Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Το άγγιγμα του Σκιαθίτη

  • το άγγιγμα του Σκιαθίτη

    Μέρες του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα

    Τα 160 χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Εμμανουήλ Παπαδιαμάντη και τα 100 χρόνια από τον θάνατό του είναι απλώς η αφορμή για να ξαναθυμηθούμε τους ηδείς γρίφους της γραφής του.

    Η νέα στήλη «Το άγγιγμα του Σκιαθίτη» απευθύνθηκε σε 25 δημιουργούς μιας μεγάλης εκφραστικής βεντάλιας (πεζογράφους, ποιητές, δοκιμιογράφους, μελετητές, επιμελητές, μεταφραστές, ηθοποιούς, σκηνοθέτες θεάτρου και κινηματογράφου, μουσικούς, εικαστικούς, αρχιτέκτονες κ.λπ.) ζητώντας τους το άγγιγμα του οικεία απόμακρου Σκιαθίτη στο έργο τους, στη μνήμη τους, στην απλή καθημερινότητα.

    Ετσι, συγκεντρώσαμε κείμενα, πέραν των αγιογραφικών ή αντι-αγιογραφικών προσλήψεών του Παπαδιαμάντη· κείμενα που αντανακλούν το πρόσωπο και τη φωνή, δηλαδή τη ζωντανή παρουσία του σπουδαίου ευρωπαίου διηγηματογράφου, μέσα από εκμυστηρευμένες στιγμές τους στο μυθικό παπαδιαμαντικό σύμπαν· κείμενα-ψηφίδες μιας αναγνωστικής κοινότητας, μιας αναγνωστικής παραμυθίας, μιας αναγνωστικής αναδημιουργίας.

    Στο ερώτημα ποιο ήταν το μεγάλο ταλέντο του Παπαδιαμάντη παραθέτω τον «ορισμό» του Γιώργου Χειμωνά: Μα τι άλλο είναι το ταλέντο από τη φοβερή προσωπικότητα; Πιο συγκεκριμένος ο Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869-1943), σε συνέντευξή του στην «Ηχώ της Ελλάδος» (1935), στην ερώτηση ποιον θεωρείτε τον μεγαλύτερο ποιητή της νεότερης Ελλάδος, απάντησε: «Τον Παπαδιαμάντη. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος ποιητής μας. Το τονίζω αυτό για να διαλύσω την απορία που γεννά στο πρώτο άκουσμα ο χαρακτηρισμός του "ποιητού" που δίνω στον Παπαδιαμάντη. Το κάνω όμως σύμφωνα με όσα είπα για την ποίηση, επειδή είναι ο μόνος που κατόρθωσε να δώσει υποβολή στον πεζό λόγο. Ετσι κι αν δεν έγραφε στίχους, [παραβλέπει τα λιγοστά ποιήματα που έγραψε, σημ. συν.] είναι περισσότερο ποιητής από όλους μας εμάς τους άλλους ποιητάς. Χάος μας χωρίζει από τον Παπαδιαμάντη». Η ποίηση αναβλύζει από τις σελίδες του Παπαδιαμάντη τόνιζε και ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην εισαγωγή της «Νοσταλγού και άλλα διηγήματα», Νεφέλη 1989.

    Την ποιητική προσωπικότητα του συγγραφέα της Φόνισσας, που ταυτίζεται με το αρυτίδωτο από τον χρόνο έργο του και το σχολιάζει, θα σκιαγραφήσουμε επιλέγοντας δυο-τρεις χαρακτηριστικές στιγμές από την τριανταπεντάχρονη δημιουργική παραμονή του στην Αθήνα (1873-1908), χρησιμοποιώντας περιγραφές του ίδιου και αναμνήσεις συγκαιρινών του. Ο Octave Merlier στον πρόλογο της Αλληλογραφίας του Παπαδιαμάντη, το 1934, είχε τονίσει: «Μας ενδιαφέρει ο άνθρωπος όταν μας συγκίνησε ο συγγραφέας· το έργο του δεν μας φτάνει...». Ενώ ο παλαιός λόγιος, πολιτικός και δημοσιογράφος, Θεόδωρος Βελλιανίτης υπερβάλλει: «Ο άνθρωπος ήτο καλλίτερος από τον συγγραφέα».

    Για το πού ακριβώς έμενε τα πρώτα εκείνα χρόνια του στην Αθήνα δεν υπάρχουν πληροφορίες. Συνδυάζοντας τα αυτοβιογραφικά του κείμενα με κάποιες μαρτυρίες υποθέτουμε ότι κατοικούσε κάτω και γύρω από την Ακρόπολη. Η περιοχή πέραν της συνοικίας του Αγίου Φιλίππου μέχρι το Ριζόκαστρο «μου είναι γνωστή και προσφιλής», έγραφε. Γενικά οι ενθυμήσεις του από τον καιρό εκείνον απηχούν ευτυχισμένες μέρες της ζωής του: νεανική, ρομαντική και παιγνιώδης διάθεση, ηδυπάθεια, καθώς και την απόλαυση μελωδικών ασμάτων. «Από όλους τους καλλιτέχνας, τους μουσικούς αγαπώ περισσότερον» εξομολογείται, και συνεχίζει:

    «Εκεί ήκουα, τον καιρόν εκείνον, τακτικά πάσαν νύκτα κιθάραν και άσμα και μανδολίνον. Η πατινάδα ήρχετο κάθε βράδυ, περί την ώραν του μεσονυκτίου, και έστεκε μισήν ώραν έξω της αυλής, σιμά εις την βρύσιν, κάτωθεν του παραθύρου με το σιδηρούν κιγκλίδωμα, και έψαλλε ρωμαντικά τραγούδια. Επάνω εις το παραθυράκι, αι γάστραι με τα βασιλικά, με τους μενεξέδες, και με πολλών λογιών φραγκολούλουδα, των οποίων δεν ηξεύρω τα ονόματα, εφαίνοντο ότι εσείοντο ίσως από την νυκτερινήν αύραν, όπου έπνεεν εις το ύψωμα εκείνο. Δεν ήσαν αι γάστραι όπου εσείοντο, ήσαν δύο ωραίαι ξανθαί, κασταναί κεφαλαί, με αναδεδεμένας τας κόμας, με ηδυπαθείς τακερούς οφθαλμούς [τρυφεροί οφθαλμοί πλήρεις πάθους και επιθυμίας, σημ. συν.]. Δεν ηδύναντο να κοιμηθώσιν ενωρίς, και είχον την περιέργειαν να εξέρχωνται διά ν' ακούσωσι την πατινάδαν. Ηκουες μειλιχίους ψιθυρισμούς ν' αναμιγνύωνται με την νυκτερινήν αύραν, και όλα αυτά, η μελωδία των ασμάτων, της κιθάρας οι φθόγγοι, το φύσημα της αύρας, οι ψιθυρισμοί εις το σκότος, και των ανθέων το άρωμα, απετέλουν κράμα τι ηδυπαθές, απερίγραπτον, άρρητον, το οποίον μόνον η τουρκική λέξις γκιουζέλ θα ηδύνατο κατά προσέγγισιν να εκφράση».

    (Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις. Λεύκωμα των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896).

    Παρακάμπτοντας τη χρονολογική σειρά και ακολουθώντας την τοπογραφική γειτνίαση με την περιοχή, μεταφερόμαστε περίπου είκοσι χρόνια μετά, στον Αγιο Ελισαίο, το μικρό εκκλησάκι που ήταν χωμένο στην αυλή ενός κεραμιδοσκεπούς σπιτιού της οδού Αρεως 14, κοντά στην πλατεία Μοναστηρακίου. Ο Γεράσιμος Βώκος (1867-1927), πεζογράφος, ζωγράφος και εκδότης δύο σημαντικών εντύπων (το «Περιοδικό μας» και ο «Καλλιτέχνης») που είχαν φιλοξενήσει μερικά από τα καλύτερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, παραβρέθηκε κάποτε σε μια «αγρύπνια» στον ναό και την περιέγραψε:

    «Ησαν δε οι ψάλται, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, οι από Σκιάθου δίδυμοι διηγηματογράφοι και τρυφερότατοι συγγραφείς... Ο πρώτος και εν τη "Ακροπόλει" συνάδελφος είχε μεταρσιωθή εν τη εκπληρώσει των ιερών τούτων καθηκόντων. Αίγλη απολύτου ευτυχίας εφώτιζε την δασύτριχον μορφήν του με την σγουράν μαύρην γενειάδα και την ομοιόχρωμον πλουσίαν κόμην. Ητο αγνώριστος και η μορφή εκείνη η τόσον σκυθρωπή κατά τας ώρας της εργασίας εδώ εις το γραφείον, εφαιδρύνετο υπεράνω του ιεροψαλτικού αναλογίου». (εφημ. «Νέος Κόσμος», 25 Δεκεμβρίου 1936)

    Ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος Στέφανος Στεφάνου, συνάδελφός του στις εφημερίδες «Ακρόπολις» και «Εφημερίς», σκιτσάρει το πορτρέτο του: «Ο Παπαδιαμάντης δεν είχε σχέσεις με κανένα. Ακοινώνητος, σκοτεινός, αμίλητος. Ηρχετο εις το γραφείον σε ώρες που δεν τον έβλεπε κανείς. Ηργάζετο μόνος σε ένα δωμάτιο. Ητανε πάντοτε κακοντυμένος. Οχι τόσο από φτώχεια όσο από αδιαφορία. Τέλειος Μποέμ. Ενα καπέλο της κακής ώρας. Πουκάμισο σαν νυχτικό. Λαιμοδέτη, άλλοτε φορούσε και άλλοτε όχι. Πανταλόνι με ξέφτια, γόνατα και χρώματος ακαθορίστου. Παπούτσια σαν αρβύλες. Και για να κρύψη όλο αυτό το χάλι, εφορούσε από επάνω ένα μαύρο χοντρό παλτό, που είχε όλα τα χρώματα της ίριδος, φόδρες σχισμένες, λεκέδες, τρύπες, μπαλώματα ...γιατί ο Παπαδιαμάντης ποτέ του δεν έβγαζε το παλτό». («Αθηναϊκά Νέα», 10 Φεβρουαρίου 1936)

    Τα πρώτα αθηναϊκά του χρόνια, ο Αγιος Ελισαίος, τα δημοσιογραφικά γραφεία. Στιγμιότυπα μιας μοναχικής πορείας, την οποία προσπαθεί να ερμηνεύσει ο φίλος του Νώντας Δεληγιώργης (εφημ. «Νέον Αστυ» 13.3.1908): Αμα επλησίασα τον Παπαδιαμάντη μου εφάνη τόσον μυστικά κλεισμένος εις το όνειρόν του ή αν θέλετε εις την προσωπικήν του αντίληψιν της ζωής, ώστε κάθε παρείσδυσις εις την ατομικότητά του θα ελάμβανε διαστάσεις εκβιασμού.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Γραφιάδες και απόκληροι
Για έναν ιεροφάντη των θεών
Καλλιτεχνικές ζυμώσεις του Μεσοπολέμου
Κατά συρροήν γαμπρός
Γυναίκες και καπιταλισμός, από την πρώιμη νεωτερικότητα έως σήμερα
Παλίμψηστη αίσθηση
Τι κυκλοφορεί στην Ελλάδα
Τετράδια Φυσικής
Η γοητεία του νέου κόσκινου για το παλιό αλεύρι
Το κατά Ιούδαν Ευαγγέλιο
Διεθνές Συνέδριο
«Ενας χαμένος ελέφαντας»
Φωτογραφία
Ο καλλιτέχνης του φωτός
Από τις 4:00 στις 6:00
Η βοήθεια πάντα χρειάζεται
Ενα μαύρο αστέρι
Άλλες ειδήσεις
Στων αριθμών τη στάχτη
«Το ιδανικό βιβλιοπωλείο: ένα σενάριο «βιβλιοφιλικής φαντασίας»»
Χνούδι