Έντυπη Έκδοση

Τα όρια του πολιτισμού

Ελισάβετ Παπαδοπούλου

Αγαπώντας τις ερωμένες του

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 208, 15,68 ευρώ

«Το πιο επικίνδυνο μέρος στον κόσμο είναι το κρεβάτι», διατείνεται ένα από τα πρόσωπα του ανά χείρας μυθιστορήματος, σπεύδοντας να στηρίξει την απόφανσή του στον εύλογο συλλογισμό: «Το ενενήντα τοις εκατό των ανθρώπων πεθαίνει εκεί». Η Λήδα, πρωταγωνίστρια στο βιβλίο της Ελισάβετ Παπαδοπούλου, δεν αργεί να γίνει κοινωνός της πικρής αυτής αλήθειας όταν υποφέροντας από το στερητικό σύνδρομο του συζύγου της, του Αντρέα, αγρυπνά πάνω σε «αμνήμονα σεντόνια», άδεια από το κορμί του. Το χειρότερο ελάττωμα του άντρα της Λήδας είναι η Ιρίνα, η κορυφή του παγόβουνου, ουκρανικής προελεύσεως, της πολυγαμικής του φύσης. Στην εναρκτήρια σκηνή του μυθιστορήματος η ηρωίδα καταποντίζεται σε μια μαύρη τρύπα, στην τρύπα που χάσκει στις κατασπαραγμένες από τον άπιστο, αίφνης ένα «θηρίο σε κάψα», κάλτσες μιας αγλαής εικοσάχρονης ύπαρξης. Από τη στιγμή εκείνη, αγνοώντας κάθε έννοια αυτοελέγχου, απόρροια της αστικής της ανατροφής, θα ενδώσει σε όλα τα κλισέ των θρηνωδιών μιας απατημένης που ασφαλώς περιφρονούν την κοινωνική ιεραρχία. Ευτυχώς, η συγγραφέας δεν φαίνεται καθόλου ενδοτική στην κοινοτοπία. Ενα διάτορο υπομειδίαμα διατρέχει τα κλαψουρίσματα της ηρωίδας της, το οποίο παίρνει σαφή μορφή όταν εκείνη αρχίζει να επεξεργάζεται νηφάλια το απαραβίαστο θέσφατο του συζύγου της ότι η μονογαμία συνιστά ευτελή μορφή πίστης. Απαλλαγμένη εγκαίρως από φεμινιστικές αγκυλώσεις, δεν αφήνει την αποδεκατισμένη της αυτοπεποίθηση να προσδώσει διαστάσεις εφιαλτικές σε κάτι όχι σοβαρότερο από ένα «ταπεινό σεξουαλικό ένστικτο». Οσο θιγμένη και αν νιώθει, αρνείται να μετατρέψει τη βιολογία σε ζύγι της συναισθηματικής ειλικρίνειας. Ακόμα και η ίδια, την πρώτη φορά που αντίκρισε την Ιρίνα, είχε τη μεγαθυμία να αναγνωρίσει ότι θα ήταν πρακτικά αδύνατον για τον άντρα της να αντισταθεί «στη θέα τόσων γερών ανεκφύλιστων κυττάρων».

Η Ελισάβετ Παπαδοπούλου χειρίζεται με χιούμορ και ευρηματικότητα το στερεότυπο του ερωτικού τριγώνου, επιτυγχάνοντας να αποτυπώσει, μέσω μιας πολύτροπης τριτοπρόσωπης αφήγησης, τρεις εξίσου ενδιαφέρουσες, καθότι ισοβαρείς, οπτικές γωνίες. Χειριζόμενη προσφυώς τις αποκλίνουσες θέσεις των ηρώων της, αναδεικνύει μύχιους φόβους και συγκαλυμμένες ανασφάλειες, αναθέτοντας στους ίδιους να σκιαγραφήσουν ο ένας τον άλλο. Τελικά, και οι τρεις αποδεικνύονται αρκετά οξυδερκείς για να παραδεχθούν ότι οι κινήσεις τους στις σελίδες υπαγορεύονται από ιδιοτέλεια, από την ορμέμφυτη ανάγκη για ασφάλεια. Ηδη ο τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου υπενθυμίζει, προς αποφυγή μάταιων διαχωρισμών μεταξύ αμνών και εριφίων, ότι η «ευτυχία είναι φτιαγμένη από εγωιστική ύλη».

Αν, για παράδειγμα, τον απροκάλυπτο εγωιστή του βιβλίου, τον Αντρέα, τον ενοχοποιεί η εκμετάλλευση της ευθραυστότητας της Ιρίνας, εκείνη είναι εξίσου υπόλογη απέναντί του για τις απαντοχές που έχει εναποθέσει στην ιδιότητά του ως διευθυντή προγράμματος μεγάλου ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού. Ωστόσο, το γεγονός ότι η ερωτική προθυμία της κοπέλας συναρτάται ευθέως με την αξιοπιστία του ως επένδυσης, δεν μειώνει καθόλου την αδημονία του Αντρέα να κάνει μέσω αυτής της κρουστής, πρωτίστως διαθέσιμης, σάρκας, μία ακόμα ανάληψη από τα αφροδισιακά του αποθέματα. Εν ολίγοις, έχει πλήρη επίγνωση της δοσοληψίας. Παρ' όλα αυτά, δεν είναι τόσο κυνικός που να μη διακρίνει στο πρόσωπο του κοριτσιού μια ομορφιά «[...] που πόνταρε μόνο στον εαυτό της κι αυτό της έδινε κάτι μακάβριο, γιατί ήταν υπερβολικό το βάρος που η Ιρίνα είχε στηρίξει πάνω της». Η Ιρίνα, εξαιτίας ακριβώς της αδυναμίας της, εμφανίζεται απολύτως ξεκάθαρη όσον αφορά τις διεκδικήσεις της. Ο Αντρέας αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία της ζωής της, την πιο βάσιμη ελπίδα της για ασφάλεια. Από τη στιγμή που το «επιπλέον», υπό οιαδήποτε μορφή, της είναι εξ ορισμού απαγορευμένο, δεν θεωρεί αθέμιτο να μετατρέπει το σώμα της σε οπλοστάσιο προκειμένου να ασκεί την ελάχιστη εξουσία που της αναλογεί, τουλάχιστον «μέχρι πριν απ' τον οργασμό».

Η Λήδα, από το άλλο μέρος, δικαιούται επάξια τη θυματοποίησή της. Εχοντας ριχθεί βιαίως σε μια αξιοθρήνητη συνομοταξία που η ίδια ονομάζει «οι τελούντες εν γνώσει», προσπαθεί ανάμεσα σε λυγμούς και οδυρμούς να αξιωθεί την υπέρβαση που θα την ξαναφέρει στο πλευρό του συζύγου της, αν και ξέρει πως στο εξής θα αισθάνεται διαρκώς στριμωγμένη από τις ομολογημένες απιστίες του. Περισσότερο ακόμη από την ολότελα πια χαμένη «εδαφική κυριότητα» επί του συζυγικού κορμιού, η Λήδα αναπολεί τον μακάριο καιρό της άγνοιας, όταν απολάμβανε «την ευλογία τού να τον πιστεύει». Ο εξοστρακισμός της από τη «θεσμική αγκαλιά» του Αντρέα, εξοστρακισμός περιβεβλημένος τις ρητορικές απολογίες του ενόχου, την παρωθεί να αποτιμήσει την προσφορά του, απόδειξη ακραίας αφοσίωσης, μια συμβίωση όπου θα κυβερνά η απόλυτη εντιμότητα, ενδεχόμενο μάλλον εκφοβιστικό, παρά υποσχόμενο. Μολονότι οι χαοτικές αναλύσεις περί αισθηματολογίας καταλογίζονται συνήθως στο θηλυκό σκέλος ενός ερωτικού δεσμού, στην προκειμένη περίπτωση ο ήρωας παλεύει να παρηγορήσει τη συμβία του, επιστρατεύοντας μια ατράνταχτη βιοθεωρία που αθωώνει τις παρεκτροπές της σάρκας του, φτάνοντας στο σημείο να αναγάγει την πολυγαμία σε «κυτταρική αναγκαιότητα». Απόγειο του σοφιστικού του οίστρου, η δήλωσή του ότι η ανάμνηση των ξένων σωμάτων θα αμβλύνει την οικειότητα του δικού της σώματος, βλαβερή για τη σεξουαλικότητά του, δίνοντάς του τη δυνατότητα να το αναπλάθει φαντασιακά, με σμίλη τις ποικιλόμορφες ανατομικές λεπτομέρειες των ερωμένων του. «Αλλοι όταν απατούν, το κάνουν για να φύγουν μακριά απ' αυτήν που απατούν. Εγώ μ' αυτό τον τρόπο θέλω να ξαναδημιουργήσω το σώμα σου. Δεν θέλω να είναι ποτέ το ίδιο επαναλαμβανόμενο σώμα».

Βέβαια, η συλλογιστική του έρχεται μάλλον σε σύγκρουση με προηγούμενη διακήρυξή του όπου εντόπιζε τη στερεότητα του «μαζί» που με τα χρόνια είχαν φτιάξει, στην ικανότητά του να αγαπάει τη γυναίκα του ακόμα και ασώματη, χωρίς δηλαδή να εξαρτά την επιθυμία του για εκείνη από την ελκτική δύναμη του κορμιού της, στο οποίο θα μπορούσε να συγχωρήσει και τον μαρασμό. Απέναντι σε αυτή τη θεωρητική πανοπλία, η Λήδα δεν έχει να αντιτάξει παρά την κατινιά της «οικιακής τρομοκρατίας», θυελλώδεις παρεκτροπές ζηλοτυπίας, καμώματα οπωσδήποτε επονείδιστα για ένα «κορίτσι της βαριάς κι ασήκωτης αστικής τάξης». Η ανασύνταξή της είναι ραγδαία και χάρη σ' αυτήν το μυθιστόρημα αρχίζει να γέρνει ανεπαισθήτως προς τη φαρσοκωμωδία. Η ειλικρινής διάθεση της ηρωίδας να περιθάλψει την «κυτταρική» αναπηρία του συζύγου της, τη διευκολύνει να πιστέψει τη διαβεβαίωσή του ότι «[...] καμιά γυναίκα δεν θα έχει άλλον άντρα τόσο δικό της, όσο εσύ εμένα». Φαίνεται πως η συντροφικότητα προϋποθέτει την πίστη στο άλογο. Οπως και αν έχει, είναι ευτύχημα ότι η ηρωίδα ενόσω θρηνεί, μπορεί ταυτόχρονα να ακούγεται φλεγματική, τόσο, μάλιστα, ώστε να διηθεί τη συμφορά της μέσα από το φίλτρο του αυτοσαρκασμού. Κρυφοκοιτάζοντας, λόγου χάριν, στην αρχή του βιβλίου, τον άνομο σεξουαλικό παροξυσμό του Αντρέα και της Ιρίνας, σκέφτεται μήπως έπρεπε «[...] να αναδυθεί από την κρυψώνα της και να στηθεί μπροστά τους με το ύφος της χειρότερης καταστολής [...] να στηθεί μπροστά τους μ' αυτό το γνωστό ύφος που κουβαλάνε όλες οι θιγμένες περιπτώσεις σαν τη δικιά της και που αντιπροσωπεύει το πιο κράτος απ' όλα τα κράτη, το κράτος της ισχύος της ως μόνιμου δεσμού».

Η Παπαδοπούλου συμπληρώνει διεισδυτικά την προσωπογραφία της Λήδας, τοποθετώντας την εν τω μέσω ενός κόσμου που ορμάται από τα ύψη των βορείων προαστίων και που «δεν σταματά να ξεσκονίζει την επιφάνεια». Η δυσανεξία της ηρωίδας σε αυτόν τον περίγυρο έχει τις ρίζες της στη μητέρα της, η οποία επί χρόνια τη γαλουχούσε με την παραίνεση να καταστέλλει τις αδυναμίες της, και ει δυνατόν να τις στραγγαλίζει, προτού πάρουν κεφάλι. Διδάγματα ιδιαίτερα χρήσιμα σε κοσμικές συνάξεις, όπου η χαιρεκακία ενέδρευε μεταμφιεσμένη σε συλλυπητήριες παραμυθίες. Επιστρατεύοντας το «μητρικό σελοφάν», η Λήδα αποκτούσε την όψη που της άξιζε: «Απ' έξω αεράτη, μέσα της πρωτόγονη». Ομως, ο πρωτογονισμός της, ακόμα και αόρατος στα μάτια των άλλων, αντιστρατεύεται την ιδέα της περί αξιοπρέπειας και η ηρωίδα δεν αργεί να αναρωτηθεί μήπως η ζήλια είναι τελικά «ερωτική αναξιότητα», μήπως «η κτητικότητα είναι στοιχείο της μετριότητάς μας». Η ενδοσκοπική της μανία δεν θα μπορούσε παρά να τη φέρει ενώπιον του προφανούς: «Η απιστία έχει χάλια φήμη μόνο άμα είσαι στη λάθος μεριά».

Επανακάμπτοντας σοφή πια στη συζυγική κλίνη, βιώνει ένα καινοφανές αίσθημα ηθικής ανάτασης για την επιτυχή καθυπόταξη των αναστολών και των προκαταλήψεών της, στρεβλώσεις μιας κοινωνίας που στήνει βωμούς στην υποκρισία. Ομως η Ιρίνα έχει άλλη γνώμη. Περισσότερο ηττημένη από όλους, εκείνη που υπήρξε για λίγο θρυαλλίδα, εισβάλλει στην πρότυπη οικία του ζεύγους, κάνοντας συντρίμμια την ανωτερότητά του. Πάνω από το τσακισμένο κορμί της ερωμένης του άντρα της, η Λήδα κλαίει τα όρια του πολιτισμού.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η βία στο αρχαίο θέατρο
Με τη φρεσκάδα μιας παλιάς φάρσας
Μέρες του 1956
Υποσχέσεις ερωτικού ρέκβιεμ
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η βία στο αρχαίο θέατρο
Με τη φρεσκάδα μιας παλιάς φάρσας
Μέρες του 1956
Τα όρια του πολιτισμού
Υποσχέσεις ερωτικού ρέκβιεμ
Μεταφρασμένη λογοτεχνία
Το βάρος και η χάρη των λέξεων
Μεταφράζοντας μια ζωή...
Μουσική
Στο ντιβάνι του δισκαναλυτή
Συνέντευξη
Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη: «Γράφω αυτό που είμαι»
Βιβλίο - Δώρο
Θαυμαστά ταξίδια στα κρυστάλλινα σύνορα της αυθεντικότητας
Άλλες ειδήσεις
Νόμιμες ή περιττές βίες;
Για την τεμπελιά, όταν κινεί ανεμόμυλους