Έντυπη Έκδοση

Στα ταμεία η ευθύνη για τα ελλείμματα

Το αδιέξοδο στο ασφαλιστικό, άλλοθι για τα έκτακτα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης

Τα νομικά και πολιτικά επιχειρήματα της κυβέρνησης προκειμένου να πείσει τους δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι λόγοι υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος επέβαλαν το μνημόνιο και τις περικοπές μισθών και συντάξεων στους δημόσιους υπαλλήλους καθώς και ότι τηρήθηκαν πλήρως οι αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας αποκαλύπτει σήμερα η «Κ.Ε.».

Περιέχονται σε έγγραφο του υπουργείου Εργασίας προς το ανώτατο δικαστήριο, που έφτασε ακριβώς την παραμονή της προηγούμενης δικασίμου και οδήγησε σε αναγκαστική αναβολή της συζήτησης της προσφυγής κατά του μνημονίου, για τις 23 Νοεμβρίου.

Στο έγγραφο γίνεται λόγος για έκτακτη και απρόβλεπτη ανάγκη της εθνικής οικονομίας, ενώ το υπερβολικό έλλειμμα συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη συνεχή διόγκωση των κρατικών δαπανών για τα ασφαλιστικά ταμεία, οι οποίες και επέβαλαν ως απολύτως αναγκαίες τις περικοπές συντάξεων και επιδομάτων.

Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «στη ραγδαία επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας συνέβαλε σημαντικά και η μεγάλη αύξηση των δαπανών για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης και την κάλυψη του αυξανόμενου ελλείμματος».

Η διόγκωση των ασφαλιστικών δαπανών αποδίδεται στη «γήρανση του πληθυσμού» και «την αλματώδη αύξηση του προσδόκιμου ζωής των Ελλήνων και των Ελληνίδων, το οποίο ανέτρεψε την αναλογική σχέση εργαζομένων-συνταξιούχων και «διπλασίασε τον μέσο χρόνο καταβολής της εκάστοτε σύνταξης».

Αντίφαση

Σύμφωνα με έγγραφο του υπουργείου, «οι μεγαλύτερες υπερβάσεις ετησίως στον προϋπολογισμό προέρχονται, συστηματικά, από τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης και ως εκ τούτου οι μεταρρυθμίσεις για την περιφρούρηση της βιωσιμότητας της κοινωνικής ασφάλισης απαιτούσαν την άμεση λήψη μέτρων». Η θέση αυτή όμως έρχεται σε αντίθεση με τις προεκλογικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης, όταν απέκλειε κατηγορηματικά ουσιώδεις αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα.

Περιγράφοντας τη δεινή οικονομική μας κατάσταση, το υπουργείο αναφέρει ότι:

*«Στο τέλος του 2009 η χώρα μας βρέθηκε αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη δημοσιονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, η οποία είχε κλονίσει την αξιοπιστία της, είχε προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της».

*«Από το 2005 και μετά παρατηρείται μεγάλη αύξηση των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού για τη χρηματοδότηση των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητάς του υπ. Εργασίας. Από τα 8,9 δισ. ευρώ και ποσοστό 4,5% του ΑΕΠ το 2005, ανήλθε στα 17,15 εκατ. ευρώ και 7,22% του ΑΕΠ το 2009».

*«Ειδικότερα, για το 2009 η πρόσθετη κρατική χρηματοδότηση για το 2009 έφτασε τα 2,5 δισ. ευρώ».

*«Τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης έπρεπε να ενδυναμωθούν για να αντιμετωπίσουν τις υποβόσκουσες διαρθρωτικές ανισορροπίες που οφείλονται στη γήρανση του πληθυσμού, καθώς τα κόστη των ασφαλιστικών παροχών στην Ελλάδα είναι τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση»!

*«Το κράτος όφειλε και από τις δυσμενείς συνθήκες επιβαλλόταν να αξιώσει απ' όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους τους για την κοινωνική και εθνική αληλλεγγύη (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος). Κάθε πολίτης καλείται να συμμετέχει στην εθνική αυτή προσπάθεια».

*«Το κράτος ήταν ταυτόχρονα υποχρεωμένο να λάβει μέτρα για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος (άρθρο 106, παρ. 1, 2).

Το μνημόνιο στο εδώλιο

Η αντιπαράθεση γύρω από το μνημόνιο διεξάγεται κυρίως με πολιτικά επιχειρήματα. Ηταν μονόδρομος, ισχυρίζεται η κυβέρνηση, και «για να το ξεπεράσουμε πρέπει να το εφαρμόσουμε αυστηρά». Από την πλευρά της η αντιπολίτευση αντιτείνει ότι οδηγεί στην καταστροφή της χώρας και συνιστά υπονόμευση της εθνικής κυριαρχίας.

Το αντιμνημονιακό μέτωπο είναι βεβαίως ετερόκλητο, ωστόσο η ρητορική κατά του μνημονίου είναι κοινή. Οι διαφορές εντοπίζονται στις εναλλακτικές λύσεις που προτείνουν τα κόμματα.

Αμυνα σε τέσσερις άξονες

Η κυβέρνηση στη μάχη που θα γίνει στην ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας θα ρίξει όλα τα όπλα της, νομικά και πολιτικά. Οι αντίπαλοί της, ΑΔΕΔΥ, ΕΣΗΕΑ, ΔΣΑ, υποστηρίζουν ότι ένα δικαστικό όργανο οφείλει να κρίνει τις υποθέσεις με δικονομικά κριτήρια, χωρίς να εισέρχεται στην πολιτική ουσία. Ωστόσο το μέγαρο Μαξίμου θεωρεί ότι, όταν το διακύβευμα είναι μεγάλο (χρεοκοπία), η προσέγγιση δεν μπορεί να είναι στενά τεχνοκρατική. Η επιχειρηματολογία της στο πολιτικό επίπεδο που θα πλαισιώσει τη στρατηγική της στο νομικό πεδίο θα κινηθεί σε τέσσερις άξονες:

1 Οι αγορές είχαν κλείσει, τα επιτόκια είχαν εκτοξευθεί στα ύψη και η χώρα δεν είχε τη δυνατότητα να βρει το ποσό των αρκετών δισ. ευρώ που έπρεπε να καταβάλει στους δανειστές της για να καλύψει τις υποχρεώσεις της. Το φάσμα της πτώχευσης επλανάτο πάνω από την Ελλάδα. Το δίλημμα ήταν ασφυκτικό και δεν υπήρχε άλλη οδός διαφυγής. Στη φάση εκείνη, η προστασία του δημόσιου συμφέροντος επέβαλε τη γραμμή να αγωνιστούμε για τη δημιουργία του μηχανισμού στήριξης, προκειμένου να κερδίσουμε χρόνο και να καθησυχάσουμε τις αγορές. Αυτό επετεύχθη, υποστηρίζει η κυβέρνηση.

2 Στην κριτική που διατυπώνει η αξιωματική αντιπολίτευση, «γιατί δεν βγήκαμε στις αγορές τον Ιανουάριο όταν τα επιτόκια ήταν ακόμη χαμηλά» η κυβέρνηση απαντά ότι: «Βγήκαμε στις αγορές, ζητώντας 5 δισ. ευρώ. Μας προσφέρθηκαν 23 δισ. και τελικώς πήραμε τα 8 δισ. Αν τα παίρναμε όλα, θα στέλναμε το μήνυμα στις αγορές ότι βρισκόμαστε σε δεινή θέση. Η συνέπεια θα ήταν να απογειωθούν την επόμενη μέρα τα επιτόκια και η οικονομία θα έμενε απροστάτευτη, αφού δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί ο μηχανισμός στήριξης». Και συμπληρώνουν ότι «η στάση μας υπαγορεύθηκε από την κοινή οικονομική λογική - κάθε άλλη επιλογή θα ήταν τυχοδιωκτική».

3 Πολλές από τις ρυθμίσεις που προβλέπει το μνημόνιο ανήκουν στις δεσμεύσεις που είχαμε αναλάβει απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ενωση και έπρεπε να προωθηθούν γιατί διαφορετικά τα πρόστιμα θα έπεφταν βροχή και η καχυποψία των ευρωπαίων εταίρων μας καθώς και των ξένων αγορών για τις προθέσεις της Ελλάδας θα μεγάλωνε. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι αλλαγές στο ασφαλιστικό, οι παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της τεράστιας τρύπας που υπάρχει στα νοσοκομεία, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και της αγοράς υπηρεσιών και τα μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος. Κοντολογίς, και να μην υπήρχε το μνημόνιο, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, η χώρα ήταν υποχρεωμένη να κινηθεί με τον τρόπο που υπαγορεύει η συμφωνία της με την τρόικα.

4 Στο ερώτημα αν εξαντλήθηκαν όλες οι άλλες δυνατότητες από την πλευρά της κυβέρνησης, υψηλόβαθμο στέλεχος του οικονομικού επιτελείου έκανε στην «Κ.Ε.» την εξής δήλωση: «Το έλλειμμά μας τότε ήταν περίπου 32,5 δισ. ευρώ. Το ποσό που δίνουμε κάθε χρόνο για τους μισθούς και τις συντάξεις των δημόσιων υπαλλήλων ανέρχεται στα 25 δισ. ευρώ. Στην υποθετική περίπτωση που απολύονταν και οι 800.000 δημόσιοι υπάλληλοι και δεν δίναμε τις συντάξεις στους συνταξιούχους του δημόσιου τομέα, πάλι θα είχαμε ένα υπόλοιπο της τάξεως των 7,5 δισ. ευρώ. Αυτό όμως είναι ένα θεωρητικό σχήμα που δεν μπορεί να έχει εφαρμογή, για πολιτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς και ηθικούς λόγους».

«Συνταγματικό» για τρία χρόνια

Εκτακτη και απρόβλεπτη ανάγκη της εθνικής οικονομίας επικαλείται, μεταξύ άλλων, η κυβέρνηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, για να ζητήσει την απόρριψη ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμων όλων των νομικών επιχειρημάτων της προσφυγής κατά του μνημονίου (όπως άλλωστε αναμενόταν).

Η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας ανέλαβε να υπερασπιστεί το μνημόνιο. Η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας ανέλαβε να υπερασπιστεί το μνημόνιο. Στο έγγραφο του υπουργείου Εργασίας (το υπουργείο Οικονομικών δεν απάντησε ακόμη), οι περικοπές χαρακτηρίζονται «συνταγματικώς ανεκτές» και ως το λιγότερο βλαπτικό μέτρο σε βάρος των συνταξιούχων, οι οποίοι αν κάνουν υπομονή τρία χρόνια θα έχουν νέες προοπτικές!

Περιορισμένη διάρκεια

Σύμφωνα με το έγγραφο, «τις περικοπές επιβάλλουν λόγοι γενικότερου δημόσιου συμφέροντος (συνδεόμενοι με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας) και στηρίζουν την οικονομική ισορροπία των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, διανοίγοντας προοπτικές εξυγίανσής τους στο σχετικά σύντομο διάστημα της τριετίας που υπολογίζεται ότι θα εξέλθει η χώρα από την παρούσα κρίση».

«Οι ίδιοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος (αντιμετώπιση της έκτακτης, εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης της εθνικής οικονομίας), οδήγησαν και στις μειώσεις των επιδομάτων των εργαζομενων στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα κατά θεμιτή κάμψη των ισχυουσών γι' αυτούς συλλογικών συμβάσεων εργασίας», προσθέτει το υπουργείο, επικαλούμενο απόφαση της ολομέλειας του ΣτΕ (2289/87).

Κατά την κυβέρνηση, οι περικοπές ήταν «το μόνο κατάλληλο μέτρο για την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών». Τις αποκαλεί μάλιστα «αναγκαίο και επιβεβλημένο μέτρο, εφόσον δεν μπορούσε να ληφθεί πιο ήπιο ή να θεσπισθεί διάταξη λιγότερο βλαπτική για τα συμφέροντα των συνταξιούχων που να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του όλου συστήματος»!

Επιμένει επίσης ότι «τα πλεονεκτήματα του μέτρου αυτού υποσκελίζουν τα μειονεκτήματά του»! Οπως αναφέρει το έγγραφο, «το μέτρο έχει αρχή, μέση και τέλος, δηλαδή χαρακτηρίζεται από μια παροδικότητα όπως και η εθνική προσπάθεια για τη διάσωση του κράτους, η οποία εάν ευοδωθεί (γεγονός που ήδη διαφαίνεται από τα αίσια δημοσιονομικά αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί μέχρι σήμερα) και σωθεί τελικώς η χώρα, στο τέλος της τριετίας θα ανοίξουν νέες (πολύ καλύτερες των σημερινών) προοπτικές για τους συνταξιούχους»!

Αφ' ετέρου δε, δεν θίγει με την ίδια ένταση όλους τους συνταξιούχους, αφού λαμβάνει πρόνοια ώστε οι μειώσεις στα δώρα τους να είναι ανάλογες με το ποσό της σύνταξης, ενώ εξαιρεί και ορισμένες ευαίσθητες κατηγορίες (ανάπηρους, τυφλούς, παραπληγικούς).

Το Δημόσιο επικαλείται διάφορες αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων, ιδίως του ΣτΕ και του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ότι «ο περιορισμός του συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο όταν είναι αναγκαίος και συνδέεται με το σκοπό που επιδιώκει ο νόμος».

Υποστηρίζει επίσης, ότι με βάση αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «το δικαίωμα πρόσβασης στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης δεν εμπεριέχει αξίωση για παροχή σύνταξης ορισμένου ύψους και επομένως το κράτος λαμβάνοντας υπόψη τους γενικότερους στόχους της οικονομικής πολιτικής μπορεί να αυξομειώνει τις συνταξιοδοτικές παροχές».

Η κυβέρνηση αντικρούει επίσης (χωρίς καμία αναλυτική παράθεση θέσεων) την άποψη ότι το μνημόνιο έπρεπε να ψηφισθεί από τη Βουλή με την αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών αντί της σχετικής πλειοψηφίας (151). Οπως αναφέρεται απλώς, το περιεχόμενο του νόμου 3845/2010, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η υπουργική απόφαση περικοπών των συντάξεων, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 του Συντάγματος!

Ο αντίλογος σε 100 σελίδες

Στην 100 σελίδων προσφυγή της ΑΔΕΔΥ, του ΔΣΑ, της ΕΣΗΕΑ, της Ομοσπονδίας Συνταξιούχων, πολιτών και άλλων, βασικός λόγος ακύρωσης του μνημονίου και των υπουργικών αποφάσεων που το υλοποιούν, είναι η παραβίαση του δικαιώματος της «περιουσίας».

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα προστατεύει πλήρως και τα περιουσιακά δικαιώματα. Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις είτε έχουν αναγνωρισθεί από διαιτητική ή δικαστική απόφαση είτε δημιουργθηκαν από το εθνικό δίκαιο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις των δικαστηρίων, οι τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ' εργαζόμενους του δημόσιου τομέα, μπορεί να μειωθούν μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και πάντα μετά από δικαστικό έλεγχο.

Κατά την πάγια πλέον ελληνική αλλά και ευρωπαϊκή νομολογία, η έννοια του δημόσιου συμφέροντος, η οποία δικαιολογεί αποστέρηση ιδιοκτησίας ή περιουσιακού δικαιώματος, δεν μπορεί να συνδεθεί απλώς με το τρέχον έλλειμμα του Δημοσίου.

Σύμφωνα με την προσφυγή, οι περικοπές μισθών και συντάξεων καταλύουν την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν ορίζεται καν ότι είναι προσωρινές. Σύμφωνα δε με την απόφαση 1975/1991 του ΣτΕ, μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία της εθνικής οικονομίας δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και την προστατευόμενη εκ του Συντάγματος ελευθερία των συλλογικών διαπραγματεύσεων, μόνο όταν έχουν παροδικό χαρακτήρα. Η κυβέρνηση το μόνο που απαντά εδώ είναι ότι οι περικοπές έχουν παροδικό χαρακτήρα και ήταν κατάλληλες και αναγκαίες!

Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι οι περικοπές καταργούν ρυθμίσεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας και συμφωνιών που έχουν καταρτιστεί στο Δημόσιο, παραβιάζοντας το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος. Αλλωστε και η νέα Συνθήκη της Λισαβόνας ενισχύει τη συλλογική δράση.

Η προσφυγή θίγει επίσης ως λόγο ακύρωσης και την πλημμελή διαδικασία επικύρωσης του νόμου 3845/2010, ο οποίος, αν και αποτελεί διεθνή συνθήκη, δεν ψηφίστηκε από τα 3/5 του συνόλου των βουλευτών, όπως επιβάλλει το άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ)
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Κυβέρνηση
Εξω καλά, μέσα ψυχρά κι ανάποδα
Τρία τα εμπόδια για την οικονομία
Ραπόρτο Eurostat
Χάσαμε το στόχο, ζητάμε το «εύγε»
Εξεταστική για το έλλειμμα
Από την απογραφή στην εξεταστική
Τι δείχνουν τα στοιχεία της ΤτΕ για το έλλειμμα
Υπόθεση Βατοπεδίου
Χλομή η παραγραφή για το Βατοπέδι
Συνέντευξη: Αλέκα Παπαρήγα
«Ψηφίστε μας είτε είμαστε είτε όχι στον δεύτερο γύρο»
Το μνημόνιο στο ΣτΕ
Στα ταμεία η ευθύνη για τα ελλείμματα
Ναυπηγεία Σκαραμαγκά
Θρίλερ με τη μεταβίβαση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά
Επένδυση στον Αστακό
Οικολογικά SOS για την επένδυση στον Αστακό
Κόντρες υπουργών για το ντιλ με το Κατάρ
Εκκλησία
«Ιερός πόλεμος» εναντίον της κάρτας του πολίτη
Ελληνοτουρκικές σχέσεις
Τακτικός επισκέπτης
Νέα Δημοκρατία
Ο «λαϊκιστής», η «καληνύχτα» και στο βάθος η Ντόρα
Εκλογές στην Αυτοδιοίκηση
Τι θα κάνετε αν εκλεγείτε περιφερειάρχης
Η ατζέντα των υποψηφίων στην Αθήνα
Από το w/e της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας
Λένε για σένα
Άλλες ειδήσεις
Οι κυβερνήσεις πέφτουνε, μα η διαφθορά μένει