Έντυπη Έκδοση

Μεταφράζοντας μια ζωή...

Τη χρησιμότητα, αλλά και το γούστο, που έχει η μετάφραση -η προσπάθεια να αποδόσεις ακέραιο και συγχρόνως ζουμερό το κείμενο του συγγραφέα- την ένιωσα από τα μαθητικά μου χρόνια, και με συνοδεύει πάντα.

Στα 1953, κι ενώ ακόμη το βιοποριστικό μου έργο ήταν άλλο, έλαβα μέρος στον πανελλήνιο διαγωνισμό μεταφράσεως αμερικανικού διηγήματος που είχε προκυρήξει ο Ικαρος και πήρα ένα από τα 12 βραβεία. Αργότερα, μεταφραστική ήταν κυρίως η δουλειά μου στον «Ταχυδρόμο», στις ευτυχείς εποχές που διηύθυναν το περιοδικό ο Γιώργος και η Λένα Σαββίδη. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν πια είχε αναλάβει ο Γεώργιος Ρούσσος, έμαθα -θέλοντας και μη- να μεταφράζω πρίμα βίστα από τις γλώσσες που ήξερα, και από τα ιταλικά που δεν ήξερα, με ταχύτητα τέτοια ώστε κάποτε διαπίστωσα πως είχα γίνει ικανή για ταυτόχρονη διερμηνεία.

Και ευτυχώς! Γιατί εκείνη την εποχή αναγκάστηκα να ζήσω από τη μετάφραση κειμένων, που μάλιστα δεν είχαν καμία λογοτεχνική αξία καθώς δεν είχα πρόσβαση στις λίγες καλές δουλειές.

Τρεις άνθρωποι με βοήθησαν τότε, και τους μνημονεύω με ευγνωμοσύνη και αγάπη: ο Λεωνίδας Ζενάκος, ο Χάρης Μπουσμπουρέλλης και ο Μιχάλης Μεϊμάρης με τη γυναίκα του, τη δυναμικότατη Μανουέλλα. Οι δύο πρώτοι εργαζόνταν στον Πάπυρο, ο άλλος είχε τον δικό του εκδοτικό Οίκο, την Πλειάδα. Δεν ήταν στο χέρι τους να μου δώσουν ακριβοπληρωμενες μεταφράσεις, αλλά μου ανέθεσαν αξιόλογα βιβλία: «Ο γυιός του ήλιου» του Τζακ Λόντον, «Τα μικρά μου χρόνια» του Ουίνστον Τσώρτσιλ, «Τζέην Εϋρ» της Σαρλότ Μπροντέ, «Βελισσάριος» του Ρόμπερτ Γκρέηβς, «Ελληνιστικός Πολιτισμός» των Ταρν και Γκρίφιθ, είναι μερικά απ' αυτά που θυμάμαι, και υπήρξαν μια μεγάλη ανακούφιση και χαρά, μέσα στην ανούσια χαμαλοδουλειά που φορτωνόμουν. Ακολούθησαν καλύτερες μέρες.

Με την πείρα μιας ζωής λέω πώς η μεγαλύτερη δυσκολία στη μετάφραση είναι να αποδώσεις στα ελληνικά λέξεις που γεννήθηκαν από καταστάσεις ή σε φάσεις πολιτισμού τις οποίες εμείς δεν γνωρίσαμε. The upstairs maid, είναι αμετάφραστο, γιατί δεν είχαμε ποτέ τέτοια κατανομή εργασίας ακόμη και στα πιο μεγάλα αστικά μας σπίτα, the remittance man είναι αμετάφραστο, γιατί τα δικά μας μαύρα πρόβατα δεν τα έστελναν οι οικογένειές τους κάπου στις αποικίες,με τη συμφωνία ότι εκεί όσο έμεναν -και μόνον όσο θα έμεναν!- θα λάβαιναν ταχτικά και το έμβασμα για να ζουν.

Μια άλλη μεγάλη δυσκολία συναντάται στους διαλόγους: ο αγγλόφωνος, αν είναι αμόρφωτος, θα κάμει γραμματικά λάθη. Αυτά μεταχειρίζεται ο συγγραφέας για να δηλώσει το επίπεδο της μορφώσεως, την κοινωνική θέση, την καταγωγή, ακόμη και το χρώμα του δέρματος του προσώπου που βάζει να μιλά.

Ο Ελληνας όμως, για λόγους που δεν γνωρίζω, γεννιέται με τη γραμματική και το συντακτικό μέσα στο κύτταρό του. Αν προσέξετε, θα διαπιστώσετε ότι ακόμη και ο τελείως αγράμματος (φευ! σήμερα πλέον φοβούμαι ι δ ί ω ς ο ολιγογράμματος,) εκφράζεται χωρίς λάθος στη σύνταξη ή τη γραμματική. Από την προφορά του φανερώνονται αρκετά πράγματα- το κρητικό τσι, η ρουμελιώτικη σύντμηση συλλαβών κ.ά.- καθώς και από την επιλογή των λέξεων (καναπίτσα του Ρουμελιώτη αντί για λυγαριά του Πελοποννήσιου) - αυτά όμως αναφέρονται σε καθαρά ελληνικές συνθήκες και δεν θά ωφελούσαν όταν θέλεις να αποδώσεις Βρετανούς ή Αμερικανούς.

Τεράστιο εμπόδιο είναι επίσης τα παιχνίδια με τις λέξεις. Πανηγυρίζεις όταν, σπανίως (!) κατορθώσεις να υπερπηδήσεις ένα απ' αυτά, ξετρυπώνοντας κάποια αντιστοιχία. Ο Ντίκενς μάλιστα -και δεν είναι ο μόνος- παίζει πολύ και με τα ονόματα. Στο «Μυστήριο του Εντουιν Ντρουντ», λόγου χάριν, η ηρωίδα λέγεται Bud, δηλαδή Μπουμπούκι, κι εκεί πάνω ο συγγραφέας στήνει ολόκληρη αναδενδράδα. Αλλά το Bud, εγώ τουλάχιστον, δεν μπόρεσα με κανέναν τρόπο να το μπολιάσω στα ελληνικά, έτσι ώστε να ξεπεταχτούν από κει αβίαστα τα φύλλα και οι βλαστοί του Ντίκενς.

Ασε που Μπαντ, όπως μεταγράφεται το Bud, ο Ελληνας θα το διαβάσει και Bad, δηλαδή κακός. Δεν έχουμε τρόπο να σημειώνουμε τέτοιες αποχρώσεις φωνηέντων. Μέ τα σύμφωνα, δε, το πράγμα γίνεται ακόμη χειρότερο. Γράφουμε μπ,γκ,ντ, χωρίς καμία πληροφορία αν πρόκειται για b, g,d, ή για mb,mp,ng,gg,nc, ng, d,dd,nd,nt. εντούτοις ένα μέρος του προβλήματος το έχει ήδη λύσει εδώ και 80 χρόνια η Εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη, σημειώνοντας μία τελεία πάνω από τα γράμματα Β,Γ,Δ, όταν πρόκειται για τα λατινικά Β, G (τραχύ) και D. Μας χρειάζονται περισσότερα σημεία-σύμβολα, και όχι καθόλου δήθεν απλοποιήσεις (το υ να γίνεται ι, το αι να γίνεται ε ) που σβήνουν τα ίχνη και της καταγωγής των λέξεων αλλά και των ήχων.

Γλώσσα σημαίνει πρώτα πρώτα ήχος, και γι' αυτό ένα από τα καθήκοντα του μεταφραστού είναι να α κ ο ύ ε ι τα όσα θέλει να μεταφράσει και μετά να α κ ο ύ ε ι τί ήχο παράγουν τα ελληνικά που διάλεξε. Δηλαδή κάμποση μεγαλόφωνη ανάγνωση. Η μουσική της γλώσσας είναι κρίσιμο στοιχείο, όπως δεν εννοούν να καταλάβουν οι υπέρμαχοι του μονοτονικού. Θα έπρεπε να τη φροντίζουμε ως κόρην οφθαλού την προσωδία που διατηρείται στα ελληνικά, και να την αφουγκραζόμαστε με καμάρι και να της υποτασσόμαστε.

Τα έσοδά μου από τη μετάφραση με έζησαν για αρκετά χρόνια. Κέρδισα όμως απείρως περισσότερα ως χειριστής της δικής μου γλώσσας, διότι αναγκαστικά, -πάνω στην προσπάθεια να αποδώσω την ξένη λέξη με ακρίβεια και χρώμα- την έκανα πιο εύστοχη, πιο ποικιλόμορφη, εκφραστικότερη, αναμοχλεύοντας διαρκώς τον χιλιάδων ετών πλούτο της ελληνικής, στο μέτρο των μικρών δικών μου δυνάμεων και θαυμάζοντας εκείνους που το μπορούν αυτό απείρως περισσότερο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Μεταφρασμένη λογοτεχνία
Το βάρος και η χάρη των λέξεων
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η βία στο αρχαίο θέατρο
Με τη φρεσκάδα μιας παλιάς φάρσας
Μέρες του 1956
Τα όρια του πολιτισμού
Υποσχέσεις ερωτικού ρέκβιεμ
Μεταφρασμένη λογοτεχνία
Το βάρος και η χάρη των λέξεων
Μεταφράζοντας μια ζωή...
Μουσική
Στο ντιβάνι του δισκαναλυτή
Συνέντευξη
Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη: «Γράφω αυτό που είμαι»
Βιβλίο - Δώρο
Θαυμαστά ταξίδια στα κρυστάλλινα σύνορα της αυθεντικότητας
Άλλες ειδήσεις
Νόμιμες ή περιττές βίες;
Για την τεμπελιά, όταν κινεί ανεμόμυλους