Έντυπη Έκδοση

Στον μυστικό κήπο του Θαλασσινού κοιμητηρίου με έλξη

Πωλ Βαλερύ

Το θαλασσινό κοιμητήριο

μτφρ.: Κώστας Λάνταβος

εκδ. Αρμός, σ. 29, 8 ευρώ

Σεπτ. 1977 - Σεπτ. 2009, 32 χρόνια απο τον θάνατο της Ντίβας.   Στη φωτογραφία, η Μαρία Κάλλας  από τις πρόβες της Εστιάδας (La Vestale). Μιλάνο, 1954 Σεπτ. 1977 - Σεπτ. 2009, 32 χρόνια απο τον θάνατο της Ντίβας. Στη φωτογραφία, η Μαρία Κάλλας από τις πρόβες της Εστιάδας (La Vestale). Μιλάνο, 1954 Πολύ καιρό περίμενα για να διαβάσω στις εφημερίδες κάτι ουσιαστικό σχετικά με τη νέα μετάφραση του Θαλασσινού κοιμητηρίου (Le Cimetiere Marin) του Πωλ Βαλερύ, αλλά τίποτε. Φαίνεται πως οι κριτικοί αυτής της χώρας αποφεύγουν να καταπιαστούν με ό,τι η ιστορία έχει επιλέξει να περισώσει από τη λήθη, και ασχολούνται με τη σύγχρονη εκδοτική παραγωγή, που συχνά - πυκνά δεν αξίζει πολλά. Ομως ο καθένας μπορεί εύκολα να εννοήσει γιατί διαβάζοντας Πωλ Βαλερύ δεν χρειάζεται να θέσει στον εαυτό του το καίριο ερώτημα αν το χαρτί του βιβλίου είναι ανακυκλώσιμο ή μη.

Εχουν προηγηθεί τέσσερις μεταφράσεις του περιώνυμου ποιήματος·: από τον Αντρέα Καραντώνη, τον Αρη Δικταίο, τον Νίκο Στρατάκη και τον Αναστάσιο Γιανναρά. Η πέμπτη, του ποιητή Κώστα Λάνταβου, δεν αποδίδει πιστά το εξάστιχο στροφικό σχήμα του γαλλικού πρωτότυπου (δεκασύλλαβοι με ομοιοκαταληξία ααβγγβ)· προτιμά τον ελεύθερο, ανομοιοκατάληκτο στίχο, που εναλλάσσεται μεταξύ του ενδεκασύλλαβου, δεκατρισύλλαβου και δεκαπεντασύλλαβου. Με αυτό τον τρόπο, ο μεταφραστής δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο συγκινησιακό βάθος του ποιήματος και λιγότερη στο διανοητικό του νόημα, και αποφεύγει τις λεκτικές και γραμματικοσυντακτικές τεχνικότητες των προηγούμενων μεταφράσεων.

Το Θαλασσινό κοιμητήριο χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη (1-42), ο Βαλερύ, με τον πλέον λυρικό τρόπο, σκιαγραφεί τη συνάφεια ζωής και θανάτου. Στη δεύτερη (43-127), περιγράφει την ύπαρξη ως επίχρισμα του θανάτου. Στην τρίτη (128-144), ξαναβρίσκει τον χαμένο μίτο της χαράς τού υπάρχειν.

Η στέγη αυτή η ήσυχη όπου διαβαίνουν περιστέρια,/Μέσα στα πεύκα, μες στους τάφους πάλλει·/Η Μεσημβρία η δίκαιη τη θάλασσα κοσμεί, /Με φλόγες , τη θάλασσα που όλο ξαναρχίζει!/ Ω ανταμοιβή μετά από έναν στοχασμό/Βλέμμα μακρόσυρτο επάνω στη γαλήνη των θεών! (στ.1-6). Με μια ομολογουμένως θαυμαστή αντίθεση ανάμεσα στην ήσυχη στέγη και στην ίδια στέγη που «Μέσα στα πεύκα, μες στους τάφους πάλλει», ο Βαλερύ από την πρώτη κιόλας αρχή δημιουργεί μια αντίφαση - τέτοια όμως που δεν επηρεάζει τα νοηματικά στεγανά του στίχου του. Καθεμιά από τις δυο καταστάσεις (ησυχία-παλμός) αντιστοιχεί σε μία μόνον όψη αυτού που προβάλλεται ως στέγη (ουρανός-γη-ζωή), που δεν είναι τίποτε άλλο από το Περιέχον Ολον. Αυτό καθεαυτό το Περιέχον Ολον είναι ατάραχο, αλλά ξετυλίγεται εν τω Γίγνεσθαι, μέσα δηλαδή στους παλμούς της μεταβολής, της φθοράς και της πορείας προς τον θάνατο. Υπό αυτό το πρίσμα, η γη γίνεται το σημείο και κέντρο έλξης της αλληλο-περιχώρησης και αλληλεξάρτησης που ενυπάρχει στη σχέση ανάμεσα στο Είναι και στο Γίγνεσθαι. Διαβάζοντας λοιπόν το Θαλασσινό κοιμητήριο, ο αναγνώστης πρέπει να έχει κατά νου πως το ποίημα όχι μόνο δεν αντιστρέφει τις παρμενίδειες και ηρακλείτειες διδασκαλίες, αλλά μάλλον επιχειρεί να αγκαλιάσει και τις δύο μαζί μέσα στο γεγονός της φυσικής εμπειρίας: το ίδιο το Είναι υπόκειται στον ρυθμό τού Γίγνεσθαι και με όργανο την ηρακλείτεια φωτιά της μεταβολής θέτει, δηλαδή παρουσιάζει, τον κόσμο των ροϊκών πραγμάτων «που όλο ξαναρχίζει». Αν, όμως, θα έπρεπε να κάνουμε λόγο για το σημείο εκείνο της έποψης του ποιητή, αυτό δεν θα ήταν ούτε ο πλατωνικός κόσμος των ιδεών ούτε ο Παρμενίδειος κόσμος του ενός και συνεχούς, αγέννητου και άφθαρτου, ακίνητου και τέλειου όντος. Δεν θα ήταν καν ο γιγνομενολογικός κόσμος του Ηράκλειτου. Θα ήταν όμως ο κόσμος ως Παρουσία, έννοια και πράγμα που ορίζει τον κόσμο των φαινομένων, της ύλης και της δράσης, της σωματικότητας και των παθών της, του φυσικού πνεύματος.

Τιθέμενος μπρος σε αυτό το φως, της Παρουσίας τού Είναι εν τω Γίγνεσθαι , ο ποιητής βρίσκεται αντίκρυ στην ίδια την κοσμικότητα του Κόσμου, κι ενώ ο λόγος του ηχεί βαθύτατα εσωστρεφής, από την άλλη διατηρεί ακέραιο τον κοσμοπολιτισμό του, ώσπου ο ίδιος απορεί γύρω από τη θαυμαστή διαφάνεια του Κόσμου που αντικρίζει: Ποιο έργο αμόλυντο απ' αστραπές λεπτές καταναλώνει/Διαμάντια αμέτρητα αφρού ανεπαίσθητου, και ποια ειρήνη φαίνεται να κυοφορείται (7-9).

Ομως οι δεσμοί του με τη φιλοσοφία γρήγορα αποκόπτονται. Η Παρουσία θα ταυτιστεί με την Αβυσσο, το κενό, την απουσία ενός περιεχομένου, εντέλει την απουσία μιας αντανάκλασης (της δικής μας;) σε μια άλλη απόλυτη ετερότητα (του Θεού;): Ο χρόνος σπινθηροβολεί και τ' Ονειρο γνώση, αναφωνεί (12). Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε ον ούτε μη ον, αλλά η ενδιάμεση κατάσταση: Μόνιμε θησαυρέ, απέριττε της Αθηνάς ναέ,/Γαλήνη σωρευμένη και ορατό απόθεμα, Υδωρ σκυθρωπό, Οφθαλμέ που μέσα σου/Κάτω από πέπλο πύρινο φυλάσσεις τόσον ύπνο,/ Ω σιωπή μου!... Οικοδόμημα μες στην ψυχή / Μα κολοφώνα ολόχρυσο από χίλια κεραμίδια, Στέγη!, θα πει αργότερα (13-18). Ο Λόγος περί παρουσίας γίνεται έτσι Λόγος περί Θανάτου. Ο θάνατος ενυπάρχει σαν ένα φαινόμενο, αν όχι θετικό μέσα στην αρρησία του, αναγκαία όμως σύμφυτο με την ύπαρξη.

Ως το έσχατο οράν του βλέμματός μας, ως εξώτατο όριο της εμπειρίας του κόσμου, ως το κλείσιμο όλων των οριζόντων της φυσικής εμπειρίας, ο Θάνατος δημιουργεί την Αβυσσο. Η Αβυσσος είναι η επικύρωση της μοναδικότητας της Παρουσίας, ελλείψει μιας απόλυτης ετερότητας που να τη στηρίζει. Η μοναδικότητα της Παρουσίας είναι η μοναχικότητά της. Ο άνθρωπος έτσι ταυτίζεται πρωταρχικά, απόλυτα και μόνο με την υπόσταση που ενσαρκώνει στη γη. Από την άλλη, ο κόσμος (του) αρχικά νοημένος ως το πιο διευρυμένο σύνολο πραγμάτων και όντων γίνεται η πρωταρχική πραγματικότητα, η παραπέμπουσα αυτή καθεαυτήν στον εαυτό της: Κοίτα τον εαυτό σου!...Το φως για να αποδώσεις όμως/ Προϋποθέτει το σκυθρωπό ήμισυ της σκιάς, γράφει ο ποιητής στους κομβικούς στίχους 41 -42, εννοώντας τον Θάνατο ως τον κατεξοχήν όρο, δυνατότητα της Παρουσίας ως Παρουσία. Η φυσική εμπειρία μπορεί πλέον να αμύνεται σθεναρά έναντι στα όποια πορίσματα του καθαρού-υπερβατικού λόγου. Οσες πραγματικότητες κι αν έλθουν να προστεθούν στο σώμα της αρχικής καταποντίζονται ως ψευδείς κατασκευές: Σκύλα λαμπρή, απότρεψε κάθε ειδωλολάτρη!/ Οταν μονάχος μ' ένα μειδίαμα ποιμενικό,/ Βόσκω ώρα πολλή μυστηριώδη πρόβατα/το πάλλευκο κοπάδι των ήσυχών μου τάφων, / Διώξε μακριά τις συνετές περιστέρες, / Τα μάταια όνειρα και τους περίεργους αγγέλους! (61-66), ή παρακάτω: Λιπόσαρκη αθανασία, μαύρη και χρυσαφένια,/ Παρηγορήτρα φριχτά δαφνοστεφανωμένη,/ Που φτιάχνεις απ' το θάνατο έναν κόρφο μητρικό/Τον ευσεβή το δόλο και την ωραία πλάνη!/ Ποιος τάχα το αγνοεί, και ποιος δεν τ' αποφεύγει,/ Το γέλιο ετούτο το αιώνιο και τ' αδειανό κρανίο! (103-108) Τέλος, η ένταση και η μελωδικότητα των τριών τελευταίων χορικών (128-144) μπορεί να κατανοηθεί μόνο συναρτήσει του μεγάλου θανάτου που επανατοποθετεί τα ζωικά ένστικτα του ανθρώπου στη γάργαρη κοίτη της ζωής: Οχι, όχι!... Ορθοι! Στον χρόνο που κυλάει!/Σώμα μου, σπάσε τη στοχαστική αυτή μορφή!/ Στήθος μου, πιες τη γέννηση τ' ανέμου!/... Φυσάει!... εμπρός λοιπόν, πρέπει να ζήσουμε!/ Ο υπερβολικός αέρας μού ανοιγοκλείνει το βιβλίο,/ Τολμά το κύμα κι από τα βράχια αναβλύζει σαν αφρός!/ Πετάξτε εσείς σελίδες θαμπωμένες!/ Συντρίψτε, κύματα! Συντρίψτε μ' εύθυμα νερά/ Τη στέγη αυτή την ήσυχη που τη ραμφίζαν φλόκοι!

Τι είναι, τελικά, το Θαλασσινό κοιμητήριο; Ποίημα του Ολου-Τίποτα; Ποίημα για τη φθορά και τον θάνατο, για τη σιωπή της Παρουσίας; Διανόηση εμβαπτισμένη στον λυρικό λόγο που αναγάγει όλα τα φαινόμενα του κόσμου σε μια δραστική και οργανωτική αρχή; Αν και ο ποιητής βρίσκεται σε τόπο καθόδου, άρνησης και απελπισμένης αμφιβολίας, η σολωμική επωδός Με λύπη εγκάρδια/ Εθεωρούσε/ Ολα τα μνήματα/ και τα μετρούσε/Με τ' αργό κίνημα/ της κεφαλής, δεν του ταιριάζει. Η θλίψη συνιστά μάλλον στοιχείο του ποιήματος παρά συμπυκνώνει το όλον του έργου. Και πράγματι το ποίημα δεν πενθεί τη μία και μοναδική ζωή που χάνεται με τον θάνατο, δεν πενθεί πάνω στο σώμα της χαμένης χαράς τού υπάρχειν, αλλά αφουγκράζεται τους ίδιους τους ρυθμούς τού Είναι με τη μεγαλύτερη δυνατή εγρήγορση της ποιητικής-στοχαστικής σκέψης και του αισθητηρίου του δημιουργού του να κατατίθενται στον βωμό της έκθεσης της δικής του φαινομενολογίας του θανάτου. Αν, επομένως, μας ζητούνταν να ορίσουμε το ποίημα, θα αποφεύγαμε τον ορισμό τού μοιρολογιού· αντιθέτως, θα προτιμούσαμε να περιοριστούμε στη δήλωση πως το ποίημα είναι η αυτο-επισκόπηση της συνείδησης ως Είναι προς τον Θάνατο. Αλλοι ορισμοί έπονται.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ποτέ πια...
Μακριά από το σώμα με λόγο οργής
Ο «πρωτόγονος κομμουνισμός» δεν είναι απλώς ένας ρομαντικός μύθος
Στα άδυτα μιας «ειδικής» λογοτεχνικής κριτικής
Ερμαια και ήρωες
Πρίγκιπες με ιστορίες γραφής χαμογελώντας στην Ελλη που γίνεται αόρατη
Πλήρους απασχόλησης τρόμος της θνητότητας
ΟΙ «ΚΛΑΣΙΚΟΙ» της νέας χιλιετίας
Οδός Κυλινδρικού Πύργου Δρομάκι Αγοράς του Μαλλιού
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Στον μυστικό κήπο του Θαλασσινού κοιμητηρίου με έλξη
Ποτέ πια...
Μακριά από το σώμα με λόγο οργής
Ο «πρωτόγονος κομμουνισμός» δεν είναι απλώς ένας ρομαντικός μύθος
Στα άδυτα μιας «ειδικής» λογοτεχνικής κριτικής
Ερμαια και ήρωες
Πρίγκιπες με ιστορίες γραφής χαμογελώντας στην Ελλη που γίνεται αόρατη
Πλήρους απασχόλησης τρόμος της θνητότητας
ΟΙ «ΚΛΑΣΙΚΟΙ» της νέας χιλιετίας
Οδός Κυλινδρικού Πύργου Δρομάκι Αγοράς του Μαλλιού
Συνέντευξη: Θάνος Ψυχογιός
Με μολύβι και χαρτί
Βιβλίο
Greening the future
Λεξικά
Λεξικά για τη χειμαρρώδη ελληνική γλώσσα
Από τις 4:00 στις 6:00
Απλά μοναδική...
Άλλες ειδήσεις
Το τραγούδι του αρχέγονου βάθους και της αρχέγονης χαράς
Λάμπει η Βιβλιοθήκη της «Καίτης Λασκαρίδη» στον Πειραιά