Έντυπη Έκδοση

Για την τεμπελιά, όταν κινεί ανεμόμυλους

Με το άλλοθι της αναφοράς στη σιέστα, ο αρχιτέκτονας Τιερύ Πακό προσθέτει στην εκδοτική παραγωγή ένα βιβλιαράκι, η επίφαση του οποίου μοιάζει ανεδαφική.

Στην πραγματικότητα, το θέμα του είναι η τεμπελιά, που στην ιδεώδη έκφανσή της, αποτελεί ένα διάβημα, πλήρες πάντως νοήματος, για μια υποκειμενική αίσθηση του χρόνου. Το να αντιμετωπίζεται λοιπόν με διακριτικότητα ένα τόσο σημαντικό μέσα στην πολυπλοκότητά του θέμα, σήμερα, που ο θεσμός των ταμπού έχει χάσει προ πολλού κάθε κύρος, λογικά φαίνεται μάταιο. Εάν, όμως, η λεπτότητα αυτή καταφέρει να ανακαινίσει, έστω και λίγο, μια μέθοδο, που μέσα στην προηγούμενη διαδρομή της κρίθηκε εκ του αποτελέσματος κουρασμένη1, τότε νομίζω ότι οι παρούσες συνθήκες δεν εμπνέουν τέτοιο περίσσευμα αισιοδοξίας ώστε να μπορούμε να την αγνοήσουμε. Από κει και πέρα όλο και κάποιοι θα βρεθούν να αναλάβουν τα ρίσκα για την εξιχνίαση τυχόντων αινιγμάτων, αλλά δεν είναι πάντοτε αυτοί που είχε παραγγείλει ο συγγραφέας.

Το ότι η αναγνωστική εγρήγορση δεν λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα της εξυμνούμενης εδώ ραθυμίας, όπως θα όφειλε, και ότι κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου αυτονόητο, ο συγγραφέας το παραδέχεται με έναν ιδιόμορφο τρόπο, στον επίλογο που πρόσθεσε για τα δέκα χρόνια κυκλοφορίας του βιβλίου στη Γαλλία, και όπου ούτε λίγο ούτε πολύ μας πληροφορεί, σε ίση απόσταση από χιούμορ και αμηχανία, ότι ο βασικός αποδέκτης και σχολιαστής του συγγράμματός του ήταν ο γυναικείος τύπος. Πάλι καλά. Πάντως η μόνιμη αγωνία του να μην «αποκαλύψει» στους εργοδότες τις ευεργετικές συνέπειες που έχει για την ψυχοσωματική ευρωστία ο μεσημεριανός ύπνος, λάμπει από αφέλεια.

Η τέχνη της σιέστας, όπως ήδη υπονοήθηκε, είναι τίτλος παραπλανητικός. Ο Πακό περιδιαβαίνει στα σοκάκια της μυθολογίας και της ζωγραφικής για να συλλέξει από το κύρος τους νομιμοποιητικά στοιχεία για την ξεκούραση που χρειάζεται ο άνθρωπος στο μέσον της ημέρας: την έκτη ώρα - λατινικά sexta, απ' όπου και η σιέστα. Μέσ' απ' αυτήν τη βόλτα επιβεβαιώνεται ότι το μεσημέρι ταυτίζεται χρονικά με τον τόπο των οραμάτων και τον τόπο των δεισιδαιμονιών. Καμία σοβαρή υπόθεση δεν τελεσφορεί εκεί όπου η τροχιά του ήλιου φτάνει στο ζενίθ. Είναι η περιοχή, χρονική εννοείται, της αρμοδιότητας του Πάνα και των Νυμφών. Η πολυκοσμία δεν ευνοείται εδώ. Ευνοούνται, αντιθέτως, οι ερωτοτροπίες· είναι ένα μέρος της νύχτας μέσα στη μέρα.

Σταδιακά βλέπουμε το κείμενο να ανοίγεται σε πιο προκλητικές εκτάσεις. Γίνεται μια χρήσιμη ιστορική αναδρομή σχετική με το πώς βιάστηκε η εμπειρική αντίληψη του χρόνου κατά τις επιταγές της αποδοτικότητας, ώστε να καταντήσει αυτό το αγχωτικό τικ-τακ του ρολογιού, μετρονόμος των παλμών του θανάτου (η αγγλική λέξη stress, λέει ο Πακό, προέρχεται από την αρχαία γαλλική destrece που σημαίνει απόγνωση!). Ως αντίδοτο στην πραγμοποίηση της χρονικής ροής, ο συγγραφέας προτείνει τη ράθυμη γενναιότητα να αποσπαστούμε από τη φασαρία και την ταχύτητα που μας περιβάλλει για να αφιερώσουμε χρόνο στον εαυτό μας. Με αυτόν τον τελευταίο, τόπος συνάντησης είναι η ραστώνη, εκεί όπου ο τεμπέλης εξασκεί το βλέμμα της εσωτερικότητας, όπου ρέμβη και ενδοσκόπηση τείνουν να γίνουν συνώνυμα.

Σε αυτό το επίπεδο εντοπίζεται και η κορύφωση της δύναμης του κειμένου. Εδώ πετυχαίνονται μερικές από τις πιο καίριες εμβαθύνσεις του. Ταυτόχρονα στο ίδιο αυτό σημείο όπου παρεμβαίνουν τακτικά, σαν ερείσματα, η κοινωνιολογία, η λογοτεχνία και η βιολογία(!) συμβαίνουν και οι μεγαλύτερες αυθαιρεσίες της επιχειρηματολογίας, με φτωχά μάλλον ταχυδακτυλουργικά, προκειμένου να συνδεθούν τα ασύνδετα, εξαιτίας της αμεριμνησίας του Πακό να διακρίνει το περιττό. Πάντως αυτά τα σκαμπανεβάσματα δεν πλήττουν τρομερά τη συνοχή του εγχειρήματος και σίγουρα οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε, παρ' όλες τις αντιφάσεις, αυθεντικό ενδιαφέρον για τη διάδοση μιας ευγενούς ενασχόλησης με το ελάχιστο2. Και θα ήταν σίγουρα πολύ ευχάριστο, για έναν ακόμη πειραματικό τρόπο, να καταφέρει να δημιουργήσει ή να αμβλύνει τυχούσες υπάρχουσες ρωγμές στον εχθρικό για την τεμπελιά αδρανή όγκο της πρόσληψης. Εάν είναι όντως εφικτή αυτή η διείσδυση, συμβαίνει γιατί η όλη χειρονομία είναι γρασαρισμένη από μια μεταρρυθμιστικού χαρακτήρα έλλειψη, που τεχνηέντως ο συγγραφέας αφήνει να εκκρεμεί απ' το πεδίο της εποπτείας του· δηλαδή -αυτό που απ' την αρχή προσπαθώ να πω, είναι ότι- το βασικό πλεονέκτημα του βιβλίου κινείται ως θετική πλευρά ενός όχι αμελητέου μειονεκτήματος: ο συγγραφέας μας λειτουργεί λιγάκι σαν φανατικός: αφήνει απ' έξω την απειλή της προσομοίωσης αυτού που υπερασπίζεται, εφόσον είναι απασχολημένος με το κλάδεμα των προεξοχών, που θεωρεί «αντιεμπορικές».

Ο Πακό παρακάμπτει ό,τι εφιαλτικό διδάσκουν οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας και αδιαφορεί για την τεράστια πρακτική και θεωρητική συνεισφορά στο θέμα που εξετάζει, από τους καταστασιακούς και κυρίως από τον Βανεγκέμ, ενώ είναι πολύ δύσκολο να πειστούμε ότι αγνοεί αυτά τα παραδείγματα. Ακόμα χειρότερα, δεν αναγνωρίζει τη βλακεία ως, αν μη τι άλλο, δυνάμει καθοριστικό στοιχείο της συλλογικής μας ιδιοσυγκρασίας. (Ο Σελίν, για τον οποίο κάποιοι ακόμα «αναρωτιούνται» αν ήταν φασίστας ή όχι, μας πληροφόρησε κάποτε ότι «οι μεν ιθαγενείς λειτουργούν τελικά μόνο με τον βούρδουλα, έχουν αυτή την αξιοπρέπεια, ενώ οι λευκοί, τελειοποιημένοι χάρη στη δημόσια εκπαίδευση, δουλεύουν από μόνοι τους»!) Βλέπουμε ότι αυτό που λείπει είναι να φωτιστούν οι νοθογενείς, οι κάλπικες αδερφές της τεμπελιάς δηλαδή η παραίτηση και η αποχαύνωση. Ο Πακό συντηρεί αδιευκρίνιστη αυτήν την παράμετρο και έτσι κάποιοι φαίνεται παράκουσαν, και τη μελωδία της ονειροπόλησης την κατέγραψαν -αν είναι δυνατό!- ως πώληση ονείρων. Μια υπόθεση, θέλω να πω, μετριάζει κατά πολύ τη χαρά της νίκης της, όταν πληρώνει τέτοιο τίμημα για να κατορθώσει να εισαχθεί στη σφαίρα της δημοσιότητας. Ενώ η ίδια η πράξη της «εισαγωγής» πελαγοδρομεί στην ανάποδη ταυτολογία που ολοκληρώνεται στο ότι παραμένει εισαγωγική.

1. Το κουρασμένη μιμείται εδώ τη μετριοπάθεια του Πακό. Αντανακλά δε τη δυσκολία να συλληφθεί και να μεταφερθεί το μαγικό περιεχόμενο της φράσης του δεκάχρονου Ρεμπώ «εγώ θα γίνω εισοδηματίας» χωρίς να παρεξηγηθεί. Ο ίδιος ο φόβος της παρεξήγησης λέει κάτι, που όμως δεν είναι του παρόντος.

2. Εκτός από το πασίγνωστο αλλά όχι και ιδιαίτερα σπουδαίο Δικαιώμα στην τεμπελιά το οποίο αναφέρει και ο Πακό, αν κάποιος θέλει να συνεχίσει τη μελέτη για το πώς θα καταφέρει να περιμένει για να έρθει το καλοκαίρι από μόνο του ας ρίξει μια ματιά, ενδεικτικά, στην προσπάθεια του Μάλεβιτς (Η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια του ανθρώπου, εκδ. Νησίδες), στην μπροσούρα του Bob Black (Η κατάργηση της εργασίας, εκδ. Υπουλο Χτύπημα) ή, αν βαριέται να διαβάζει, ας δει την καλή ιταλική ταινία Δουλεύοντας με το πάσο μας (κυκλοφορεί στο διαδίκτυο με ελληνικούς υπότιτλους). Στα δικά μας τώρα, το έκτο τεύχος της επιθεώρησης Propaganda αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ύλης στην τεμπελιά, ο Νίκος Καρούζος μάς πρόσφερε το κείμενο Η έννοια της τεμπελιάς ως ανώτερης μορφής εργασίας (Πεζά κείμενα, εκδ. Ικαρος) και ένα πολύ μεγάλο μέρος του ποιητικού έργου του Ευγένιου Αρανίτση, όπου μπορούμε να παρακολουθήσουμε τον ποιητή στο να εξασκείται εξαντλητικά στη διάκριση μεταξύ γραμμικού χρόνου και Χρόνου, μπορεί να διαβαστεί ως μεταπτυχιακό πάνω στο θέμα μας. Για επιδόρπιο προτείνεται το διήγημα Επίδομα ανεργίας, (Ιστορίες που άρεσαν..., εκδ. Ικαρος), πάλι του Αρανίτση.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η βία στο αρχαίο θέατρο
Με τη φρεσκάδα μιας παλιάς φάρσας
Μέρες του 1956
Τα όρια του πολιτισμού
Υποσχέσεις ερωτικού ρέκβιεμ
Μεταφρασμένη λογοτεχνία
Το βάρος και η χάρη των λέξεων
Μεταφράζοντας μια ζωή...
Μουσική
Στο ντιβάνι του δισκαναλυτή
Συνέντευξη
Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη: «Γράφω αυτό που είμαι»
Βιβλίο - Δώρο
Θαυμαστά ταξίδια στα κρυστάλλινα σύνορα της αυθεντικότητας
Άλλες ειδήσεις
Νόμιμες ή περιττές βίες;
Για την τεμπελιά, όταν κινεί ανεμόμυλους