Έντυπη Έκδοση

Η τέχνη και το φετίχ

Κώστας Μάρας

Ο φετιχισμός στην τέχνη του εικοστού αιώνα

εκδόσεις future, σ. 286, ευρώ 21,30

Η πρώτη βιβλιογραφική εμφάνιση του Κώστα Μάρα πριν από τρία χρόνια, με το έργο του Η κριτική του λόγου και της μεταφυσικής στον Αντόρνο και τον Νίτσε1, έδειξε μια βαθιά εξοικείωση με τη νεωτερική φιλοσοφική παράδοση και μια θεωρητική ωριμότητα αντιστρόφως ανάλογη με το νεαρόν της ηλικίας του. Το έργο αυτό, παρότι γραμμένο αρχικά στα γερμανικά ως διδακτορική διατριβή, κερδίζει μιαν ασφαλή θέση ανάμεσα στην ελληνική ερμηνευτική φιλολογία πάνω στη Σχολή της Φραγκφούρτης, που με οσοδήποτε αργούς ρυθμούς συνεχίζει ν' αυξάνεται. Προσφάτως ο συγγραφέας (που ζει μόνιμα στη Γερμανία κι εργάζεται σε διάφορα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα) παρουσίασε μια δεύτερη μελέτη που απηχεί το άλλο πεδίο στο οποίο από χρόνια ασκείται, παράλληλα με τη φιλοσοφία: την ιστορία της τέχνης και την αισθητική θεωρία. Ο φετιχισμός στην τέχνη του εικοστού αιώνα είναι, βεβαίως και κατ' αρχάς, μια ιστορική περιδιάβαση στο έργο μιας σειράς καλλιτεχνικών πρωτοποριών, εξόχως αμφισβητούμενων μερικές φορές, του εικοστού αιώνα: νέα αντικειμενικότητα, σουρεαλισμός, pop-art, και πολλών ιδιοσυγκρασιακών δημιουργών με κυμαινόμενες σχέσεις προς κάποιο από τα παραπάνω αδρώς διακρινόμενα ρεύματα - Χανς Μπέλμερ, Ανρέ Κέρτεζ, Ρίτσαρντ Λίντνερ, Ρούντολφ Σλίχτερ, Αντολφ Φρόνερ, Αλεν Τζόουνς, ονόματα ίσως ελάχιστα γνωστά στο ελληνικό κοινό έξω από την εικαστική συντεχνία, χωρίς να παραλείπεται ασφαλώς η αναφορά σε «μείζονες» εκπροσώπους, όπως οι Οτο Ντιξ και Γκέοργκ Γκρος, Σαλβατόρ Νταλί, Ρενέ Μαγκρίτ και Μαν Ρέι, Μαρσέλ Ντισάμ, Αντι Γουόρχολ, Ρόι Λιχτενστάιν... Στην εξέτασή του δεν παραλείπει να περιλάβει έργα φεμινιστικής προελεύσεως (Βαλί Εξπορτ, Κάρεν Φίνλεϊ, Σίντι Σέρμαν, Καρολί Σνέμαν), ως καλλιτεχνικές τακτικές υπονόμευσης του ηδονοβλεπτικού φετιχισμού από γυναικεία σκοπιά.

Από αυτή την άποψη έχουμε μια μελέτη η οποία μπορεί να χρησιμεύσει ως ουσιαστική γνωριμία με έργα και εικαστικές γλώσσες που σε μεγάλο μέρος δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί επαρκώς και βρει τη θέση τους στον εικαστικό κανόνα (αν ο όρος συνεχίζει να έχει κάποιο νόημα μετά τις δραματικές αναταράξεις του καλλιτεχνικού στερεώματος στον 20ό αιώνα...). Το έργο όμως δεν είναι μια συμβατική ιστορία της τέχνης. Προέχει πολύ πιο δεσμευτικά η θεωρητική στιγμή, που συνδέεται με την επιλογή μιας συγκεκριμένης έννοιας, με άξονα την οποίαν επιχειρείται όλη η διαδαλώδης, και δύσβατη σε πολλά σημεία, ανάγνωση κι ερμηνεία, που είναι ο δηλωμένος στόχος της μελέτης: η έννοια του φετιχισμού. Δεν υπάρχει, απ' όσο γνωρίζω, καμία τόσο συστηματική πραγμάτευση της έννοιας του φετιχισμού στην ελληνική βιβλιογραφία όσο αυτή που επιχειρείται στο πρώτο, καθαρά θεωρητικό μέρος (κεφ. 1-3), και η οποία επεκτείνεται ερμηνευτικά στην παρέκβαση «Φαινομενολογία του βλέμματος» (κεφ. 9), που ανακύπτει στο μέσον του βιβλίου διακόπτοντας την ιστορική έκθεση, σε μια προσπάθεια αξιοποίησης ιδεών από τον Μερλό-Ποντί και τον Λακάν. Ο «φετιχισμός» έχει βέβαια σε μεγάλο βαθμό περάσει στην τρέχουσα εκφραστική μας, όπου τον χρησιμοποιούμε χωρίς επίγνωση των πολλαπλών σημασιακών του στρωμάτων και, αντίστοιχα, των διακριτών θεωρητικών του πηγών. Αυτές οι πηγές είναι τρεις: ο μαρξισμός, η εθνολογία (κοινωνική ανθρωπολογία) και η φροϋδική ψυχανάλυση, και αυτές ακριβώς αναλαμβάνει να φωτίσει στα τρία πρώτα κεφάλαια ο συγγραφέας, προσφέροντάς μας μια επείγουσα θεωρητική αποσαφήνιση.

Η εισαγωγή του όρου στο δυτικό λεξιλόγιο έχει εθνολογικές ρίζες. Προέρχεται από το πορτογαλικό feitico, που αναφερόταν αρχικά στις γλυπτές ξύλινες φιγούρες τις οποίες χρησιμοποιούσαν κάποιες αφρικανικές φυλές σε μαγικοθρησκευτικές τελετουργίες. Ανεπίλυτο παρέμεινε το πρόβλημα του κατά πόσον σε τέτοιες μορφές πρέπει ν' αποδίδεται μια φυσική και αδιαμεσολάβητη δύναμη μαγικών επενεργειών ή, αντιθέτως, να εκλαμβάνονται ως συμβολικοί εκπρόσωποι θεϊκών ή άλλων μη ορατών δυνάμεων και, άρα, να κατανοούνται ως συστατικοί όροι ενός περίπλοκου συστήματος συμβολισμού, μέσα στο οποίο και μόνον αποκτούν το νόημά τους. Μέσω αυτού του διφορούμενου, εν πάση περιπτώσει, ο όρος συνδέθηκε με τη λειτουργία του pars pro toto εν γένει, όπου μια ειδική επί μέρους μορφή καλείται να εκπροσωπήσει κάποια ελλείπουσα ολότητα, και δι' αυτού ακριβώς να υποκατασταθεί στη θέση της. Ο Φρόυντ δανείστηκε τον όρο για να περιγράψει μια ιδιαίτερη διευθέτηση των σχηματισμών επιθυμίας («διαστροφή», κατά την ορολογία των παλαιών ψυχολογικών εγχειριδίων), όπου, στο πλαίσιο των ασυνείδητων παιδικών «θεωριών» περί σεξουαλικότητας, αποδίδεται ένα φαντασιωσικό πέος στη μητέρα: έχοντας τη λειτουργία ν' ανακουφίσει το άγχος ευνουχισμού, που πηγάζει από την ανακάλυψη μιας «έλλειψης» στο γυναικείο σώμα, η πανίσχυρη αυτή παιδική φαντασίωση επιδέχεται μια ολόκληρη σειρά από εικονικές μεταθέσεις -παπούτσια, πίπες, τακούνια, εσώρουχα, μέλη του σώματος, όπως π.χ. όλο το πόδι-, συμβάλλοντας στο ανεξάντλητο ρεπερτόριο των ηδονοβλεπτικών απολαύσεων.

Στο πλαίσιο της δικής του κριτικής της πολιτικής οικονομίας, ο Μαρξ οικειοποιείται την έννοια του φετίχ για να περιγράψει την υφή και τη λειτουργία του εμπορεύματος. Ο «φετιχισμός του εμπορεύματος» υποσημαίνει τον ρόλο της ανταλλακτικής αξίας (της ξενωμένης μορφής τιμή-χρήμα) στο να εκπροσωπεί και να υποκαθίσταται στη θέση τής μη εμφανιζόμενης χρηστικής αξίας, η οποία παραπέμπει σε ένα πλούσιο δίκτυο κοινωνικών σχέσεων. Αυτή η απόκρυψη-υποκατάσταση, την οποία επιτελεί το εμπόρευμα, συλλαμβάνεται ακριβώς από τη μαρξιστική έννοια της πραγμοποίησης - οπότε γενικεύοντας μπορούμε να αποδώσουμε την τελευταία σε όλες τις λειτουργίες του φετίχ, σε οιοδήποτε πλαίσιο αναφοράς. Ως υποπεριπτώσεις της μαρξιστικής έννοιας του φετίχ/φετιχισμού ο συγγραφέας παρουσιάζει την ιδέα της «φαντασμαγορίας των εμπορευμάτων» στον Βάλτερ Μπένγιαμιν και την αμφισημία της αισθητικής μορφής στην Αισθητική θεωρία του Αντόρνο. Σε αυτό το τελευταίο θα επανέλθουμε.

Πώς μπορούν αυτές οι θεωρητικές προσημειώσεις να αξιοποιηθούν στην κριτική αναμέτρηση με συγκεκριμένα έργα; Αυτό είναι και το πιο δύσκολο πρόβλημα, εν μέρει, κάθε φιλοσοφικά ενήμερης ενασχόλησης με την τέχνη, με το οποίο πασχίζει να αναμετρηθεί ο Κώστας Μάρας. Προς τιμήν του είναι ότι σε κανένα σημείο δεν θυσιάζει την ιδιαιτερότητα των έργων που συζητάει -απέναντι στα οποία διατηρεί μια εντυπωσιακή ευαισθησία και διεισδυτικότητα της ματιάς, εμφανώς προϊόν βαθιάς εξοικείωσης- χάριν μιας ισοπεδωτικής ερμηνείας και εύκολων θεωρητικών αναγωγών. Το ότι επιλέγει να εστιάσει σε λίγα, αντιπροσωπευτικά, έργα βοηθάει σε αυτή την, ας το πούμε έτσι, απόδοση δικαιοσύνης στο συγκεκριμένο. Γενικά, μιας και δεν έχει νόημα να επαναλάβουμε εδώ τις κοπιώδεις αναλύσεις του, μπορούμε να πούμε ότι η ψυχαναλυτική έννοια του φετιχισμού αποδεικνύεται περισσότερο χρήσιμη σε σχέση με τις σουρεαλιστικές φαντασιώσεις του σώματος, αλλά και ως προς την εικαστική γλώσσα της pop-art, που προσμειγνύει τις παραστάσεις του σώματος με τον εικονικό χώρο της εμπορευματικής αισθητικής. Η μαρξιστική έννοια του φετιχισμού (του εμπορεύματος), παρ' ότι λιγότερο πρόσφορη γι' αξιοποίηση στην ερμηνεία συγκεκριμένων εικονογραφικών περιεχομένων, προσφέρει όρους για να κατανοηθεί το πολιτισμικό πλαίσιο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και, μέσω αυτού, το καλλιτεχνικό ρεύμα της νέας αντικειμενικότητας. Πέραν αυτών, αναζητείται προσεκτικά ο ιδιαίτερος κώδικας κάθε έργου και σε αυτό το επίπεδο προπαντός είναι που κερδίζει την αξία του το εγχείρημα του συγγραφέα. Μοναδική σκιά, οι μικρές κακώσεις σην ελληνική γλώσσα, που προκαλούνται από τη βιαστική μετάφραση μιας σκέψης η οποία εκτυλίσσεται πρωτογενώς στη γερμανική (και θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί με καλύτερη επιμέλεια).

Η επιλογή της έννοιας του φετιχισμού ως κλειδιού για την κατανόηση των περιπετειών της σύγχρονης τέχνης στο σύνολό της δεν κατανοείται πλήρως, ωστόσο, πάρα μόνο στο κεφάλαιο περί της pop-art, όπου ο συγγραφέας εκθέτει την προβληματική του Αντόρνο πάνω στην αμφισημία της αισθητικής μορφής. Εδώ ακριβώς είναι που ο φετιχισμός, από εικονιστικό περιεχόμενο, ανατιμάται σε μορφικό ισοδύναμο της τέχνης. Το έργο τέχνης παρουσιάζεται μεν ανταλλάξιμο ως εμπόρευμα, αφού αποτελεί μορφή αξιοποίησης του χρηματιστικού κεφαλαίου, ταυτόχρονα όμως λόγω της πρακτικής του αχρηστίας δεν υποτάσσεται αυτοβούλως στις επιταγές της πραγμοποίησης. Από τη μια πλευρά, σαν να λέμε, γίνεται το ίδιο φετίχ, αντανακλώντας την οργανωτική αρχή του καπιταλισμού, την αυτοαξιοποίηση της αξίας, ενώ, από την άλλη, ο ίδιος αυτός «φετιχισμός», νοούμενος ως αυτοαναφερόμενος σκοπός, προστατεύει την τέχνη από το να γίνει άθυρμα κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών ετεροπροσδιορισμών. Η αμφισημία του φετίχ καταλήγει να γίνεται μεταφορά της αμφισημίας της ίδιας της τέχνης: «ο φετιχιστικός χαρακτήρας του έργου είναι παραδόξως η συνθήκη της δυνατότητας που κατέχει η τέχνη να αντιστέκεται στον φετιχισμό του εμπορεύματος και στις δουλείες της αλλοτρίωσης» (σελ. 270-1). Και, δεν χρειάζεται να το πούμε, αυτό ακριβώς το διφορούμενο καθεστώς του έργου τέχνης, που για πρώτη φορά συνειδητοποιήθηκε τόσο δραματικά στον 20ό αιώνα, στάθηκε ο πυρήνας όλων των σύγχρονων συζητήσεων περί της (αδύνατης) κατάργησής του. *

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ελλ. εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2008.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Πελαγίας και Σαλώμης αφήγηση
Η βιογραφία του Μιχάλη Κακογιάννη
Μεσογειακές αστυνομικές ιστορίες
Μακεδόνες πνιγμένοι στο κέτσαπ!
Ρευστότητα ιδεών και συνειδήσεων
Η εκκοσμίκευση του ποιητικού
Φλέβες νερού ή χρυσού στα χέρια ραβδοσκόπων
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Ούτε αχ δεν θα πω
Από τους πρωτοπόρους της ηλεκτρικής κιθάρας
Κριτική βιβλίου
Πελαγίας και Σαλώμης αφήγηση
Η βιογραφία του Μιχάλη Κακογιάννη
Μεσογειακές αστυνομικές ιστορίες
Μακεδόνες πνιγμένοι στο κέτσαπ!
Ρευστότητα ιδεών και συνειδήσεων
Η εκκοσμίκευση του ποιητικού
Η τέχνη και το φετίχ
Φλέβες νερού ή χρυσού στα χέρια ραβδοσκόπων
Λογοτεχνία
Το φαινόμενο του φετιχισμού και το σχολικό βιβλίο Αρχές Οικονομικής Θεωρίας
Παρουσίαση βιβλίου
Ο μύθος και η πραγματικότητα στο έργο του Περουβιανού νομπελίστα
Λογοκλοπή και αυθεντικότητα
Η ωμότητα της αλήθειας
Ο Κόκκινος βράχος
Η τέχνη του ποιητή στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο
Συνέντευξη: Μανόλης Σταυρακάκης
«Η αμπελουργία είναι βιωματική»