Έντυπη Έκδοση

Αφιερωμένο εξαιρετικά στα 85χρονα του Νίκου Κούνδουρου

Για των αλλονών τα ντέρτια

«Γυρίζω τώρα τη ζωή μου, το μόνο που διαφέντεψα και διαφεντεύω ακόμα μέσα στο λίγο που μου δόθηκε στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν.

Και αναρωτιέμαι πόσο ήτανε όμορφα και πόσο δεν ήτανε τα χρόνια που πασχίζαμε, όσοι πασχίζαμε να στήσουμε στα πόδια της μια δύστροπη πατρίδα που δεν μας ήθελε. Τότε είπα, θα κάτσω και θα τα γράψω και τα πολλά και τα λίγα και τα σπουδαία και τα μικρά. Πήρα ένα πακέτο άσπρα πεντάμορφα χαρτιά κι έβαλα μπροστά να γράψω. Ετσι, χωρίς δεύτερο κοίταγμα, έτσι κι αλλιώς με κούραζε το μυαλό».

Είναι ο Νίκος Κούνδουρος στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του με τον κομμάτι μακάβριο τίτλο «Ονειρεύτηκα πως πέθανα» (εκδ. «Ικαρος», 2009), όπου ανιστορεί συμβάντα του βίου του χωρίς χρονολογική σειρά - σαν ένα παζλ, που ωστόσο δεν χρειάζεται να συναρμολογηθεί ή να μονταριστεί, όπως θα λέγαμε στην κινηματογραφική γλώσσα.

Πλαστογράφος ίσως...

Τώρα, γιατί Κούνδουρος; Ηταν που άνοιξα τα χαρτιά μου και είδα ότι στις 15 Δεκεμβρίου έκλεισε αισίως τα 85 - αεί έφηβος. Δεν ξέρω αν του αρέσει να γιορτάζει ή να του γιορτάζουν τα γενέθλια - δημοσίως εννοώ. Για την ταπεινότητά μου είναι μια ευκαιρία να δηλώσω την εκτίμηση και την αγάπη μου στον δημιουργό και τον άνθρωπο - έναν από τους ελάχιστους εναπομείναντες ζωντανούς μύθους αυτού του τόπου, που (ας το ξαναρίξω) επιβιώνει μόνο από κάποιες μονάδες.

Γνωστές οι ταινίες του (έντεκα τον αριθμό, συν μία που ετοιμάζει αυτό τον καιρό), με άκρως προσωπική γραφή, από το 1954, οπότε επέλεξε το σινεμά - επιλογή που του προέκυψε, όντας εξόριστος στον Εμφύλιο, μαζί με άλλα «μιάσματα», όπως ο Κατράκης και ο Βέγγος, τον οποίο χρησιμοποίησε και στην πρώτη του ταινία («Μαγική πόλη»). Η αρχιτεκτονική που είχε σπουδάσει έπιασε τόπο και στο σινεμά.

Γράφει στο ογκώδες λεύκωμά του «Stop Carre»:

«Δεν κάνω κινηματογράφο για την αφεντιά μου. Οι άλλοι με νοιάζουν, των αλλονών τα ντέρτια, οι καημοί, οι δυστυχίες, οι έρωτες, οι θάνατοι. Και στο σημείο που οι άλλοι είναι εγώ, υπογράφω τις ταινίες μου, πλαστογράφος ίσως των αληθινών πραγμάτων, ήσυχος πως δεν έκανα κακό σε κανέναν [...] Ζω πολύ με τις ζωές των άλλων, χρόνια πίσω, μ' αυτά που έγιναν και δεν ξεγίνονται και ούτε θα ξαναγίνουν. Τρέφω το νου μου με μνήμες πραγμάτων που γίνανε πολύ πριν αποκτήσω εγώ τη δική μου μνήμη».

Οι άλλοι ωστόσο δεν συμμερίζονταν πάντα τους κινηματογραφικούς καημούς του. Επιφυλακτικό έως αρνητικό ενίοτε κοινό και εξουσία (είδε κι έπαθε να παιχτεί το «1922»), εγκωμιαστική ωστόσο η κριτική, ελληνικά και ξένα βραβεία - καταλυτικός σύμμαχος ο χρόνος. Ενδεικτικά η μεταχείριση του «Δράκου», της πιο φημισμένης ταινίας του. Γράφει στο ίδιο λεύκωμα:

Υπέρ και κατά

«Μπήκα κρυφά στις αίθουσες που παιζόταν "Ο Δράκος", στο "Ρεξ", στο "Αττικόν". Κι άκουσα σφυρίγματα και ειρωνικές φωνές του κόσμου που ένιωθε εξαπατημένος. Περίμενα να τους δω να βγαίνουν και κάποιοι μου σφίξαν σιωπηλά το χέρι. Τότε έμαθα, μια κι έξω, πως εγώ κι αυτό το άγνωστο πλήθος δε θα 'χαμε ποτέ καλές σχέσεις».

Διαμετρικά αντίθετες οι κριτικές: Μάριος Πλωρίτης: «"Ο Δράκος" πηγαίνει πολύ μακρύτερα και πολύ βαθύτερα από όποια ελληνική ταινία». Μ. Καραγάτσης: «Πρόκειται για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες που μας πρόσφερε τελευταία το ευρωπαϊκό σινεμά».

Ξανά από το «Stop Carre»:

«Ομολογώ το πάθος μου για την εικόνα, το κάδρο, τα σκηνικά, τα κοστούμια. Αυτά που συνθέτουν το ορατό μέρος του κινηματογραφικού έργου. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω το οπτικό υλικό μιας ταινίας από το λόγο κι απ' ό,τι τέλος πάντων συνθέτει το πλήρες και τελικό έργο. Μ' αρέσουν τα σκηνικά και τα κοστούμια, τα ξύλα, τα χαρτόνια και η ψαρόκολλα. Μ' αρέσουν οι ψεύτικες κατασκευές, τ' αντίγραφα των πραγμάτων όσο και τα αληθινά πράγματα, οι τοίχοι των σπιτιών, οι ξύλινες παλιές πόρτες, τα κεραμίδια, οι καμινάδες. Οπως μ' αρέσουν και τα βαμμένα πρόσωπα των ηθοποιών, τα κορμιά τους, οι φωνές τους και οι σιωπές τους. Μ' αρέσει η διάλυση της ζωής και η αποσύνθεσή της μέσα από τους φακούς της μηχανής και το μάτι του σκηνοθέτη».

Κι ένα αισιόδοξο αποχαιρετιστήριο σε προσφιλείς που έχουν εκδημήσει (από το «Ονειρεύτηκα πως πέθανα»):

«Στο κατευόδιο εσείς που φύγατε για το καλό και ατέλειωτο ταξίδι σας, Σεφέρη και Ρίτσο και Καββαδία και Αναγνωστάκη και Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Γκάτσο και Διονύσιε Σολωμέ και Κωστή Παλαμά, βάρδοι και τροβαδούροι όλοι της ρωμιοσύνης που πεθαίνει και ξαναγεννιέται κάθε μέρα, τέρας με εκατό κεφάλια, ένα κόβεται δέκα γεννιούνται».*

Ετσι κι αλλιώς

Ενώ θεατρικοί φορείς βάζουν λουκέτο ή υπολειτουργούν ελλείψει χρημάτων (ας είναι καλά το ΥΠΠΟΤ), θέατρα επί θεάτρων ανοίγουν ή ετοιμάζονται με τη νέα περίοδο, απτόητα από την κρίση.

Είναι να εντυπωσιάζεσαι με την τόλμη και την αισιοδοξία τους, καθώς αναρωτιέσαι πόσα από αυτά κερδίζουν, πόσα καλύπτουν τα έξοδά τους και πόσα παίζουν με άδεια καθίσματα (που είναι και τα περισσότερα, ακόμα και για τρεις ή και δυο παραστάσεις την εβδομάδα), με ηθοποιούς και λοιπούς συντελεστές, υποθέτω, σε απόγνωση (αντίδοτο, προφανώς, το ακαταμάχητο μεράκι).

 

Αλλά ας σταθώ στους εύγλωττους αριθμούς των αθηναϊκών θεάτρων που λειτουργούν ήδη -σαφώς περισσότερα από τους κινηματογράφους. Εχουμε λοιπόν και λέμε, μετρώντας στις σχετικές σελίδες - με το ενδεχόμενο μικρού λάθους στη σούμα: 112 θέατρα -μερικά με δύο και τρεις σκηνές - που φιλοξενούν 195 παραστάσεις. Να βάλω και 55 που φιλοξενούν 66 παιδικές.

Απίστευτο και όμως αληθινό: από τις 195 αυτές παραστάσεις, οι 110 φέρουν υπογραφές Ελλήνων συγγραφέων - παλιών και νεότερων. Δεκατέσσερις δε, αφορούν πεζογραφήματα προσαρμοσμένα για το θέατρο (δεδομένου και ότι δεν απαιτούν μεγάλο αριθμό ηθοποιών). Ειδικότερα, έχουμε από τρεις με Παπαδιαμάντη και Βιζυηνό (οι δύο με το ίδιο έργο), από δύο με Καραπάνου (ενώ ετοιμάζονται και άλλες δύο) και Καζαντζάκη (με το ίδιο έργο) και από μία με Ροΐδη, Σκαρίμπα, Σαμαράκη και Βαλτινό. Να σημειώσω και το προσαρμοσμένο στις μνημονιακές συνθήκες εισιτήριο - υπολογίσιμο στοιχείο στις επιλογές των θεατρόφιλων.

Και κάτι... συγγενικό: «Notebook», ένα καλαίσθητο λεύκωμα (εκδ. «Τετράγωνο») με την υπογραφή της Ευγενίας Χατζίκου, δημιουργού και διευθύντριας (πάνω από 30 χρόνια) σχολών θεάτρου, κινηματογράφου και τηλεόρασης. Στις οποίες δίδαξαν και από τις οποίες βγήκαν γνωστοί και σπουδαίοι καλλιτέχνες. Με επώνυμα εύσημα για τις επιδόσεις της και προσωπική κατάθεση της ίδιας, με πτυχές και από την προσωπική της ζωή, που δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχής. Ολα ωστόσο με τρυφερότητα, αγάπη και ειλικρίνεια. Κατάθεση ψυχής.

ΣΗΜ. Ο «ασθενής» επί της χειρουργικής κλίνης, όπως θα 'λεγε και ο ακατονόμαστος της «εθνοσωτηρίου». Αγνωστο, δυστυχώς, για πόσο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Παιδί
Χριστούγεννα στο σύμπαν της αθωότητας
Στην παιδική χαρά του μουσείου
Κομικ(ς)οδρόμιο
Αύριο εγώ θα οδηγώ
Image bank
Συνέντευξη: Ελευθερία Αρβανιτάκη
«Ως γενιά δημιουργήσαμε τέρατα»