Έντυπη Έκδοση

Ελλάδα

Blogs in Print

  • Η κόκκινη καραμέλα της αγάπης

    Γράφει ο Sraosha: http//sraosha2.blogspot.com «Είναι ωραίο τα καλά πράγματα να κρατάνε για πάντα», διαπιστώνει η διαφήμιση, αφού μας έχει δείξει από πολύ κοντά τα πρόσωπα ενός ερωτευμένου ζευγαριού καθώς ασπάζονται το ένα το άλλο διαχρονικά από την εφηβεία μέχρι τα γεράματα, σε μια συνοπτική ερωτοτροπία.

    OZAN KOSE / AFP OZAN KOSE / AFP Η κάμερα παραμένει προσηλωμένη στα πρόσωπα ενώ το φόντο, σε φλου, αλλάζει: βορειοευρωπαϊκός κήπος, κλαμπ, φοιτητικό δωμάτιο, οικογενειακό σπίτι με σιλουέτα παιδιού στο βάθος - σπίτι από το οποίο δεν ξεφεύγουμε μέχρι το τέλος της σύντομης περιστροφής της ματιάς μας γύρω από τα δύο πρόσωπα.

    Ο τρόπος που παριστάνεται το ζευγάρι λέει «έρωτας»: υπάρχει το απότομο τέντωμα αλλά και η ένταση της επιθυμίας. Λέει και «διάρκεια παρά τις αντιξοότητες»: περνούν και κάποιες σκυθρωπές σκιές από τα πρόσωπα. Λέει, τελικά, «αγάπη»: η κινηματογράφηση την υπονοεί σαφέστατα. Αυτή η αγάπη είναι ο όρος σύγκρισης για πρόγραμμα κινητής τηλεφωνίας. Η χυδαιότητα του να χρησιμοποιείς τη σχέση δύο ανθρώπων, σχέση που έχει διάρκεια και υπονοεί «αγάπη», για να πεις «να, έτσι είναι και το πρόγραμμα που προσφέρουμε» είναι προφανής και θα αποτελούσε αφορμή έντονης δυσφορίας, αν δεν είχαμε πια συνηθίσει πολλά και τρισχειρότερα. Δεν θέλω να σταθώ σ' αυτό όμως, παρά στο πώς γίνεται η αγάπη, ως καραμέλα, να χρησιμοποιείται για να διαφημιστούν προγράμματα κινητής τηλεφωνίας. Γιατί να είναι πρόσφορο να πουλήσεις ένα προϊόν χρησιμοποιώντας μια μακροχρόνια σχέση ενός ζευγαριού, ταυτίζοντάς την μάλιστα με την αγάπη;

    Η αγάπη στην επίμαχη διαφήμιση είναι μια μεταφορά για τη διάρκεια του συμβολαίου. Η ταύτιση ερωτικού πάθους, μακροχρόνιας συμβίωσης και αγάπης παρουσιάζεται ως πηγαία, αυτονόητη και αβίαστη, ως κάτι νορμάλ. Τέλος, σχολιάζεται ως «καλό πράγμα» - και ποιος θα διαφωνούσε;

    Από πού προέρχεται αυτή η ταύτιση πάθους, συζυγίας και αγάπης; Μάλλον δεν πρόκειται για εμπειρική παρατήρηση που προκύπτει αν κοιτάξει κανείς τα ζευγάρια γύρω του. Αρα μάλλον πρόκειται για κάποιο ιδανικό. Η μονογαμία, έτσι κι αλλιώς, είναι πανάρχαιο αίτημα, που παραδοσιακά προοριζόταν να διαφυλάξει τη γνησιότητα των τέκνων και να ρυθμίσει ζητήματα κληρονομιάς. Την παραδοσιακή μονογαμία όμως δεν την έτρεφε το ερωτικό πάθος, ούτε η παραδοσιακή μονογαμική σχέση εκπήγαζε από την αγάπη. Στον αντίποδα αυτής της πιο πρακτικής και πραγματιστικής (πεζής, ίσως, και σίγουρα πατριαρχικής) αντίληψης της μονογαμίας, βρίσκεται η εποχή μας: η διάρκεια στη σχέση έχει πλέον στηθεί ως ένα ηθικό είδωλο, στο οποίο έρωτας, συντροφικότητα, κοινός βίος και αγάπη ταυτίζονται αδιαιρέτως ως ομοούσια.

    Νομίζω πως αυτή η ταύτιση του έρωτα με τη συζυγία και με την αγάπη προέκυψε από τη συνάντηση του Χόλιγουντ, που τη θεωρεί δεδομένη και την προβάλλει ως τη μία και μοναδική λύση σε κάθε πρόβλημα ανθρώπινων σχέσεων, και της σεμνής, ας πούμε νεορθόδοξης, ερωτικής χειραφέτησης, που χρονολογείται από τη δεκαετία του '80.

    Πιο αναλυτικά: στην Ελλάδα μετά το χουντικό γύψο ακολουθήθηκε βεβαίως η πορνογραφική οδός αντίδρασης: η απελευθέρωση των επιθυμιών θα επερχόταν, διά της σοσιαλδημοκρατικής μεθόδου, με σεξουαλική διαπαιδαγώγηση πρώτα στα τσοντοσινεμά και αργότερα μέσω βίντεο.

    Σχεδόν παράλληλα διατυπώθηκε και έγινε δημοφιλής η (ας την πούμε) νεορθόδοξη μέθοδος. Ακούγονταν φωνές ότι και οι πατέρες μας (οι μητέρες δεν αγγίζονται τόσο εύκολα) μίλησαν για τον έρωτα, ότι και στων Ελλήνων τις κοινότητες ερωτευόταν ο κόσμος, ότι τα δημοτικά τραγούδια μιλάγανε για εκτός γάμου σχέσεις, αλλά και για πάθη έκνομα. Δεν χρειαζόμαστε λοιπόν τη βιομηχανική πορνογραφία της Δύσης: έχουμε την παραδοσιακή μας τέχνη και οικοτεχνία. Τέλος, γραπτά εκκλησιαστικών πατέρων όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής και άλλοι επιστρατεύτηκαν επιμελώς για να στηρίξουν την καθ' ημάς ερωτική μεταρρύθμιση. Η όλη προσπάθεια συνοψίστηκε σε ένα εκτός συμφραζομένων πρόσταγμα του ιερού Αυγουστίνου: «Αγάπα και κάνε ό,τι θες». Δεν ήταν και λίγο κάτι τέτοιο για τη βαθιά θρησκόληπτη νεοελληνική κοινωνία: ο Θεός μάς λέει να «κάνουμε έρωτα» και να γίνουμε, ενδεχομένως, παραβατικοί στο όνομα του έρωτα. Δηλαδή της αγάπης.

    Κι έτσι, η ερωτική χειραφέτηση συσχετίστηκε, ή μάλλον μπερδεύτηκε γλυκά, με την αγάπη. Η αγάπη, από κάτι που περιέγραφε δεσμούς γονικούς και φιλικούς και βαθιάς συζυγικής αφοσίωσης, σύντομα βρέθηκε παντού: στις ανοικονόμητες τρέντι εκφράσεις, στις εξιδανικευμένες αφηγήσεις γελοίων ερώτων που έμαθαν τον Ελληνα να διαβάζει πεζογραφία, στην περιγραφή οποιουδήποτε δεσμού μεταξύ ανθρώπων. Και η αγάπη έγινε καραμέλα, και μάλιστα κατακόκκινη: το ερωτικό πάθος έπαψε να είναι σκέτο πάθος, με το ζόρι κατέστη και πειστήριο ή ένδειξη αγάπης. Η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες έγιναν αγάπες ιερές και καθαγιασμένες - ή έπρεπε να οδηγούν προς τα εκεί, τουλάχιστον. Οσοι προσπαθούσαν να διαχωρίσουν πόθο από έρωτα, από αγάπη και από γάμο, στιγματίστηκαν στα μάτια της νέας κανονικότητας ως κυνικοί, ως άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα ή έρμαια των παθών τους, ως τσούλες και καψούρηδες. Από εκεί μέχρι το ιδανικό της μονογαμικής σχέσης, όλο ερωτική ευωχία και οργασμική τρυφή, που είναι και παθιασμένη και ισόβια, που δημιουργεί οικογένειες και αγοράζει σπίτια, που ουδέποτε πίπτει και που πηγάζει από αληθινή αγάπη - είναι ένα τσιγάρο δρόμος, από τα τσιγάρα που γίνονται μετά τη συνεύρεση και ανάκραση ψυχών.

    Αυτό το στιλπνό ιδανικό τού «για πάντα» είναι λοιπόν στην περίπτωσή μας παιδί του Χόλιγουντ και του «αγάπα και κάνε ό,τι θες»: ένα παιδί-θαύμα που διαφημίζει κόκκινα (όπως η μόδα προστάζει) συμβόλαια τηλεφωνίας, και αυτά «για πάντα», όπως η ευτελισμένη αγάπη.

  • Επωάζοντας το αβγό του φιδιού

    Γράφει η Niemandsrose: http://niemandsrose-niemandsrose. blogspot.gr/ Αναρωτιέσαι καμιά φορά πώς προέκυψε η βαρβαρότητα, σε ποιες τρύπες και με ποια τροφή εκκολάφθηκε το αβγό του φιδιού, με ποια αναγνώσματα, ποια τέχνη, ποια ΜΜΕ.

    Τα φρικαλέας αισθητικής και εμβληματικής ιστορικής παραχάραξης βιβλία των τηλεπλασιέ καθώς και οι αρχαιόπληκτες εκπομπές στα διάφορα ακροδεξιά κανάλια όπου καλτ μορφές διατράνωναν παρανοϊκές θεωρίες για την καταγωγή των Ελλήνων από τον Σείριο, δεν επαρκούν ως εξηγήσεις. Η δε τέχνη των νεοναζί περιορίζεται στα χωρίς απήχηση ρατσιστικά εμέσματα σε ήχους μπλακ μέταλ του κάθε Καιάδα. Κι όσο για τα ΜΜΕ, οι ελάχιστες φασιστοειδείς φυλλάδες και οι αντίστοιχες πλατφόρμες στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, δεν αποτελούσαν παρά γραφικά και περιθωριακά μέσα, και ως τέτοια δεν θα μπορούσαν να έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στον εκφασισμό της κοινωνίας.

    Ας ανοίξουμε λίγο το πλάνο. Στην ταινία «This is England», ο σκηνοθέτης Shane Meadows, με ένα σχεδόν αυτοβιογραφικό σενάριο, επικεντρώνεται στη θατσερική Αγγλία μετά το τέλος του πολέμου των Φόκλαντ, το 1983. Η οικονομική ύφεση, η αυξανόμενη ανεργία, η μεγάλη είσοδος των μεταναστών και η φθορά του μεγαλείου της μητρόπολης δυναμιτίζουν το ρατσισμό και μεταλλάσσουν τους σκίνχεντ σε νεοναζί, που μάλιστα στρατολογούν ένα δωδεκάχρονο πιτσιρίκι δηλητηριάζοντάς του το μυαλό με μίσος και εθίζοντάς το στην ξενοφοβική βία και τον τραμπουκισμό.

    Αρχές της δεκαετίας του '90, σε φαινομενικά ανύποπτο χρόνο -αν και δεν υπάρχει ανύποπτος χρόνος αλλά μόνο ανυποψίαστο βλέμμα- ο Βασίλης Ραφαηλίδης περιέγραφε με τη γνωστή του παρρησία και οξυδέρκεια την «Ψυχολογία του φασίστα» στο βιβλίο του «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους». Τότε, σε ένα κλίμα τάξης, ασφάλειας και οπωσδήποτε εθνικής συμφιλίωσης, ελάχιστοι είχαν τη διορατικότητα και την τόλμη να θίξουν τις εστίες της Ακροδεξιάς με εξαίρεση τον «Ιό» -τότε- στην «Ελευθεροτυπία». Και έμοιαζαν στους πολλούς αλλόκοτα τα έντυπα του δρόμου, τα αφισάκια και τα συνθήματα στους τοίχους που μιλούσαν για φασίστες.

    Την ίδια περίοδο, ο ημεδαπός θατσερισμός έκανε τη δουλειά του: άνοιγε τα σύνορα σε φτηνά εργατικά χέρια, έκλεινε «προβληματικές» επιχειρήσεις αφήνοντας περίπου δέκα χιλιάδες οικογένειες στο δρόμο, ενώ συμπράττοντας οι «φιλελεύθεροι» με την... Εκκλησία -ο ορισμός του οξύμωρου- οργάνωναν συλλαλητήρια για τα Σκόπια, συσπειρώνοντας με εθνικιστικές κορόνες και νεο-ορθόδοξες παρλάτες στην επινοημένη, όπως φάνηκε αργότερα, απειλή από τα βόρεια τον «παροιμιώδη μέσο ανθρωπάκο» που περιέγραψε ακριβέστατα ο Βολφ Μπίρμαν.

    Το 1993 προβάλλεται στους κινηματογράφους το «Πάνω, κάτω και πλαγίως», όπου ο Μιχάλης Κακογιάννης σχολιάζει με τον πιο παραστατικό κι ευθύβολο τρόπο τα αντανακλαστικά του φιλήσυχου πολίτη σε μία σκηνή: Κάποιο μικροσυμβάν αναστατώνει μέσα στη νύχτα τη μεσοαστική γειτονιά, ώστε να συγκεντρωθούν στο πεζοδρόμιο με τις ρόμπες και τις πιζάμες οι νοικοκυραίοι, οπότε και βρίσκουν ευκαιρία να ξεσπαθώσουν πως «γέμισε η Αθήνα πόρνες, ναρκομανείς, επαμφοτερίζοντες, κίναιδους» μέχρι πως «φοβάσαι πια να κυκλοφορήσεις στο κέντρο μη φας καμιά ρουκέτα στο κεφάλι στις 13 (!) του Νοέμβρη»...

    Αργότερα, το 2004, σε ένα κλίμα επίπλαστης ευφορίας και ευημερίας, όταν πια το λάιφσταϊλ είχε αλώσει για τα καλά το δημόσιο λόγο, όταν πλέον ο πολιτικός λόγος είχε εκχωρηθεί ή οικειοποιηθεί από «σταλινικά απολιθώματα», όπως αποκαλούσαν το ΚΚΕ, και από τους «γνωστούς-αγνώστους», οι φιέστες του Euro 2004 και η αίγλη των Ολυμπιακών αναζωπύρωναν ανενόχλητα τον εθνικισμό που αποτυπωνόταν στα «Αλβανέ, Αλβανέ, δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ» και άλλα τέτοια συνθήματα. Να μην ήταν και τόσο αθώα η συμμετοχή, η ανοχή ή η αδιαφορία μας εκείνα τα χρόνια σ' αυτά τα φαινόμενα;

    Αλλά τώρα, ποιος να δυσαρεστήσει με μομφές τον «παροιμιώδη μέσο ανθρωπάκο», όταν αποτελεί την κρίσιμη μάζα που θα καθορίσει με την ψήφο της τα αυριανά εκλογικά αποτελέσματα; Αυτό το γιγάντιο τέρας του φιλήσυχου πολίτη ποιος να το ενοχλήσει, όταν είναι απόλυτα βέβαιο πως μόνο την οργή του θα δρέψει; Μόνο παραληρηματικά ο Βίλχελμ Ράιχ θα του απευθύνει το βιβλίο «Ακου Ανθρωπάκο». Και η ποίηση το ίδιο παραληρηματικά με τον Αζίζ Νεσίν στο «Σώπα, μη μιλάς» και τον Μάρτιν Νίμελερ στο αντιναζιστικό «Πρώτα ήρθαν...». Κι όσο για μας, που αρθρώνουμε δημόσιο λόγο, ας γινόμαστε και λίγο δυσάρεστοι στους εαυτούς μας και στους δικούς μας. Η αυτοκριτική είναι επώδυνο, αλλά πολύτιμο δώρο. Ή όπως το έγραφε ο Γιώργος Μανιάτης στα Εξεργα: «Αυτός που έχει φίλους δεν πρέπει να γράφει. Και αν πρόκειται οπωσδήποτε να ενδώσει, ας φροντίζει να τους χάνει πρώτα».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Ελλάδα της έντυπης έκδοσης
Marfin
«Δεν είχαμε δικαίωμα απεργίας»
ΔΝΤ
Ποιος είναι ο «μικρός Ολλανδός» του ΔΝΤ
Δικαστικό ρεπορτάζ
Ποινή-μαμούθ για τον παιδεραστή Σειραγάκη
Πάντειο
Δεκτή από το ΣτΕ η αίτηση
Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης
Απολύσεις χωρίς καν αξιολόγηση
«Το σύστημα ισοπεδώνει τα πάντα προς τα κάτω»
Υπουργείο Οικονομικών
Ιερές δωρεές με ανίερα οφέλη
Υπουργείο Παιδείας
Τα «πάθη» του σύγχρονου ανθρώπου, θέμα της Εκθεσης
Άλλες ειδήσεις
Φοβούνται τη σκιά τους στη γειτονιά του Τράα
Ποιος πληρώνει το ενοίκιο των 4.000 ευρώ το μήνα;