπωση ότι μπορεί να προέκυψαν από συγκερασμό περισσότερων του ενός προτύπου. Την ίδια επάρκεια έχουν τα εικαστικά γεγονότα και τα αυθεντικά περιστατικά από τη ζωή στην Αθήνα του Μεσοπολέμου. Η συγγραφέας δεν αρκείται σε γενικόλογες περιγραφές ή στην παράθεση από λίστες πραγμάτων και προσώπων, αλλά περιγράφει με εξαντλητικές λεπτομέρειες.

Το μυθιστόρημα, που ξεκινά το 1927, απλώνεται σε σαράντα χρόνια. Το πιο ενδιαφέρον τμήμα του είναι η πρώτη τετραετία, μέχρι τον θάνατο της Πολυδούρη, στις 29 Απριλίου 1930, το οποίο και καταλαμβάνει περισσότερο από το μισό του βιβλίου. Στο υπόλοιπο μυθιστόρημα επιταχύνεται ο ρυθμός διαδοχής των γεγονότων, ενώ έμφαση δίνεται στην εξέλιξη της ερωτικής ιστορίας, που πλέκεται ανάμεσα στη Δάφνη και τον ζωγράφο του πορτραίτου της. Αλλωστε, στα τέλη του 1930, ναυαγεί η δεύτερη ερωτική ιστορία του μυθιστορήματος, εκείνη του πατέρα της Δάφνης με μια γυναίκα από τα Βουρλά, τη Φωτεινή, που βρέθηκε στον συνοικισμό Παγκρατίου, τον μετέπειτα Βύρωνα. Είναι μια ηρωίδα που πλάθεται ως αντίποδας προς τους Αθηναίους αστούς. Ενώ, μέσα από τον δεσμό της με τον μηχανικό, σκιαγραφείται ο τρόπος που οι γηγενείς αντιμετώπιζαν τους πρόσφυγες. Πιστεύουμε ότι η συγκίνηση, που προκαλεί ακόμη σήμερα η Μικρασιατική Καταστροφή, παρέσυρε τη συγγραφέα, κυρίως όταν αποδίδει το παράπονο του πρόσφυγα, σε κάποιες δραματικές κορυφώσεις. Μπορεί, όμως, και να τις χρειάζεται ένα μυθιστόρημα. Οπως και να έχει, η Παναρέτου, σε αυτό το πρώτο αμιγώς μυθιστορηματικό εγχείρημά της, στηρίζεται στις συζητήσεις, κυρίως, όμως, σε αυτές περί τέχνης. Στην τριτοπρόσωπη αφήγησή της εναλλάσσει τις οπτικές και ενσωματώνει, εκτός από επιστολές, αποσπάσματα από το ημερολόγιο του ζωγράφου. Επίσης, εντός παρενθέσεων και σε πρώτο πρόσωπο, παραθέτει τα συναισθήματα της ερωτευμένης Δάφνης. Πειστικότερα, πάντως, από τα ερωτικά παλιρροϊκά κύματα, περιγράφει η συγγραφέας τους πίνακες. Κάτι που έχει αποδειχθεί αρκετά δύσκολο, αφού απαιτεί την υποκατάσταση της ζωγραφικής αναπαράστασης με ένα ξένο μέσο, τις λέξεις.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Γραφιάδες και απόκληροι
Για έναν ιεροφάντη των θεών
Κατά συρροήν γαμπρός
Γυναίκες και καπιταλισμός, από την πρώιμη νεωτερικότητα έως σήμερα
Παλίμψηστη αίσθηση
Τι κυκλοφορεί στην Ελλάδα
Τετράδια Φυσικής
Η γοητεία του νέου κόσκινου για το παλιό αλεύρι
Το κατά Ιούδαν Ευαγγέλιο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Γραφιάδες και απόκληροι
Για έναν ιεροφάντη των θεών
Καλλιτεχνικές ζυμώσεις του Μεσοπολέμου
Κατά συρροήν γαμπρός
Γυναίκες και καπιταλισμός, από την πρώιμη νεωτερικότητα έως σήμερα
Παλίμψηστη αίσθηση
Τι κυκλοφορεί στην Ελλάδα
Τετράδια Φυσικής
Η γοητεία του νέου κόσκινου για το παλιό αλεύρι
Το κατά Ιούδαν Ευαγγέλιο
Διεθνές Συνέδριο
«Ενας χαμένος ελέφαντας»
Φωτογραφία
Ο καλλιτέχνης του φωτός
Από τις 4:00 στις 6:00
Η βοήθεια πάντα χρειάζεται
Ενα μαύρο αστέρι
Άλλες ειδήσεις
Στων αριθμών τη στάχτη
«Το ιδανικό βιβλιοπωλείο: ένα σενάριο «βιβλιοφιλικής φαντασίας»»
Χνούδι