Έντυπη Έκδοση

Μέρες του 1956

Βασιλική Ηλιοπούλου

Σμιθ

εκδόσεις Πόλις, σ. 205, 16 ευρώ

Τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο συχνά οι συγγραφείς πιπιλάνε σαν καραμέλα ορισμένες, ιστορικά φορτισμένες, λέξεις. Φαίνεται ότι είναι ένας εύκολος τρόπος αναφοράς στο πρόσφατο παρελθόν, ο οποίος τους προσφέρει σχεδόν έτοιμα καλούπια για τους ήρωες και λίγο - πολύ στημένο το σκηνογραφικό πλαίσιο. Μια τέτοια λέξη-καραμέλα έχει καταλήξει να είναι και ο Μακρονησιώτης. Αποτελεί έναν απλό επιθετικό προσδιορισμό, που, ωστόσο, δηλώνει πλείστα όσα μέσα από το εμβληματικό του φορτίο. Σε αυτήν τη μόδα, η Βασιλική Ηλιοπούλου φαίνεται να ανθίσταται. Ούτε μία φορά δεν αποκαλεί τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματός της Μακρονησιώτη. Μόνο κάπου μετά το μέσο του βιβλίου ο ήρωας ανακαλεί μια εικόνα: «πάνω στους ώμους τους ο Βαν Φλιτ, να τον ανεβάζουν με ζητωκραυγές από το λιμανάκι στον "Νέο Παρθενώνα"». Στη ροή της ανάγνωσης η εικόνα εύκολα ξεφεύγει. Σε αντίθετη περίπτωση, μένει αινιγματική. Μόνον όσοι αναγνώστες έχουν ακούσει για τον αρχηγό της Αμερικανικής Στρατιωτικής Αποστολής στα χρόνια του Εμφυλίου και ότι κάποτε -συγκεκριμένα πριν από ακριβώς εξήντα χρόνια- επίσημα κυβερνητικά χείλη είχαν παρομοιάσει το έργο που επετελείτο στη Μακρόνησο, με το χτίσιμο «Νέων Παρθενώνων», θα προσθέσουν τον χαρακτηρισμό του Μακρονησιώτη στο, έτσι κι αλλιώς, ασαφώς διαγραφόμενο παρελθόν του ήρωα. Παρεμπιπτόντως, η παρομοίωση της Μακρονήσου με «Νέο Παρθενώνα» λανθάνει και στην καινούρια νουβέλα του Μένη Κουμανταρέα.

Γενικότερα η Ηλιοπούλου, στα πεζογραφήματά της, αποφεύγει να κατονομάσει τους τόπους και να προσδιορίσει επακριβώς τα βιογραφικά των μυθιστορηματικών προσώπων. Προτιμά τις πλάγιες νύξεις ή τη διασπορά μεμονωμένων στοιχείων εντός της αφήγησης. Για παράδειγμα, δεν ονοματίζει το προάστιο της Αθήνας, στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Αορίστως, αναφέρει ότι βρίσκεται στους πρόποδες βουνού όπου υπάρχουν επικίνδυνα κατάλοιπα του «συμμοριτοπολέμου» και ότι από εκεί αρχίζει ένα ρέμα. Μόνο στα μισά του μυθιστορήματος μνημονεύει πως το μονοπάτι μέσα στο ρέμα βγάζει «στην καρδιά της Χούνης», τοποθετώντας, για όποιον γνωρίζει κάπως την Αττική, το προάστιο στις υπώρειες της Πάρνηθας. Αντιθέτως, ο χρόνος δράσης καθορίζεται επακριβώς με την εναρκτήρια κιόλας φράση του μυθιστορήματος. Η ιστορία διαδραματίζεται στις πρώτες ημέρες του καλοκαιριού του 1956, στον απόηχο των εκλογών του Φεβρουαρίου, στις οποίες η Αντιπολίτευση, συμπεριλαμβανομένης της ΕΔΑ, συγκρότησε κοινό μέτωπο υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, και των ταραχών στην Κύπρο, όπου οι Βρετανοί απαγχόνισαν τους Καραολή και Δημητρίου. Τουλάχιστον αυτά είναι τα μοναδικά ιστορικά συμβάντα που απασχολούν τους ήρωες. Πιθανώς, η συγγραφέας να τα επιλέγει και σε αλληγορική αντιστοιχία με σημερινές συγκυρίες. Πάντως, οι αναφορές σε αυτά γίνονται με τον αμφίσημο τρόπο που χαρακτηρίζει γενικώς τη διήγησή της.

Την ατμόσφαιρα εκείνου του καλοκαιριού η Ηλιοπούλου τη δίνει ήδη με το εναρκτήριο κεφάλαιο του μυθιστορήματος. Κατόπιν διαταγής του φρεσκοδιορισμένου στην κοινότητα ενωμοτάρχη, ένας χωροφύλακας κουβαλά μεσημεριάτικα τον ήρωα στο τοπικό τμήμα. Με τον φάκελό του ανοιχτό πάνω στο γραφείο, γίνεται εκεί η συνήθης ανάκριση. Ετσι προσδιορίζεται, ευθύς εξαρχής, τι σόι αριστερός είναι ο ήρωας. Γιατί ένας Μακρονησιώτης, στα χρόνια που μεσολάβησαν από το τέλος του Εμφυλίου μέχρι τη Δικτατορία, που επέφερε σύγχυση στους ιδεολογικούς διαχωρισμούς, είχε δύο επιλογές. Ή να μείνει ενεργός ή να απέχει, προσπαθώντας να ορθοποδήσει. Μια τρίτη, κάπως οριακή, ήταν να τα σιχτιρίσει και ελαφρά τη καρδία να προσχωρήσει στο απέναντι στρατόπεδο. Ο Μακρονησιώτης της Ηλιοπούλου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Ωστόσο, δεν παρουσιάζεται ως ο βολεμένος, που κοιτάζει μόνο το συμφέρον του. Ενδεχομένως να αποκτούσε παρεμφερή ταυτότητα, εάν το παρόν της αφήγησης ετοποθετείτο, όχι στην ασφυκτική δεκαετία του '50, αλλά στη χαλαρή περίοδο της Μεταπολίτευσης, όπως στο μυθιστόρημα της Νίκης Τρουλλινού «Μ' ένα καφάσι μπίρες», στο οποίο επίσης εμπλέκονται Μακρονησιώτες. Ομως, εν έτει 1956, ο ήρωας της Ηλιοπούλου προσεγγίζει ως συμπεριφορά τον μέσο Ελληνα με αριστερό παρελθόν, ο οποίος, στριμωγμένος από τις συγκυρίες, προσπαθεί να το αποκρύψει και να στήσει τη ζωή του, με όσο το δυνατόν λιγότερες αβαρίες στην αξιοπρέπειά του. Αυτό ακριβώς φανερώνει η λαχτάρα του για την επανένωση της οικογένειάς του, που διαλύθηκε με τον Εμφύλιο, και ακόμη, να αποκτήσει, έστω και από δεύτερο χέρι, ένα αυτοκίνητο.

Παρενθετικά να σημειώσουμε τη θεματική, ως έναν βαθμό, σύμπτωση των μυθιστορημάτων της Ηλιοπούλου και της Τρουλλινού, που παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για δυο συγγραφείς με παράλληλη πορεία. Ηλικιακά ανήκουν στο μεταίχμιο της γενιάς του '70 και της επόμενης. Εξέδωσαν, όμως, αργά βιβλίο, δοκιμάζοντας αρχικά τις δυνάμεις τους στη σύντομη φόρμα και μόλις εφέτος παρουσίασαν το πρώτο τους μυθιστόρημα. Σε αντίθεση με την Τρουλλινού και τις περισσότερες γυναίκες συγγραφείς, που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, η Ηλιοπούλου δεν εστιάζει σε έναν γυναικείο χαρακτήρα, ούτε επιλέγει κάποιο είδος εξομολογητικού μονολόγου. Προτιμά μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία, στα 31 κεφάλαια του βιβλίου, παρακολουθεί εναλλάξ την οπτική γωνία των τριών προσώπων της οικογένειας: του Μακρονησιώτη, της συζύγου, που απέκτησε, όπως ουκ ολίγοι αριστεροί, στο σύντομο διάλειμμα μεταξύ πρώτου και δεύτερου αντάρτικου, και του εντεκάχρονου γιου τους.

Περισσότερο εσωστρεφή είναι τα κεφάλαια της γυναίκας, μιας βορειοελλαδίτισσας δασκάλας, την οποία η ανδριώτισσα πεθερά της αποκαλεί «Βουλγάρα». Ελλειπτική η αφήγηση, γλιστρώντας από το πνιγηρό περιβάλλον της γειτονιάς σε αναμνήσεις από τους δικούς της και τον τόπο της, υπαινίσσεται ότι ο έρωτας για τον σύζυγο ατόνησε και ότι σε αυτό βοήθησε κάποιος άλλος άντρας. Επιθυμίες και ενοχές μόλις που ξεμυτίζουν, χάρη σε έναν γνωστό στίχο ή σε κάποιο υπόλειμμα ονείρου, που έντεχνα παρεμβάλλονται στην αφήγηση. Η γυναικεία ψυχοσύνθεση σκιαγραφείται με ενάργεια, όπως και η πρώιμη εφηβεία στα κεφάλαια του γιου. Εδώ, η Ηλιοπούλου συγκεντρώνει όλες τις παραμέτρους ενός μυθιστορήματος διάπλασης: περιγράφονται οι ερωτικές του ανησυχίες, που στρέφονται γύρω από δύο θηλυκές υπάρξεις, μια γειτονοπούλα και την ψυχοκόρη της οικογένειας, ο θαυμασμός του για ένα μεγαλύτερο αγόρι και η δύσκολη σχέση με τον πατέρα του. Η αφήγηση στήνει αυτόν το εφηβικό κόσμο εναλλάσσοντας τις πραγματικές εντυπώσεις με τις φαντασιώσεις του αγοριού, καθώς μεταμορφώνεται στους ήρωες των αγαπημένων του αναγνωσμάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παράπλευρη ιστορία ενός βάναυσου πατέρα και των δύο κοριτσιών του, που υπαινίσσεται πόσο σατανικά μπορούν να γίνουν τα παιδιά μέσα από τη διαστροφική τους αθωότητα. Απομένουν τα κεφάλαια τα γραμμένα από την πλευρά του ήρωα, ο οποίος, παρά τους ιδεολογικούς συμβιβασμούς του, αποβαίνει ιδιαίτερα συμπαθής. Ως προς αυτό, ίσως και να υπερβαίνει τις συγγραφικές προθέσεις. Τουλάχιστον έτσι θα ερμηνευόταν το κάπως παράταιρο τελευταίο κεφάλαιο, όπου, σε κάποια στιγμή αδιεξόδου, ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει, αλλά όσα μεσολαβούν, οδηγούν την όλη απόπειρα σε παρωδία. Σαν η συγγραφέας να τον σπρώχνει στα όρια του γελοίου, μήπως και τον επαναφέρει στο πρότυπο του χαρακτήρα που είχε κατά νου.

Κατά τ' άλλα, υπαινικτικός ο τίτλος του μυθιστορήματος, πρώτα ανακαλεί στη μνήμη το συγκεκριμένο, κοινό αμερικανικό όνομα και μετά παραπέμπει στο, γνωστού τύπου, περίστροφο, προϊδεάζοντας με το τελευταίο ότι πρόκειται για μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε ύπουλη εποχή. Ο Μακρονησιώτης δεν κρύβει μόνο το όπλο του από τον Πόλεμο, αλλά και έναν παλιό του σύντροφο, που παρέμεινε στην παρανομία. Η καταδίωξη του παράνομου από την χωροφυλακή δημιουργεί το αναγκαίο σασπένς, του οποίου, όμως, η ένταση αποκλιμακώνεται γρήγορα. Προσφέρει, ωστόσο, τον απαραίτητο συνεκτικό ιστό στο γενικότερο θέμα, που φαίνεται να είναι η ζωή της γειτονιάς ως μικρογραφία της αθηναϊκής κοινωνίας του 1956. Η Ηλιοπούλου, όπως και στα διηγήματά της, εναλλάσσει τις σκηνές με γοργό ρυθμό και στήνει λειτουργικά καίριους διαλόγους. Πιστεύουμε, όμως, πως εκείνο που διακρίνει το μυθιστόρημα είναι το μετωνυμικό στοιχείο στη γλώσσα της αφήγησης, κάτι που έλειπε από τα διηγήματα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η βία στο αρχαίο θέατρο
Με τη φρεσκάδα μιας παλιάς φάρσας
Τα όρια του πολιτισμού
Υποσχέσεις ερωτικού ρέκβιεμ
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η βία στο αρχαίο θέατρο
Με τη φρεσκάδα μιας παλιάς φάρσας
Μέρες του 1956
Τα όρια του πολιτισμού
Υποσχέσεις ερωτικού ρέκβιεμ
Μεταφρασμένη λογοτεχνία
Το βάρος και η χάρη των λέξεων
Μεταφράζοντας μια ζωή...
Μουσική
Στο ντιβάνι του δισκαναλυτή
Συνέντευξη
Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη: «Γράφω αυτό που είμαι»
Βιβλίο - Δώρο
Θαυμαστά ταξίδια στα κρυστάλλινα σύνορα της αυθεντικότητας
Άλλες ειδήσεις
Νόμιμες ή περιττές βίες;
Για την τεμπελιά, όταν κινεί ανεμόμυλους