Έντυπη Έκδοση

«Το ιδανικό βιβλιοπωλείο: ένα σενάριο «βιβλιοφιλικής φαντασίας»»

(2η συνέχεια από το προηγούμενο φύλλο)

Ούτε λόγος φυσικά ότι ένα παρόμοιο βιβλιοπωλείο θα μπορούσε να καλύψει τις αναγνωστικές ανάγκες της συμπαθητικής νοικοκυράς, που ψάχνει μανιωδώς σε βιβλία μαγειρικής τη συνταγή της νηστίσιμης -λόγω Σαρακοστής- πρασόπιτας, που δεν πρόλαβε να σημειώσει κατά την πρωινή εκπομπή στην τηλεόραση... ή της καλλίγραμμης κοπέλας που αναζητεί «μυστικά περιποίησης προσώπου» για την αιώνια νεότητά της και φυσικά απογοητευμένος θα μείνει και ο αναγνώστης που θα ήθελε να ενημερωθεί για τις τελευταίες ανακαλύψεις της «επιστήμης» σχετικά με τις «άγνωστες δυνάμεις» των Αρχαίων Ελλήνων ή ακόμη, τέλος, και η αγχωμένη, σχεδόν ασθματική, κυρία που θα ήθελε να διαβάσει κάτι για να «καταπολεμήσει» την κατάθλιψη...

Τι θα μπορούσε να αντιπαρατάξει ο βιβλιοπώλης του εν λόγω βιβλιοπωλείου... «Τρώνε καλά στα βιβλία του Φλομπέρ», θα έλεγε με νόημα στην πρώτη περίπτωση, επαναλαμβάνοντας τη φράση του Ρισάρ, με τη Σαλαμπό στα χέρια, και αντίστοιχα θα πρόσφερε ως εναλλακτική λύση για τις υπόλοιπες τρεις: Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι του Οσκαρ Ουάιλντ, το Ελληνες και το παράλογο του Ντοτς και το Μέχρι το φάρο της Βιρτζίνια Γουλφ, για να ικανοποιήσει τους πελάτες του... Νομίζω ότι κανένας τους δεν θα έμενε ευχαριστημένος, ώστε ακόμη και στην περίπτωση που τελικά αγόραζαν το προτεινόμενο βιβλίο, είναι μαθηματικά σίγουρο ότι δεν θα επέστρεφαν ποτέ ξανά ως πελάτες, παρά μόνο για να εκδικηθούν, χειροδικώντας μάλιστα... Είναι επίσης σίγουρο ότι η τελευταία πελάτισσα θα χρειαζόταν με μαθηματική ακρίβεια πολύ γρήγορα φαρμακευτική βοήθεια... Προφανώς ποτέ δεν τελείωσε το μυθιστόρημα της Γουλφ και ποτέ δεν έμαθε ότι τελικά ο κύριος Ράμσεϊ και τα δύο παιδιά πραγματοποιούν, επιτέλους, την επίσκεψη στον φάρο...

Οπως καταλαβαίνετε, η βιωσιμότητα ενός τέτοιου «υποθετικού» βιβλιοπωλείου, πιθανόν όαση και όνειρο καλοκαιρινής νύκτας για κάποιους βιβλιόφιλους, αλλά με βεβαιότητα εφιάλτης για τους καθημερινούς πελάτες ενός μικρομεσαίου βιβλιοπωλείου, δεν θα ήταν δυνατή, και το επιχειρηματικό ρίσκο των ιδιοκτητών αδιανόητο και αυτό, όχι μόνο λόγω της κρίσης που ταλανίζει τον κλάδο, όπως και όλη την ελληνική κοινωνία... Είναι γνωστό -και μιλώ εδώ και ως μάχιμος βιβλιοπώλης που αγωνίζομαι χρόνια από τις επάλξεις και τα χαρακώματα (τα ράφια και τα σταντ, ήθελα να πω) ενός συνοικιακού βιβλιοπωλείου της σκληρά χειμαζόμενης δυτικής πρωτευούσης- ότι τα εφήμερα «ευπώλητα» (τα μπεστ σέλερ) είναι αυτά που συντηρούν όχι μόνο τα βιβλιοπωλεία αλλά και το στοκ στα ράφια των κλασικών συγγραφέων -όταν αυτά υπάρχουν... - αντισταθμίζοντας τη δυσκίνητη κυκλοφορία των τελευταίων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι άφατη η χαρά μας όταν κάποιος ζητήσει -μια στις τόσες- ένα σημαντικό κλασικό βιβλίο... Μια ξαφνική παρουσία. Πρόσωπο στρογγυλό. Λίγο βλοσυρό. Εφαρμοστό τζιν και μπλούζα. «Μάλιστα, φυσικά και υπάρχει ο Οδυσσέας του Τζόις...», σκαρφαλώνοντας για να κατεβάσεις το βιβλίο από το πιο ψηλό ράφι, «...ξέρετε ότι η πρώτη έκδοση είχε εξώφυλλο, κατά απαίτηση του ίδιου του συγγραφέα, στο χρώμα της ελληνικής σημαίας;», ξεσκονίζοντας τον τόμο -στα μαύρα βιβλία η σκόνη είναι πιο εύκολα ορατή-, «...ναι, βέβαια, στις εκδόσεις Κέδρος, είναι η μόνη μετάφραση που κυκλοφορεί στα ελληνικά...», κατεβαίνοντας από το σκαμπό, «...παλιότερα είχε κυκλοφορήσει σε μικρά τομίδια από τις εκδόσεις Παϊρίδη... η πρώτη μετάφραση αποσπάσματος... που πρόσφατα αποδόθηκε με βεβαιότητα στην αδελφή τού Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη... τη γνωστή ποιήτρια Ζωή Καρέλη... έγινε στο περιοδικό Κύκλος του Απόστολου Μελαχρινού...». Η μελαχρινή κοπέλα εγκατέλειψε αδιάφορα τον τόμο στους πάγκους και τα μεγάλα μαύρα μάτια της αγκάλιασαν άλλα, πιο τυχερά βιβλία: δεν ενδιαφέρει όλους τους πελάτες ή επίδοξους αναγνώστες ο προσωπικός σου καημός... Κάποιες φορές δεν χρειάζεται να είσαι τόσο λαλίστατος... Κάποιες άλλες, ναι, αλλά τότε είναι που οι δυνάμεις σου δεν στο επιτρέπουν: Ψηλά τακούνια. Γυαλιά ηλίου. Ταγεράκι, πουκάμισο. Δύο κουμπιά ανοιχτά. Αλυσιδίτσα χρυσή. Αρχή του στήθους. «Είναι καλό αυτό το βιβλίο; Το έχετε διαβάσει, έτσι δεν είναι;» πέφτει κεραμίδα η ερώτηση, διαταράσσοντας τη μεσημεριανή ιερή σιέστα του βιβλιοπώλη, με την πελάτισσα να κρατάει κραδαίνοντας απειλητικά στα χέρια έναν τεράστιο τόμο με ένα ροζ γυαλιστερό εξώφυλλο, που αντανακλά τα φώτα της οροφής και σε τυφλώνει... «Συ... συ... γγνώμη, δεν... δεν... έχω προλάβει ακόμα, ξέρετε είναι τόσο μεγάλη η ταχύτητα κυκλοφορίας τους που δεν υπάρχει χρόνος... αν κρίνω όμως από τη ζήτηση του βιβλίου, πρέπει να είναι πολύ καλό!» τραυλίζεις, κοκκινίζοντας, γεμάτος ενοχές, όπως συμβαίνει κάθε φορά που καλείσαι να καταθέσεις τη γνώμη σου για βιβλία των κατηγοριών που έχουν το πρόθεμα «παρα» - παραφιλολογία, παραφιλοσοφία, παραψυχολογία κ.τ.λ. Βιβλία βέβαια που αποτελούν αναγκαστικά ικανό τμήμα του βιβλιοπωλείου και μεγάλο μέρος των καθημερινών πωλήσεων... αλλά που είναι επιτέλους Βιβλία Που Δεν Σε Αφορούν, Βιβλία Που Δεν Είναι Ανάγκη Να διαβάσεις, Βιβλία Που Φτιάχτηκαν Για Αλλες Χρήσεις Και Οχι Για Να Διαβαστούν, ή Βιβλία Που Ηδη Διάβασες Χωρίς Να Κάνεις Τον Κόπο Να Ανοίξεις Γιατί Ανήκουν Στην Κατηγορία Των Ηδη Διαβασμένων Πριν Ακόμα Γραφτούν... όπως θα έλεγε και ο Καλβίνο.

Σκοπός μου, όμως, δεν είναι να μιλήσω ούτε για τον καθημερινό Γολγοθά ενός βιβλιοπώλη ούτε για τα οικονομικά ή και «ηθικά» προβλήματα του βιβλιοπωλικού σιναφιού, που Αλλα Βιβλία Θέλει Να Πουλάει Και Αλλα Πουλάει... Σκοπός μου είναι να μιλήσω για ένα παρόμοιο «απίθανο», μάλλον καλύτερα «ουτοπικό» («ευτοπικό» στην αρχή, που γίνεται «δυστοπικό» προοδευτικά) σενάριο «βιβλιοφιλικής φαντασίας»: το φαντάστηκε για χάρη μας η Γαλλίδα Λοράνς Κοσέ (Laurence Cosse)1 στο μυθιστόρημά της με τον τίτλο Στο καλό μυθιστόρημα (Au Bon Roman, Gallimard, 2009), το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, στη ρέουσα στα ελληνικά και πιστή -εικάζω- στο γαλλικό πρωτότυπο μετάφραση, όπως εγγυάται η υπογραφή και μόνο του μεταφραστή, Αχιλλέα Κυριακίδη, στο εξώφυλλο...

Παρίσι. Αύγουστος του 2004. Οδός Ντιπουιτρέν 9α, 75006. Η κρυφή επιθυμία κάθε φανατικού βιβλιοφάγου, το ανομολόγητο και ομολογημένο όνειρο των απανταχού παθιασμένων βιβλιόφιλων γίνεται, επιτέλους πραγματικότητα. Το «ιδανικό» βιβλιοπωλείο είναι πλέον γεγονός, υπάρχει, άνοιξε τις πόρτες του, στόλισε τις προθήκες του και στεγάζεται στο ισόγειο και τον πρώτο όροφο ενός παλιού κτηρίου στο κέντρο του Παρισιού, στο Οντεόν. Δεν πρόκειται απλώς για ένα καλό και ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, όπου μπορεί να βρει κανείς καλά μυθιστορήματα, αλλά για ένα βιβλιοπωλείο αφιερωμένο αποκλειστικά στο μυθιστόρημα, όπου υπάρχουν μόνο αριστουργήματα, «χωρίς να δίνεται μεγαλύτερη σημασία στην επικαιρότητα απ' ό,τι στους περασμένους αιώνες, που είναι ασύγκριτα πλουσιότεροι». Το όνομά του, «Au Bon Roman» φυσικά. Ενας «παθιασμένος βιβλιοφάγος», ο βιβλιοπώλης Ιβάν και η ηγερία του, μια «ακόρεστη αναγνώστρια», η Φραντσέσκα, ενώνουν τις αναγνωστικές τους δυνάμεις και το βιβλιοφιλικό μεράκι τους και ανοίγουν αυτό το τέλειο βιβλιοπωλείο, γνωρίζοντας ότι η βιωσιμότητα της επιχείρησης δεν είναι εξασφαλισμένη: το τάργκετ γκρουπ των ιδιότυπων αυτών και τολμηρών επιχειρηματιών είναι οι πέντε-δέκα χιλιάδες παθιασμένοι αναγνώστες μιας μεγάλης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, με ισχυρή πολιτιστική παράδοση, οι οποίοι κλείνουν τα αυτιά τους συνειδητά στον πανζουρλισμό των νέων εκδόσεων, «απαυδισμένοι από το να πρέπει να παραγγέλνουν σε υπερφορτωμένα βιβλιοπωλεία αριστουργήματα που δεν είναι ποτέ στο ράφι». Από το βιβλιοπωλείο απουσιάζουν «τα πλανητικά μπεστ σέλερ, οι Χάρι Πότερ και οι διάφοροι Κώδικες Ντα Βίντσι» και υπάρχουν μόνο μυθιστορήματα «Ελεγχόμενης Ονομασίας Προέλευσης». Οι ιδιόρρυθμοι βιβλιοπώλες είχαν υπολογίσει τα πάντα, εκτός από την απίστευτη επιτυχία που θα γνώριζε το εγχείρημά τους... Μια σωστά στημένη διαφημιστική καμπάνια στέφεται με επιτυχία και το βιβλιοπωλείο, ήδη από τα εγκαίνια, κατακλύζεται από εξαρτημένους βιβλιόφιλους, «που το ελαφρώς τρελό τους βλέμμα πρόδιδε την ευφορία τους...». Τα νέα διαδίδονται αστραπιαία στο Διαδίκτυο και τα θετικά εγκωμιαστικά σχόλια περιστρέφονται γύρω από την ίδια ιδέα: «Επιτέλους, μια πραγματική συλλογή». Εναν μόνο παράγοντα, απ' ό,τι φαίνεται, είχαν υποτιμήσει: τον φθόνο των αποκλεισμένων από την επιλογή... Ετσι επιλέγονται, για παράδειγμα, ο συγγραφέας του Πλαστογράφου και της Αληθινής ιστορίας της συμμορίας Κέλι, Πίτερ Κάρεϊ, ο πολυβραβευμένος και ριζοσπαστικός στη γραφή Ζαν Εσνόζ, ο ιδιόρρυθμος συγγραφέας τού Ρεμπό υιός, Πιερ Μισόν, αλλά όχι ο συγγραφέας των Στοιχειωδών σωματιδίων, Μισέλ Ουελμπέκ... Το σκάνδαλο ξεσπά...

(συνεχίζεται)

1. Γεννημένη το 1950, εργάστηκε αρχικά ως δημοσιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας στην εφημερίδα Le Quotidien de Paris και ως ραδιοφωνικός παραγωγός στη France Culture, πριν αφιερωθεί αποκλειστικά στη συγγραφή. Εχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα και δύο συνεντεύξεις με τον Μπόρχες και τον Ταρκόφσκι. Βραβεύτηκε με το «Prix du Jury Jean Giono» το 1996 και με το «Grand Prix de la nouvelle de l' Academie Francaise» το 2006. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί και το μυθιστόρημά της Η απόδειξη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Γραφιάδες και απόκληροι
Για έναν ιεροφάντη των θεών
Καλλιτεχνικές ζυμώσεις του Μεσοπολέμου
Κατά συρροήν γαμπρός
Γυναίκες και καπιταλισμός, από την πρώιμη νεωτερικότητα έως σήμερα
Παλίμψηστη αίσθηση
Τι κυκλοφορεί στην Ελλάδα
Τετράδια Φυσικής
Η γοητεία του νέου κόσκινου για το παλιό αλεύρι
Το κατά Ιούδαν Ευαγγέλιο
Διεθνές Συνέδριο
«Ενας χαμένος ελέφαντας»
Φωτογραφία
Ο καλλιτέχνης του φωτός
Από τις 4:00 στις 6:00
Η βοήθεια πάντα χρειάζεται
Ενα μαύρο αστέρι
Άλλες ειδήσεις
Στων αριθμών τη στάχτη
«Το ιδανικό βιβλιοπωλείο: ένα σενάριο «βιβλιοφιλικής φαντασίας»»
Χνούδι