Έντυπη Έκδοση

Γέλιο σαν κοφτερό λεπίδι

Σάκης Σερέφας

Θα σε πάρει ο δρόμος

εκδόσεις Κέδρος, σ. 167,, ευρώ 12

Ενας παππούς σηκώνεται απ' το κρεβάτι. «Ανάβει ένα κερί, ανοίγει το ψυγείο, βρίζει το ψύχος που εκλύεται από μέσα του, βάζει το αναμμένο κερί στην κατάψυξη, και κλείνει θολωμένος το πορτάκι της». Χρειάζεται άραγε και άλλες λέξεις η απόγνωση; Μια γριά παρακαλεί έναν γείτονά της να αφοδεύσει στο διαμέρισμά της. «Τώρα πρέπει να τα κάνεις», του λέει, «γιατί θα φύγεις μετά και θα κλείσεις την πόρτα πίσω σου, κι εγώ θα μείνω πάλι μονάχη μου εδώ. Ενώ άμα πας τώρα στο μπάνιο, μετά που θα φύγεις θα νιώθω ότι μπήκε άνθρωπος στο σπίτι μου». Χρειάζεται και άλλες λέξεις η μοναξιά;

«Το σκοτάδι τριγύρω είναι ανυπολόγιστο». Χρειάζονται και άλλες λέξεις για να σκοτεινιάσει;

Η λογοτεχνία του Σάκη Σερέφα είναι εξαιρετικά φειδωλή και φιλύποπτη με τις λέξεις. Τις εμπιστεύεται μόνο στον βαθμό που κατορθώνουν να πολλαπλασιάζουν νοηματικά αυτό που ονοματίζουν. Στο λεξιλόγιο των έργων του ο πλεονασμός εκλείπει. Ο εξαιρετικά πυκνός και αρραγής χαρακτήρας της πεζογραφίας του Σερέφα νεύει πρόδηλα προς την ποίηση, αλλά ουδέποτε την υποδέχεται αυτούσια μέσα στην αφήγηση. Οι ποιητικές καταβολές ανιχνεύονται στο αριστοτεχνικό χτίσιμο της φράσης, στην οικονομία των εκφραστικών μέσων, στη λεπτολογία της εικονοποιίας, στη δραστικότητα και ευθυβολία του λόγου, στην ένταση των στιγμιοτύπων, στους γλωσσικούς αιφνιδιασμούς, στη δριμύτητα των παραδηλώσεων. Πέρα από την καταπληκτική δύναμη της γραφής, εκείνο που εντυπωσιάζει εξίσου στα βιβλία του Σερέφα είναι η υποδήλωση ενός αφόρητου ψυχικού άχθους μέσω του γκροτέσκο ή και του γελοιογραφικού. Οχι σπάνια, οι χαρακτήρες στο ζενίθ της λύπης τους μοιάζουν κωμικοί. Η ιλαρότητά τους ωστόσο είναι σαν λάμα. Κόβει το γέλιο μαχαίρι. Στοιχεία εξωλογικά, μια φαιδρή λεπτομέρεια, απότομες παρεκβάσεις, αυτοαναφορικά σχόλια, όλα τα τεχνάσματα της συγκινησιακής αποφόρτισης υποδεικνύουν με τη συναρμογή τους την απελπισία που έρχονται να αντισταθμίσουν. Η συναρπαστική ιδιοτυπία των σελίδων γίνεται το αντίβαρο στην κοινοτοπία της θλίψης.

Στις είκοσι μινιατούρες του βιβλίου οι ήρωες, παράξενα θλιμμένοι, επινοούν ευφάνταστους περισπασμούς για να γλιτώσουν απ' ό,τι ασφυκτικό νιώθουν. Αλλος παλεύει να ξεπαγώσει τη ζωή του με τη φλόγα ενός κεριού, άλλος φεύγει με τη λαχτάρα «να τον πάρει ο δρόμος», να τον πάει κάπου αλλού, μακριά από το οικείο που ολοένα στενεύει, ενώ άλλος κάνει πρόβες θανάτου, ανακαλύπτοντας πως η ζωή μετά συνοψίζεται σ' ένα «σαν να μην». Ενας άλλος τελεί ένα αλλόκοτο μνημόσυνο στη μητέρα του, όπου η μακαριά, από τέφρα και αίμα, προσφέρεται στη νεκρή και όχι στον τεθλιμμένο. Αλλού ένας άντρας δραπετεύει τις νύχτες από το κρεβάτι για να συναντήσει τον δικό του ουρανό ανάμεσα σε τσιμέντα μουσκεμένα από τη βροχή, «με την αυγή να καθρεφτίζεται μέσα τους», έστω και αν θα ήθελε η γυναίκα που εκείνη τη στιγμή κοιμάται στο κρεβάτι του, να στεκόταν δίπλα του, καταμεσής του ίδιου ουρανού. Κάποιος άλλος, χαμηλοβλέφαρος επίσης, αντιμέτωπος με έναν ουρανό διαμεσολαβημένο από παρμπρίζ «με δαχτυλιές και κουτσουλιές και σκοτωμένα ζωύφια», ακούει τη γυναίκα που τον εγκαταλείπει να συσχετίζει τα πέντε χρόνια της σχέσης τους με το πόσο απομακρύνθηκε η Σελήνη από τη Γη το ίδιο διάστημα. Είκοσι εκατοστά, του λέει, ξέροντας ότι η απόσταση ανάμεσά τους δεν είναι μετρήσιμη. Μια άλλη γυναίκα διανύει σε δυόμισι ώρες τα πεντακόσια χιλιόμετρα μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης, αλλά μια μύγα μέσα στο αυτοκίνητο αναστέλλει το τελεσίδικο της φυγής της, καθώς, όπως τώρα ακουμπάει στον μηρό της, θα μπορούσε να είχε σταθεί και πάνω στον άντρα από τον οποίο έφευγε. Η μύγα επιβάλλει τον παρατατικό εκεί όπου η γυναίκα έχει ανάγκη τον αόριστο.

Οι ήρωες του Σερέφα είναι ξεχωριστοί με τρόπο απόλυτο. Μιλούν σε ένα ιδιόλεκτο εφικτό μόνο για μια εύτολμη λογοτεχνική φαντασία, κινούνται σε έναν κόσμο φαινομενικά αναγνωρίσιμο, αλλά με απρόβλεπτες προοπτικές, αρπάζονται από παράλογες απαντοχές, κοιτούν τόσο εκστατικά το ανύπαρκτο που το βλέμμα τους γίνεται πραγματικότητα. Μόνο με το είδωλό τους αναμετριούνται κατάματα, γυμνοί από κάθε σπλαχνικό ψεύδος, ακόμα και όταν η ματιά τους εκλιπαρεί την τυφλότητα. Η ένοικος της τέταρτης ιστορίας ξέρει από βλέμματα που περιφρονούν τη σιωπή και μιλούν ακόμα και τις στιγμές που τα χείλη μένουν σφραγισμένα. Είναι μια γυναίκα που σιωπά γιατί δεν αντέχει να μιλά στον εαυτό της. Τα άφατα που την πολιορκούν τα ξεγελά με ιστορίες για αγνώστους, ιστορίες ακίνδυνες επειδή εκείνη απουσιάζει από αυτές. Με το μυαλό της δίνει ζωή στους επιβάτες των τρένων που βλέπει να περνούν από μια διασταύρωση. Ομως όταν κάποτε η ίδια βρίσκεται σε κάποιο βαγόνι, ο εαυτός της την παραμονεύει στη διασταύρωση και της αφηγείται, απλώς κοιτώντας την, τη δική της ιστορία· μια αφήγηση αναπόδραστη και αβάσταχτη, διότι έχει πρόθεμα το «εγώ», πρόσωπο δύσκολο τόσο στη γραφή όσο και στη ζωή. Οι σελίδες που αποτυπώνουν την τραγικότητα αυτής της ενέδρας, συνιστούν αναμφίλεκτα ένα συνταρακτικό κομψοτέχνημα.

Η γυναίκα που μια νύχτα κατασπαράχτηκε από τη φωνή που ύπνωττε μέσα της σαν νάρκη, κατάλαβε ότι «όταν κάποιος σε κρατάει από μια κλωστή, δεν είναι εκείνος ο δυνατός, αλλά η κλωστή». Μετέωρη πάνω από απόκρημνα ανείπωτα, αφελώς ασφαλής, βλέπει ξαφνικά την κλωστή να κόβεται και το χέρι της που την κρατούσε να ακολουθεί τη χειρονομία της συντριβής. Καθώς οι αυταπάτες της σωριάζονται, συμπαρασύρουν το ψευδαισθητικό είδωλό της προς το οποίο απευθυνόταν σε όλη τη διάρκεια του κειμένου· ένα είδωλο ανεστραμμένο, που αναιρώντας τη συνθήκη της δικής της ζωής είχε αποκτήσει παιδιά. Σε άλλο πεζό μια πόρνη ακούγοντας το αλλόφρον παραλήρημα ενός πελάτη, παραλύει από έναν πόνο παλιό, για το παιδί που δεν γέννησε. Ο σαρκασμός παραμορφώνεται σε λυγμό και το γέλιο μαχαιρώνεται μόλις πάει να αναφανεί.

Ευτυχέστερη η γυναίκα της δωδέκατης ιστορίας, συνειδητοποιεί ότι ένα κάλεσμα αρκεί για να γίνει η μοναξιά συντρίμμια. Καθώς μεταλαβαίνει σπιτικό φαΐ από τη χούφτα ενός άντρα, η αριθμητική τής μονής ζωής καταλύεται. Μέσα στο σπίτι του άντρα το πιρούνι του, το πιάτο του και το ποτήρι του έχουν ακόμα πάνω τους την αφή δύο στομάτων, μαρτυρώντας την πλάνη τού ενός. Ακόμα και αν ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα «όρθιο άντερο», «ένα άντερο γεμάτο με αριθμούς και στατιστικές», κάποιες στιγμές είναι και «πηγάδι χωρίς πάτο», που κανένα όργανο ακριβείας δεν μπορεί να οριοθετήσει.

Ο αλλοπρόσαλλος θίασος του Σερέφα αποτελείται από ένα τσούρμο γήινους που ουδέποτε διείδαν στην ανθρώπινη φύση τους οτιδήποτε το ανώτερο, ένα ένθεο, λόγου χάριν, καθ' ομοίωσιν. Εχουν αντιληφθεί πως όσο ανυπόμονα και αν κορνάρει ο Χάρος, η Γη δεν παίρνει χαμπάρι και πως δεν υπάρχει λόγος να στενοχωριέται κανείς γι' αυτό. Ο Φώτης, για παράδειγμα, πιστεύει ότι από τη στιγμή που όλα τα μυρμήγκια πάνω στη Γη ζυγίζουν περισσότερο από όλους μαζί τους ανθρώπους, κάθε υπαρξιακή διερώτηση έχει αυτομάτως ακυρωθεί. Το πίστευε τουλάχιστον μέχρι να τον απατήσει η Μπέτυ. Τότε η μηδαμινή ύπαρξη της άπιστης γίνεται αίφνης πρόσβαρη. Βαρύς από γνώση εμφανίζεται στις σελίδες ένας συγγραφέας ο οποίος διδάσκει με συγκατάβαση σε έναν ταξιτζή τα μυστικά της συγγραφής. Ανεπίδεκτος ο ακροατής του, επιμένει να αποσπά από τις εικόνες γύρω του τις δικές του ιστορίες και όχι εκείνες που φέρουν τη λογοτεχνική επιμέλεια του βαθύνοος επιβάτη. Ισως δεν είναι τυχαίο ότι στο εν λόγω πεζό ο αδαής οδηγεί και ο γνώστης μεταφέρεται. Αλλος ταξιτζής, στον αντίποδα του προαναφερθέντος συναδέλφου του, «υπερίπταται στις σφαίρες του θείου και του ιδεατού» και υψώνεται ανάμεσα στους θνητούς σαν «μια όρθια πνευματική εμπειρία, μια ταχύρρυθμη ψυχική ανάταση, ένα επείγον φροντιστήριο αισθητικής αγωγής». Δυστυχώς όμως η υψηλοφροσύνη του υπονομεύεται από τη γειτνίασή της με το σφαγείο ζώων στο καταληκτικό κείμενο. Εκεί, ανάμεσα σε εντόσθια, χυμένα αίματα, ανατριχιαστικούς γρυλισμούς, λεπίδες και σπασμούς, η ανθρώπινη υπόσταση σέρνεται καταγδαρμένη από καθετί ιδεώδες· ένα δίποδο όρθιο έντερο που δεν μπορεί να αναγνωρίσει στα μάτια ενός ζώου «με τη μεταλλική λαβή του μαχαιριού να αστράφτει» ανάμεσά τους, το αντικαθρέφτισμά του.

Ενα βράδυ κάποιος ρωτάει έναν σουβλατζή: «Πού να πάω, κύριέ μου;», «πες μου πού να πάω;». Ο σουβλατζής τού προτείνει τότε να χαθεί και μετά να ζητήσει οδηγίες για να επιστρέψει στο σουβλατζίδικο. Ετσι ο άλλος, έστω και για μία μόνο νύχτα, θα ξέρει ποιον δρόμο αναζητά. Σαν να διαθέτει και ο ίδιος, όπως ο σουβλατζής του, ένα μαγικό τηλεκοντρόλ που του επιτρέπει να βρίσκει το κουμπί του καθενός, ο Σάκης Σερέφας, όταν τους ήρωές του σφίγγουν τα σκοτάδια, τους παρηγορεί με λέξεις τόσο αδήριτες όσο ένας προορισμός. Τι άλλο χρειάζεται άραγε να ειπωθεί για να παραδεχθούμε πως είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς που διαθέτουμε σήμερα;

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Υπαρξιακός τρόμος
Το πένθος ταιριάζει στον καλλιτέχνη
Η ευαίσθητη οξυδέρκεια του Γιάννη Δάλλα
Εν τη ρίμα του λόγου / Μαρία Βουμβάκη
Αυτοπροσωπογραφίες και σκιές
Τραγούδια και θρύλοι
Το τραύμα Πουλαντζάς
Περιεχόμενο εναντίον μορφής: Μια αντι-ρομαντική σύλληψη στην καρδιά του ρομαντισμού
Τι ξέρουμε για τον Σαίξπηρ;
Πλουσιοπάροχα τοξικό
Ερωτες και δρόμοι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Υπαρξιακός τρόμος
Το πένθος ταιριάζει στον καλλιτέχνη
Η ευαίσθητη οξυδέρκεια του Γιάννη Δάλλα
Εν τη ρίμα του λόγου / Μαρία Βουμβάκη
Αυτοπροσωπογραφίες και σκιές
Τραγούδια και θρύλοι
Το τραύμα Πουλαντζάς
Περιεχόμενο εναντίον μορφής: Μια αντι-ρομαντική σύλληψη στην καρδιά του ρομαντισμού
Τι ξέρουμε για τον Σαίξπηρ;
Γέλιο σαν κοφτερό λεπίδι
Πλουσιοπάροχα τοξικό
Ερωτες και δρόμοι
Μουσική
Στο ντιβάνι του δισκαναλυτή
Συνέδριο για τη Θεοφαγία - Ανθρωποφαγία
Παραίνεση για την θεραπεία της ψυχής από τον Κύριο Κανίβαλο
Από τις 4:00 στις 6:00
Τα ψέματα πληρώνονται ...στο τραγούδι
Δυνατή φωνή με ανοίγματα στην ποίηση
Αρχαίο δράμα
Ο Προμηθέας του Αισχύλου και η διαλεκτική της ανθρώπινης συνείδησης