Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Προσωπική ματιά

  • Ο Λάνθιμος σου κόβει το βήχα

    Οσκαρ διεκδικεί, σκέφτονται, ο Λάνθιμος. Κάτι σε γκλάμουρ και εμπορικό θα είναι ο «Κυνόδοντας». Ή τουλάχιστον κάτι στο ελληνικό του.

    Πώς ήταν οι πρόδρομοί του, ο Κακογιάννης με τις τραγικές του ηρωίδες ή ο Βασίλης Γεωργιάδης με τις καλοκάγαθες πόρνες του στην Τρούμπα και τα έπη του στο Θεσσαλικό κάμπο;

    Και τρέχουν στο βιντεοκλάμπ ή στην αίθουσα να δουν την ένδοξη ταινία, για να πέσουν πάνω σε ό,τι πιο μοντέρνο, σαρκαστικό και τολμηρό έχει να επιδείξει ο κινηματογράφος μας πάνω στο θέμα της αγίας ελληνικής οικογένειας. Κάποιοι ξετρελαίνονται. Αλλοι τσουρουφλίζονται και μετανιώνουν για την περιέργειά τους. Αλλοι, αμήχανοι αλλά απτόητοι, δοκιμάζουν και τη διπλανή πόρτα.

    Τρέχουν να δουν τον Λάνθιμο στα θεατρικά του. Στον «Πλατόνοφ» του Τσέχοφ, που είναι κλασικός, άρα ακίνδυνος. Ελα, όμως, που ο νεαρός σκηνοθέτης δεν το έχει πάρει ακόμα απόφαση, όπως μας «απειλεί» κατά καιρούς, να κάνει και κάτι πιο εμπορικό. Μεταφέρει στη Νέα Σκηνή του Εθνικού το φορμαλισμό του «Κυνόδοντα» και τον υψώνει στο τετράγωνο.

    Οι ηρωικοί ηθοποιοί ακολουθούν ασφυκτικά σχεδιασμένες κινήσεις -μέχρι και τα βήματά τους έχει μαρκάρει στο δάπεδο. Φορούν μπαλόνια κάτω από τα ρούχα τους, επικοινωνούν σαν να παίζουν «χαλασμένο τηλέφωνο», φοράνε άτσαλες περούκες για να περάσουν σε άλλο ρόλο, μιλούν γαλλικά, τραγουδούν αγγλικά με ελληνική προφορά, παίζουν ποδόσφαιρο, μετακινούνται ακατάπαυστα, αγνοούν επιδεικτικά τα τσεχοφικά ιερά και όσια.

    Μέχρι να μπεις στο νόημα, η παράσταση σου δημιουργεί έντονο εκνευρισμό. Σαν να συμμετέχεις κι εσύ στο μίζερο γαϊτανάκι της ρωσικής επαρχίας στην τούρμπο εκδοχή του Λάνθιμου. Πώς εξηγείται, όμως, ότι σιγά σιγά αυτός ο πρωτοφανής «Πλατόνοφ» σε καταπίνει, σε σπρώχνει μπροστά στην καρέκλα για μεγαλύτερη συγκέντρωση;

    Την έχω την απάντηση. Ο Λάνθιμος διαθέτει κάτι που σπάνια βλέπεις σε ερευνητικές παραστάσεις: μια καλά δουλεμένη, ολοκληρωμένη, συνεπή πρόταση, που σου κόβει το βήχα ή το γελάκι. Ο φορμαλισμός του δεν διαλύει τον ιστό του έργου ούτε κάνει τους ρόλους αφελείς καρικατούρες. Απόδειξη, ότι βλέπεις τουλάχιστον δύο σπουδαίες ερμηνείες: της Αγγελικής Παπούλια και του Αρη Σερβετάλη. Κι εγώ προσωπικά ενθουσιάζομαι κάθε φορά που βλέπω την Αριάν Λαμπέντ. Ασχετα αν αναρωτιέμαι τι πορεία θα έχει στο ελληνικό θέατρο και σινεμά με τόσο έντονη ξένη προφορά.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Φυγή και όραμα μέσα από τα ερείπια
Λίφτινγκ σ' έναν 77χρονο μύθο
Αυλαία για το «Αμφι-θέατρο»;
Μουσική
Η πιανίστα με τις μπαγκέτες
61ο Φεστιβάλ Βερολίνου
Ψιλοσνόμπαραν το Οσκαρ
Μουσεία
Ψηφιακός ο πύργος όπου μαρτύρησε ο Ρήγας
Τηλεόραση
Η έμμεση διαφήμιση αλλάζει τη μικρή οθόνη
Στάσεις εργασίας σε ΑΠΕ-ΜΠΕ, δικαστικά για συμβασιούχους
Σε ανοδική πορεία η Web TV του ΑΝΤ 1
Απεργία στον «Alter»