Έντυπη Έκδοση

Φυγή και όραμα μέσα από τα ερείπια

Ενα παλιό εγκαταλειμμένο κτίριο, γεμάτο πεταμένα χαρτιά και σκουπίδια και στη μέση δύο νεαροί φίλοι. Δεν έχουν ιδέα πώς βρέθηκαν «στον πάτο, στην κόλαση, στο σημείο εκείνο, από το οποίο δεν υπάρχει τίποτα πιο χαμηλά».

Οι ήρωες του έργου θυμίζουν Μπέκετ, είναι, όμως, εμπνευσμένοι από την ελληνική πραγματικότητα, που θέλει τους νέους να φεύγουν στο εξωτερικό Οι ήρωες του έργου θυμίζουν Μπέκετ, είναι, όμως, εμπνευσμένοι από την ελληνική πραγματικότητα, που θέλει τους νέους να φεύγουν στο εξωτερικό «Τι θα κάνουμε τώρα;», αναφωνούν, δίνοντας παράλληλα τον τίτλο του θεατρικού έργου, που έγραψε και σκηνοθετεί ο Δημήτρης Κουρούμπαλης. Ο ηθοποιός, που αναπόφευκτα μας θυμίζει ακόμη τον τηλεοπτικό έφηβο Λεωνίδα, αυτή τη φορά αναλαμβάνει με παρρησία να μιλήσει για το σήμερα της γενιάς του, που πλέον έχει φτάσει τα 30. Αλλά και να προτείνει ένα δικό του μοντέλο εργασίας στο θέατρο.

Ο Δημήτρης Κουρούμπαλης επέλεξε να διαθέσει το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού της παράστασης, για να πληρώσει τους ηθοποιούς, ακόμη και για τις πρόβες, και όχι για να νοικιάσει έναν χώρο. Εκρινε παράλογα τα 300 ευρώ τη βραδιά - τόσο στοιχίζει μια θεατρική σκηνή στην Αθήνα, χωρίς να περιλαμβάνονται στην τιμή ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός και το ανθρώπινο δυναμικό.

Η ομάδα so7 αξιοποιεί ένα εγκαταλειμμένο αστικό σπίτι στην καρδιά της Αθήνας, στο 7 της οδού Χαβρίου στο Σύνταγμα (μεταξύ των οδών Κολοκοτρώνη και Πραξιτέλους). Το κτίριο, που παραχωρήθηκε από την οικογένεια Βαγιανού, ήταν παλαιότερα ιατρείο και οικία καρδιολόγου και σήμερα βρίσκεται στη γειτονιά των γραφείων και των καταστημάτων, που το βράδυ δεν κατοικείται.

Ούτε σκηνικά ούτε αυλαίες ούτε φωτισμοί θα συνδράμουν το θέαμά τους, το οποίο είναι στημένο με μια εντελώς διαφορετική λογική. Μας καλεί να ανακαλύψουμε πρώτα το κτίριο και έπειτα τη θεατρική πράξη.

Εικόνες εξαθλίωσης

Για τις πρόβες δοκίμασαν ακόμη πιο παράδοξους χώρους. Περιπλανήθηκαν σε εγκαταλειμμένα οικόπεδα και εργοστάσια, από την Πειραιώς έως τη Νέα Φιλαδέλφεια και το Γαλάτσι. «Μας βοήθησε πολύ να δούμε πώς η εξωτερική συνθήκη των χαλασμάτων, των σκουπιδιών και της γενικότερης εγκατάλειψης και εξαθλίωσης επηρεάζει τη διάθεση της φυγής, την οποία πραγματεύεται το έργο», λέει ο Δ. Κουρούμπαλης.

Εμπνεύστηκε από τη γενικότερη επιθυμία -του ίδιου, των φίλων του, αλλά και των νέων στην Ελλάδα- να φύγουν στο εξωτερικό. Το έργο αναφέρεται στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, χωρίς ποτέ να την κατονομάζει. Είναι, όμως, τελικά λύση η φυγή; Σύμφωνα με τον νέο δημιουργό «είναι μονόδρομος, με την έννοια ότι φυγή σημαίνει αλλαγή. Αλλωστε, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να "φύγει" κανείς. Μπορεί να φύγεις μένοντας ακίνητος, διασκεδάζοντας, αγαπώντας ή δημιουργώντας μια παρέα. Μπορεί ακόμα η φυγή να σημαίνει και συμβιβασμό», μας εξηγεί.

Το πρώτο κοινό τους υπήρξαν οι μετανάστες. Ανθρωποι φοβισμένοι, το μόνο που ζητούσαν ήταν να μην τους ενοχλήσουν, και ένα τσιγάρο. «Εχουν φύγει κι από το στάδιο της απόγνωσης. Τα πράγματα που εμείς φοβόμαστε, εκείνοι τα βιώνουν ήδη και έχουν να παλέψουν με άλλους δαίμονες πια», παρατηρεί ο Κουρούμπαλης.

Υπάρχουν άραγε περιθώρια αισιοδοξίας; Η παράσταση λέει ναι. Το ίδιο και ο συγγραφέας-σκηνοθέτης της. «Τα ίδια τα νιάτα, η δυνατότητα συνεργασίας και κυρίως η επιθυμία μου να μην ανήκω στο κομμάτι που υποφέρει από συλλογική μιζέρια, είναι αυτά που μου επιτρέπουν την αισιοδοξία», λέει.

«Εχουμε πέσει σε μια συλλογική πλάνη πως δήθεν βρισκόμαστε σε κρίση», λέει και αρνείται για τη γενιά του το χαρακτηρισμό «γενιά των 500 ευρώ ή απολιτίκ και αδιάφορη». «Είναι πολύ δύσκολο να είσαι πολιτικοποιημένος, αποφεύγοντας την κομματικοποίηση, που ξεκινά από τα Πανεπιστήμια, αλλά και από τις τελευταίες τάξεις του Λυκείου», επισημαίνει. «Ωστόσο, η αδιαφορία είναι μια πανδημία, που πλήττει όλο το δυτικό κόσμο. Εξακολουθεί να περπατά, όταν δίπλα οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα και το κρύο. Και φυσικά αφορά τη γενιά των γονιών μας, γιατί τι άλλο μας οδήγησε εδώ σήμερα, αν όχι η αδιαφορία;».

Οσο για το ελληνικό θέατρο; Το καμαρώνει. «Μου φέρνει στο μυαλό το στίχο του Σαββόπουλου "των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλο γαλαξία», λέει. «Υπάρχει πληθώρα ομάδων που δημιουργούν χωρίς να πληρώνονται, που με κέφι εμπνέονται από τις τάσεις του εξωτερικού και προτείνουν διαρκώς φρέσκα πράγματα. Θα μπορούσαν να γίνουν θαύματα με λίγα χρήματα σε όλους αυτούς τους ανεκμετάλλευτους ερειπωμένους χώρους του κέντρου».

* Πρεμιέρα αύριο. Από Πέμπτη έως Δευτέρα στις 9.15, Χαβρίου 7, Σύνταγμα, τηλ.: 210-2514927 και 6973809595. Είσοδος 15 ευρώ . Παίζουν: Υβόννη Τζάθα, Μιχάλης Κουμαριανός, Δημήτρης Κουρούμπαλης, Δημήτρης Πασσάς. Κίνηση: Φρόσω Κόρρου, Σκηνική επιμέλεια: Γκάι Στεφάνου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Σχετικά θέματα: Θέατρο
Λίφτινγκ σ' έναν 77χρονο μύθο
Αυλαία για το «Αμφι-θέατρο»;
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Φυγή και όραμα μέσα από τα ερείπια
Λίφτινγκ σ' έναν 77χρονο μύθο
Αυλαία για το «Αμφι-θέατρο»;
Μουσική
Η πιανίστα με τις μπαγκέτες
61ο Φεστιβάλ Βερολίνου
Ψιλοσνόμπαραν το Οσκαρ
Μουσεία
Ψηφιακός ο πύργος όπου μαρτύρησε ο Ρήγας
Τηλεόραση
Η έμμεση διαφήμιση αλλάζει τη μικρή οθόνη
Στάσεις εργασίας σε ΑΠΕ-ΜΠΕ, δικαστικά για συμβασιούχους
Σε ανοδική πορεία η Web TV του ΑΝΤ 1
Απεργία στον «Alter»