Έντυπη Έκδοση

Μάριο Βάργκας Γιόσα

Ο μύθος και η πραγματικότητα στο έργο του Περουβιανού νομπελίστα

Το 1963, 1.000 αντίτυπα από το πρώτο μυθιστόρημα ενός νεαρού Περουβιανού θα καούν στο προαύλιο της στρατιωτικής σχολής «Λεόνσιο Πράδο», στη Λίμα, με τις στάχτες να εξευμενίζουν τους «θιγμένους» αξιωματικούς και να εκτινάσσουν στα ύψη τις πωλήσεις του βιβλίου.

Ο Μάριο Βάργκας Γιόσα, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής, μόλις είχε γίνει καθολικά γνωστός. Η πόλη και τα σκυλιά, το πρώτο κατά σειρά από τα αριστουργήματά του -είχε προηγηθεί η συλλογή διηγημάτων Οι αρχηγοί- έμελλε να λυτρώσει τον συγγραφέα από τις οδυνηρές αναμνήσεις στο εν λόγω στρατόπεδο και να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ένα λογοτεχνικό φαινόμενο και μια ολόκληρη εποχή, που καθιερώθηκε στην ιστορία της λογοτεχνίας ως «Η έκρηξη του λατινοαμερικανικού μυθιστορήματος».

Η αλήθεια πίσω από τον μύθο

Ο νεαρός συγγραφέας, και πρώην εύελπις, είχε δώσει το στίγμα της τέχνης του. Η λογοτεχνία σε συνάρτηση με την πραγματικότητα, είτε αυτή συνίσταται στο βίωμα είτε σε ιστορικά γεγονότα, χωρίς να αναιρείται η κυρίαρχη ισχύς του μύθου, που διακρίνεται στο αμιγώς μυθικό αλλά και το θρυλικό, ένα μαγικό φίλτρο ονείρου και πραγματικότητας.

Γεννημένος στην Αρεκίπα του Περού, το 1936, ο Γιόσα θα γνωρίσει τον αυταρχικό πατέρα του σε ηλικία 11 ετών, ενώ τρία χρόνια αργότερα θα υποχρεωθεί να φοιτήσει στην περιώνυμη στρατιωτική σχολή, απ' όπου προήλθε και το μυθιστόρημα Η πόλη και τα σκυλιά.

«Η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία υπήρξε ο καλύτερος τρόπος ώστε να δυσαρεστήσω τον πατέρα μου», θα αναφέρει στη βιογραφία του, φράση αποκαλυπτική, τόσο για τη μεταξύ τους σχέση όσο και για την ιδιοσυγκρασία του περουβιανού συγγραφέα. Η ούτως ή άλλως οδυνηρή συνύπαρξη θα τερματιστεί οριστικά μετά την έκδοση του βιβλίου Η θεία Χούλια και ο γραφιάς, όπου παράλληλα με την πρώην σύζυγο και εξαδέλφη του, Χούλια, απαξιώνει τον αυταρχικό κηδεμόνα των παιδικών του χρόνων.

Για περιορισμένο χρονικό διάστημα θα ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία και το αστυνομικό ρεπορτάζ, με το πέρασμά του να αποτυπώνεται στις σελίδες των μυθιστορημάτων του (βλ. Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες, Πότε πήραμε την κάτω βόλτα, Μια ιστορία για τον Μάυτα), ενώ ως μέλος μιας ομάδας, αποστολή της οποίας υπήρξε η εξιχνίαση της δολοφονίας οχτώ δημοσιογράφων, θα εμπνευστεί τα μυθιστορήματα Ο Λιτούμα στις Ανδεις και το Ποιος σκότωσε τον Παλομίνο Μολέρο.

Η δημοσιογραφία εντυπώνεται ως βασική δομή εξουσίας και, σε σύγκλιση με τις υπόλοιπες μορφές εξουσίας, κατευθύνει τις άβουλες μάζες προς ίδιον όφελος.

Η σχετικότητα της αλήθειας περνά από τα φιλοσοφικά μονοπάτια στην απτή πραγματικότητα. Η αλήθεια σκεπάζεται ή αποκαλύπτεται εκβιαστικά, με τους αποδέκτες να άγονται και να φέρονται άβουλοι και τυφλωμένοι από ένστικτα και στερεότυπες πεποιθήσεις.

Ο Γιόσα θα ζήσει τον πολιτικό αναβρασμό των κρατών της Λατινικής Αμερικής, την πολυφυλετική κοινωνική διαστρωμάτωση και τη μετάλλαξη του φυσικού τοπίου σε σύγχρονο άστυ. Αυτή η γεωγραφική διάβρωση αποτελεί αρχή και κατάληξη στα περισσότερα έργα του. Η ουτοπία και η ανθρώπινη ματαιοπονία εκφράζεται εκ παραλλήλου με την απώλεια της παιδικής ηλικίας, τον απόπλου των αναμνήσεων προς την ολοκληρωτική λήθη, που εκφράζει συνολικά το προσπέρασμα μιας ολόκληρης εποχής, την απώλεια ιδεαλισμού και αγνότητας, το ξεθώριασμα της επαναστατικής νεότητας, την ίδια την αποτυχία της ή την εξαργύρωσή της σε μανιώδη κατανάλωση και σκουριασμένη κτήση.

Η πολυφυλετική σύνθεση του Περού και των υπόλοιπων κρατών της Λατινικής Αμερικής ανασυνθέτει μια χοάνη από μίση, προκαταλήψεις και θρύλους, που αντανακλώνται σε κοινωνικά στερεότυπα και δομές εξουσίας.

Η σταθερή αναφορά στους τόπους όπου έζησε ή επισκέφθηκε, εντάσσεται στην προσήλωση του συγγραφέα να αφορμάται από την πραγματικότητα και να εστιάζει στη χρησιμοκρατική λειτουργία της λογοτεχνίας, χωρίς να αναιρείται φυσικά ο μυστηριακός μαγνητισμός, που είθισται να ασκεί σε κάθε δημιουργό ο βιωμένος τόπος. Ο δεσμός που θεμελιώνει ο Γιόσα με μια πόλη είναι της ίδιας φύσης με αυτόν που τον συνδέει με μια γυναίκα, «πραγματικό πάθος, με ρίζες βαθιές και μυστηριώδεις».

«...Γιατί το μυθιστόρημα είναι η ιδιωτική ιστορία των εθνών»

Ονορέ ντε Μπαλζάκ

«Ο πόλεμος της συντέλειας του κόσμου», το πρώτο αμιγώς ιστορικό μυθιστόρημα του νομπελίστα, ανακηρύσσεται από τον ίδιο τον δημιουργό ως το σπουδαιότερο λογοτεχνικό του επίτευγμα. Μελετώντας δημοσιεύματα εποχής και επιχειρώντας εν είδει αρχαιολόγου μια αυτοψία στον χώρο όπου εκτυλίχτηκαν τα ιστορικά γεγονότα, ο Γιόσα παρεισάγει την τέχνη της μυθοπλασίας και αφηγείται τον πόλεμο του «Canudos», τον πιο αιματηρό εμφύλιο στην ιστορία της Βραζιλίας. Με όχημα τη φαντασία και την οξυμμένη αντιληπτική του ικανότητα, ο Γιόσα διαστέλλει το τοπικό - εθνικό γεγονός και το μετατρέπει σε οικουμενική γραφή. Εκθέτει την τάση του ανθρώπου να «ιδεολογικοποιεί» τη βία και προσδίδοντάς της πλαστά ηθικά ερείσματα να γίνεται έρμαιο του φανατισμού. Οι χρονικές μετατοπίσεις θέτουν εν αμφιβόλω την έννοια της προόδου, συντήκουν τη θρησκεία με τον αποκρυφισμό και ξετυλίγουν την πολυμορφία της ανθρώπινης φύσης.

Δέκα χρόνια αργότερα θα συνθέσει τη «Γιορτή του τράγου», το αδιαφιλονίκητο αριστούργημα της ώριμης συγγραφικής του περιόδου, όπου αφηγείται το χρονικό της πτώσης του δικτάτορα Τρουχίγιο στη Δομινικανή Δημοκρατία. Οι χρονικές μετατοπίσεις στην αφήγηση καταδεικνύουν την παροδικότητα της εξουσίας και τη συνήθη κατάληξη των μονολιθικών καθεστώτων, ενώ η ανάκληση της μνήμης από την πρωταγωνίστρια - αφηγήτρια, τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τρουχίγιο, προεικονίζει την πιθανότητα επαναφοράς ενός καθεστώτος. Ο Τρουχίγιο, μια δεσποτική μορφή σαιξπηρικών αποχρώσεων, καταδικάζεται σε μακιαβελική πτώση, παρασυρμένος στην κινούμενη άμμο των μηχανορραφιών και των εγκλημάτων του. Ο Γιόσα εμβαθύνει στις βδελυρές πτυχώσεις των μονολιθικών καθεστώτων, εστιάζει στους άτεγκτους μηχανισμούς τους και υπαινίσσεται ότι η κατάχρηση εξουσίας σε ατομικό επίπεδο αντανακλάται στο εξουσιαζόμενο σύνολο καθώς και στο συλλογικό ασυνείδητο των επερχόμενων γενεών.

Ολοι οι ήρωες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποτελούν μέρος των σκοτεινών μηχανισμών του καθεστώτος, ενώ δηλωτική είναι η απουσία από το έργο οποιασδήποτε πολιτικής ιδεολογίας. Ολοι, εμμέσως πλην σαφώς, ερίζουν για την εξουσία εκμεταλλευόμενοι το λαϊκό συναίσθημα· ο δικτάτορας τον φόβο του λαού και οι εν δυνάμει επαναστάτες την εντεινόμενη λαϊκή οργή.

Η επανάσταση της λογοτεχνίας

Στις Επιστολές σ' έναν νέο συγγραφέα υποστηρίζει ότι κανένας λογοτέχνης δεν γράφει παρορμούμενος από ευτυχία. Η μυθοπλασία λυτρώνει από τους προσωπικούς δαίμονες, οδηγεί στην αυτογνωσία ή εκφράζει την επίκριση του δημιουργού προς την κοινωνική πραγματικότητα που βιώνει.

Η μυθοπλασία, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της, αποτελεί ως διαδικασία μια μορφή επανάστασης, καθώς μεταλλάσει την πραγματικότητα και εισάγει την κριτική στάση του συγγραφέα σε ό,τι άκριτα αποδεχόμαστε αληθινό και απρόσβλητο. Επαναστάτες και συγγραφείς τίθενται σε αντιδικία με την πραγματικότητα, καθώς επανάσταση και λογοτεχνία αποτελούν, για τον Γιόσα, «προϊόντα» μιας εσωτερικής δυσαρέσκειας για την πραγματική ζωή.

Η σχέση λογοτεχνίας και επανάστασης θα αποτελέσει το κύριο θέμα του βιβλίου Μια ιστορία για τον Μάυτα. Η υπόθεση αντλείται από πραγματικό περιστατικό και ξετυλίγει την απόπειρα του ονειροπόλου και ιδεαλιστή Μάυτα να φέρει, μέσω της πολιτικά χρωματισμένης δράσης, την καθολική κοινωνική ανατροπή.

Ο ήρωας φαντάζει μια εκδοχή του Ηλίθιου του Ντοστογιέφσκι, που μετατρέπεται σε οιονεί επαναστάτη, ενώ η άγνωστη ιστορία του αναπαριστά το χρονικό μιας εκ προοιμίου συντριβής. Ο Γιόσα θέτει στο λογοτεχνικό σώμα την ίδια τη μορφή του και συγκεκριμένα, το χρονικό της έρευνας που πραγματοποίησε για την ξεχασμένη ιστορία του Μάυτα. Η αυτοαναφορικότητα του Γιόσα, που λειτουργεί και ως κριτική ανάλυση του ίδιου του λογοτεχνικού κειμένου, παραπέμπει στην ιδεολογική εσωστρέφεια των εν δυνάμει επαναστατών, από την οποία διασπώνται και αποσυντίθενται.

Η εξαφάνιση του αφηγητή και το παιχνίδι των ρόλων

Με σταθερούς συμμάχους το προσωπικό βίωμα, την αντιληπτική του ικανότητα και την τέχνη της μυθοπλασίας, ο Μάριο Βάργκας Γιόσα διύλισε με επιστημονική ακρίβεια και φιλοσοφική διάθεση κάθε μορφή εξουσίας.

Αυτή η πολυεδρική, καλειδοσκοπική αποτύπωση οφείλει εν πολλοίς τη λεπτομερειακή της περιγραφή στο ιδιαίτερο ύφος του Γιόσα και στη μαθηματικής ακρίβειας δομή του έργου του, που παρά τους επικριτές του δεν αναλώνεται σε έναν στείρο φορμαλισμό, αλλά επιτελεί ουσιαστικό ρόλο στο λογοτεχνικό σώμα.

Η σχετικότητα της αλήθειας, ως φιλοσοφική αξία και ιστορικό γεγονός, το περιεχόμενο των λαϊκών θρύλων, που ξεσκεπάζονται σε κάθε σπιθαμή γης του Περού, καθώς και η διφυής ανθρώπινη φύση προτάσσουν στον συγγραφέα τον περιορισμό ή την απομάκρυνση της τριτοπρόσωπης αφήγησης, που στο παραδοσιακό μυθιστόρημα είθισται να «εκφέρεται» από έναν αποστασιοποιημένο - «παντογνώστη» αφηγητή.

Επηρεασμένος έντονα από τον Φόκνερ και τον Φλομπέρ, σβήνει τα ίχνη του συγγραφέα, ενώ με τις εναλλαγές του χωροχρόνου και τη χρήση παράλληλων διαλόγων επιτυγχάνει πρωτοφανή πλαστικότητα στην αφήγηση καθώς και μια συνολική προσέγγιση της εκάστοτε θεματικής του.

Μια ωδή ύφους και αμφισημίας: Το πράσινο σπίτι

Στο Πράσινο σπίτι, το δεύτερο κατά σειρά και ίσως κορυφαίο από τα μυθιστορήματά του, ο Γιόσα θα πραγματοποιήσει μια επίδειξη ύφους και δόμησης, που φλερτάρει έντονα με την επιτήδευση και την πρόκληση του αναγνώστη. Η ιστορία εξελίσσεται σε δύο ξεχωριστούς τόπους και ξετυλίγει πέντε αφηγήσεις με θεματική αυτοτέλεια και κοινό σημείο αναφοράς το «Πράσινο σπίτι», το θρυλικό πορνείο στην έρημο της Πιούρα.

Το «Πράσινο σπίτι» αποτελεί το σημείο όπου συναντιούνται όλες οι εξουσίες, πολιτική, στρατιωτική, θρησκευτική, καθώς και το κοινό ποινικό έγκλημα, από το οποίο όλες οι μορφές εξουσίας έλκονται και μοιραία ταυτίζονται. Ο οίκος ανοχής δεν αποτελεί πηγή της ανθρώπινης φαυλότητας, αλλά την απόληξή της, τον χώρο όπου εκτίθενται και εκφράζονται άμεσα η υποκρισία και η κτητική ανθρώπινη φύση. Οι ιστορίες στροβιλίζονται ρυθμικά μέσα σε μανιασμένη ανεμοθύελλα, που παρασύρει τον χωροχρόνο και τα πρόσωπα του έργου, ενώ η αφήγησή του διαθέτει τόσο εξοργιστική δεξιοτεχνία, που δεν ενδείκνυται ως πρώτο ανάγνωσμα στο συνολικό έργο του Γιόσα. Ο δημιουργός συνθέτει τα κομμάτια ενός αφηγηματικού παζλ και εστιάζει στη συνοδοιπορία κράτους και θρησκείας, με τα υποτιθέμενα στοιχεία του ιδεαλισμού και της πνευματικότητας να αποδεικνύονται μια ανθρώπινη φάρσα. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις μονοδρομούν την ανθρώπινη συμπεριφορά και στεγανοποιούν κάθε προοπτική απόκλισης, ενώ η μυθική αύρα, που παρεισφρέει από τα βάθη της ζούγκλας, μετατρέπει το θρησκευτικό συναίσθημα σε θρησκοληψία. Ο Γιόσα παίζει με τον ορίζοντα του αναγνώστη, αλλάζει τις ταυτότητες των χαρακτήρων, που ενδύονται και απεκδύονται τα χαρακτηριστικά του ήρωα και του αντιήρωα, και συνθέτει μια λογοτεχνική ωδή αμφισημίας. Οι παράλληλοι διάλογοι καταλύουν ανά διαστήματα τους συντακτικούς κανόνες, γεγονός που καταδεικνύει, παράλληλα με τη σχετικότητα της αλήθειας και της ανθρώπινης φύσης, τα ομιχλώδη και ανεξερεύνητα μονοπάτια ενός λαϊκού θρύλου.

Σχέσεις εξουσίας

Το ερωτικό στοιχείο κατακλύζει το έργο του νομπελίστα δημιουργού και κινούμενο σε μια κλίμακα μεταξύ άσπιλου ερωτισμού και κτηνώδους «υπερσεξουαλικότητας», ταυτίζεται με τον πολιτικό ακτιβισμό και τη δεσποτική εξουσία, αντίστοιχα.

Για αρκετό καιρό πίστευα ότι ο ερωτισμός ήταν μια λέξη συνώνυμη με την ανταρσία και την ελευθερία στον κοινωνικό και καλλιτεχνικό τομέα, μια θαυμάσια πηγή δημιουργικότητας. Η βιομηχανική κοινωνία ωστόσο άλλαξε το μήνυμα και το περιεχόμενο του ερωτισμού, καθιστώντας το ένα προϊόν βιομηχανοποιημένο και εμπορικό, κομφορμιστικό, κατεξοχήν συμβατικό, προϊόν μιας φριχτής καλλιτεχνικής πενίας. (βλ. Το ψάρι στο νερό). Στην Πόλη και τα σκυλιά ο Γιόσα εστιάζει στο χρονικό σημείο της ενηλικίωσης, το οποίο και ταυτίζει με την επαφή των εφήβων με τα κοινωνικά, θρησκευτικά και ηθικά στερεότυπα. Διατηρώντας τα αμυδρά χαρακτηριστικά της παιδικής τους αθωότητας, οι έφηβοι ευέλπιδες εμφανίζουν μια διπολική συμπεριφορά αγνού ερωτισμού και υπερσεξουαλικότητας, με ποικίλες σεξουαλικές αποκλίσεις.

Η απώλεια της παιδικής ηλικίας, η μετάβαση από την αθωότητα και την αφέλεια στην οικτρή πραγματικότητα, συνίσταται στη μετάληψη και αποδοχή των δομών της εξουσίας, κοινός παρονομαστής των οποίων αποτελεί η άσκηση βίας.

Στο Πράσινο σπίτι, η ηθική διάβρωση αποτελεί τετελεσμένο και αμετάκλητο γεγονός και όλες οι μορφές εξουσίας εκφράζονται και καταλήγουν στο θρυλικό πορνείο στην έρημο της Πιούρα. Η σεξουαλική καταπίεση, ο φόβος και ο πρωτογονισμός συνθέτουν μια ατμόσφαιρα κτηνωδίας και έναν συμβολισμό για την έκπτωση και την εξαχρείωση του ανθρώπου. Η εμβληματική μορφή της πόρνης συνδέεται συνήθως με την κτητική διάθεση, τον ατομικισμό και το ασίγαστο ορμέφυτο της ανθρώπινης επιβολής.

Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες, ένα έργο με εμφανείς επιρροές από το επιστολικό μυθιστόρημα, αποτελεί σύμμειξη του Πράσινου σπιτιού και της Πόλης και τα σκυλιά όπου με σκωπτικό ύφος αποκαλύπτεται η υποκρισία κάθε επίσημης αρχής και εξουσίας. Μια ομάδα από πόρνες επιστρατεύονται από το επιτελείο στρατού, προκειμένου να κατασιγάσουν τη σεξουαλικότητα των αποκλεισμένων στα βάθη της ζούγκλας στρατιωτών, μετατρέποντας ένα ολόκληρο στρατόπεδο σε υπαίθριο οίκο ανοχής.

Η προσκόλληση του φαινομενικά ανήθικου στο άρμα της εξουσίας και του επίσημου δόγματος, το μετατρέπει αυτοστιγμεί σε ηθικό και άκριτα αποδεκτό. Οι αξίες αποδεικνύονται εύπλαστες, ενώ τα ιδανικά σχηματοποιούνται κατά το δοκούν, μετατρέποντας τη θρησκεία σε θρησκοληψία, την επαναστατική δράση σε καθεστώς και την υποτιθέμενη ηθική συμπεριφορά σε άμετρη υποκρισία.

Η ομοφυλοφιλία του πρωταγωνιστή εντείνει το στοιχείο της υποκρισίας, καθώς κρύβεται πίσω από τα ψιμύθια του καθαγιασμένου γάμου του και τη σκληροτράχηλη στρατιωτική του ζωή. Ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός των ψυχικών διεργασιών του πρωταγωνιστή (Πανταλέων), που αντιμάχεται τους πόθους και τα ένστικτά του στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης ηθικής συμπεριφοράς και ανδροπρέπειας.

Στο αριστουργηματικό και αμιγώς πολιτικό έργο Πότε πήραμε την κάτω βόλτα, η φύση του έρωτα μετατρέπεται σε κάτοπτρο των πολιτικών συσχετισμών. Ο αγνός - νεανικός έρωτας εξελίσσεται παράλληλα με τον ιδεαλισμό της επανάστασης, ενώ η μηχανική εκδήλωση του σεξουαλικού ενστίκτου συνδέεται με την υπηρέτηση ενός καθεστώτος ή την υστερόβουλη πολιτική δράση.

Η έριδα δύο πολιτικών συντρόφων για την ίδια γυναίκα εκφράζει υπαινικτικά ότι η ιδεολογία, η κοινή συνισταμένη μιας κοινότητας, και όλες οι ταξικές συνιστώσες ακυρώνονται από το ένστικτο του ατομικισμού, που οδηγεί στην αποσάθρωση των συλλογικών πεποιθήσεων.

Χαρισματικός δημιουργός και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, ο προσφάτως βραβευμένος με Νόμπελ λογοτεχνίας περουβιανός συγγραφέας αποτελεί μία από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις λογοτέχνη, όπου το αναμφισβήτητο ταλέντο συνοδοιπορεί -δυστυχώς, όχι πάντα εξ αποστάσεως- με ένα πλήθος εξωλογοτεχνικών επικρίσεων, απόρροια της απόλυτης μεταστροφής των πολιτικών του απόψεων. Το 1990, ηγούμενος ενός κόμματος δεξιών προσανατολισμών, δεν δίστασε να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος του Περού, ενώ μετά την εκλογική του ήττα αποκήρυξε την ιθαγένειά του και εγκατέλειψε την αγαπημένη του γενέθλια γη.

Επαναστάτης ή ρεφορμιστής, αριστερών ή δεξιών προσανατολισμών, ο Γιόσα παραμένει ένας τεράστιος δημιουργός, ενώ η «πολιτική μετατόπιση» των λογοτεχνικών του κειμένων προσφέρει, έστω και ασυνείδητα, μια συνολικότερη προσέγγιση των δομών εξουσίας.

Οι ανατρεπτικοί ήρωες της πρώιμης συγγραφικής περιόδου μολύνονται από την αστική κουλτούρα και μετατρέπονται σε υποχείρια μιας υπολογιστικής πραγματικότητας ή συντρίβονται στα τείχη της μεσσιανικής ουτοπίας.

Φύλακες και δραπέτες, δέσμιοι και δεσμώτες φέρονται εξίσου δέσμιοι των ψευδεπίγραφων αξιών και της κτητικής τους φύσης. Οι άνθρωποι ρέπουν αυτοκαταστροφικά στην αυτοϋποδούλωση και τον ιδεολογικό προσηλυτισμό και, απογυμνωμένοι από κάθε είδους ατομικότητα και ελεύθερη βούληση, ανακηρύσσουν τη βία σε αμετάβλητο συστατικό της Ιστορίας. *

Βιβλία του Μάριο Βάργκας Γιόσα από τις ελληνικές εκδόσεις:

Εκδόσεις Καστανιώτη: Η πόλη και τα σκυλιά, Το πράσινο σπίτι, Το ψάρι στο νερό, Το παλιοκόριτσο, Ο παράδεισος στην άλλη γωνία, Επιστολές σ' ένα νέο συγγραφέα, Το όνειρο του Κέλτη, Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες, Η γιορτή του τράγου, Τα τετράδια του δον Ριγοβέρτο, Μια ιστορία για τον Μάυτα. Εκδόσεις Εξάντας: Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες, Πότε πήραμε την κάτω βόλτα, Ο Λιτούμα στις Ανδεις, Ποιος σκότωσε τον Παλομίνο Μολέρο, Ο Πόλεμος της συντέλειας του κόσμου. Εκδόσεις Πατάκη: Οι αρχηγοί, Μητριάς εγκώμιο. Εκδόσεις Ωκεανίδα: Μητριάς Εγκώμιο. Εκδόσεις Οδυσσέας: Η Θεία Χούλια και ο γραφιάς.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Το φαινόμενο του φετιχισμού και το σχολικό βιβλίο Αρχές Οικονομικής Θεωρίας
Παρουσίαση βιβλίου
Λογοκλοπή και αυθεντικότητα
Η ωμότητα της αλήθειας
Ο Κόκκινος βράχος
Η τέχνη του ποιητή στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Ούτε αχ δεν θα πω
Από τους πρωτοπόρους της ηλεκτρικής κιθάρας
Κριτική βιβλίου
Πελαγίας και Σαλώμης αφήγηση
Η βιογραφία του Μιχάλη Κακογιάννη
Μεσογειακές αστυνομικές ιστορίες
Μακεδόνες πνιγμένοι στο κέτσαπ!
Ρευστότητα ιδεών και συνειδήσεων
Η εκκοσμίκευση του ποιητικού
Η τέχνη και το φετίχ
Φλέβες νερού ή χρυσού στα χέρια ραβδοσκόπων
Λογοτεχνία
Το φαινόμενο του φετιχισμού και το σχολικό βιβλίο Αρχές Οικονομικής Θεωρίας
Παρουσίαση βιβλίου
Ο μύθος και η πραγματικότητα στο έργο του Περουβιανού νομπελίστα
Λογοκλοπή και αυθεντικότητα
Η ωμότητα της αλήθειας
Ο Κόκκινος βράχος
Η τέχνη του ποιητή στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο
Συνέντευξη: Μανόλης Σταυρακάκης
«Η αμπελουργία είναι βιωματική»