Έντυπη Έκδοση

Οδός Κυλινδρικού Πύργου Δρομάκι Αγοράς του Μαλλιού

Νικόλ Μόουνς

Χαμένη στη μετάφραση

μτφρ.: Εφη Φρυδά

εκδόσεις Μελάνι, σ. 492, 20 ευρώ

«Θα ήθελε η ξένη γυναίκα να πάρει ένα ποδήλατο και να δει μαζί μου τα αξιοθέατα;»

«Ναι, θα το ήθελα, αλλά αν συνεχίσετε να με αποκαλείτε "ξένη γυναίκα" μπορεί να καταραστώ τους προγόνους σας για οκτώ γενεές».

«"Διερμηνέα Μο", τότε;»

«Αυτό τουλάχιστον είναι καλύτερο». Ηξερε ότι δεν μπορούσε να του ζητήσει να την αποκαλεί «Αλις» ή «Ai-λι», γιατί τα μικρά ονόματα φανέρωναν μεγάλη οικειότητα στην Κίνα. Σε γενικές γραμμές οι άνθρωποι αποκαλούσαν τους άλλους με τον τίτλο τους. Δεν την πείραζε. Αισθανόταν κάποια ασφάλεια με αυτό. Ετσι ήξερες πού βρίσκεσαι μέσα στην ομάδα. «Αραγε αυτή είναι η ομάδα μου;», σκέφτηκε για χιλιοστή φορά η Αλις. Η Κίνα. Οι Κινέζοι.

Ο Μίλαν Κούντερα επισημαίνει στο Η τέχνη του μυθιστορήματος ότι, όντας φύσει διαλογικό, το μυθιστόρημα σε κάθε ολοκληρωτισμό και σε κάθε μονομέρεια αντιτάσσει την πολυσημία, την πολλαπλότητα, την πολυφωνία. Ο κύριος διάλογος που περαιώνεται στο ανά χείρας μυθιστόρημα της Νικόλ Μόουνς είναι ανάμεσα στην κινεζική και την αμερικανική κουλτούρα (όπως εξάλλου συνέβαινε και στο πρώτο της βιβλίο στα ελληνικά, Ο τελευταίος Κινέζος σεφ). Εχοντας ζήσει στην Κίνα για 17 χρόνια, η αμερικανίδα συγγραφέας αποδεικνύεται ικανή πρέσβειρα ανάμεσα στους δύο κόσμους: επισημαίνοντας απ' άκρη σ' άκρη στο κείμενό της τις αποκλίσεις στη νοηματοδότηση των πραγμάτων, εξασφαλίζει εκείνον τον ευχάριστο, έως συναρπαστικό, αιφνιδιασμό, τη δημιουργική frisson που ενέχει η διαπολιτισμική διαφορετικότητα.

Από την αρχιτεκτονική και τη γαστρονομία, μέχρι την αρμόζουσα κοινωνική συμπεριφορά για άντρες και γυναίκες και το ρεπερτόριο της ερωτικής τους ζωής, ο δυναμισμός που προσδίδει στο βιβλίο η έμπειρη ξενάγηση της Μόουνς είναι πιθανώς το θελκτικότερο στοιχείο του. Η αμφίπλευρη ματιά της μυθιστοριογράφου τής επιτρέπει π.χ. πληθώρα νύξεων για τον αφελή εγωκεντρισμό και την πληθωρικότητα των συμπατριωτών της, ειδικά σε σύγκριση με τη μεγαλειώδη αυτοσυγκράτηση των Κινέζων: «Και οι Αμερικανοί πόσα παρατηρούσαν; Ηταν ένα ενδιαφέρον ερώτημα που τον είχε απασχολήσει αρκετά. Το βασικό (για εκείνους) ήταν ο τρόπος που γενικά πορεύονταν. Πώς μιλούσαν, πώς διαμαρτύρονταν, πώς εξηγούσαν. Ηταν σαν να τους είχε γίνει εμμονή να γίνουν κατανοητοί. Από την άλλη, δεν έμοιαζαν να απορροφούν πολλά».

Παρομοίως σχολιάζονται και ο κινεζικός εθνοκεντρισμός και η δυσανεξία απέναντι στους «ξένους», είτε πρόκειται για τους Χουιμίν, τις μουσουλμανικές μειονότητες στα σύνορα της Νότιας Κίνας, είτε, πόσω μάλλον, για Δυτικούς: «Γι' αυτούς είμαστε βάρβαροι. Φαντάσματα. Ακόμα και ο κατώτερος χειρωνάκτης αισθάνεται ανώτερος από τον πιο μορφωμένο, πιο επιτυχημένο ξένο. Θα το διαπιστώσεις και μόνος σου...».

Αυτού του είδους οι αντιστίξεις προκύπτουν αναπόφευκτα κατά τη μεθοδευμένη, και εναγώνια, αποσκίρτηση από τον έναν πολιτισμό στον άλλον της ηρωίδας, της διερμηνέως Αϊ-λι Μο, πάλαι πότε Αλις Μάνεγκαν. Η συνισταμένη κάθε επιδίωξής της είναι να αποδράσει από την σφαίρα επιρροής του πατέρα της, ρατσιστή και συντηρητικού μέλους του Κογκρέσου, από τη «σωτήρια ανάσα της αγάπης του και τη θανάσιμη αρπάγη της δύναμής του». Το μουσικό της αυτί, ικανό να πιάνει αστραπιαία τους μικρούς κυματισμούς και τις αποχρώσεις της κινεζικής γλώσσας θα γίνει το διαβατήριό της για μια χώρα που μόλις και μετά βίας την ανέχεται, αλλά όπου, παραδόξως, η Αλις αισθάνεται ασφαλής: «...Η ισορροπία του κόσμου φαινόταν σωστή εδώ, όλα τα βάρη και οι ισορροπίες, όλες οι κυρώσεις έμπαιναν στο παιχνίδι».

Η ψυχική αυτονόμηση από τον ξενοφοβικό πατέρα, που μπορεί να συντελεστεί μόνο μέσα από την ερωτική της συσχέτιση με έναν Κινέζο, αποτελεί και την κύρια αφηγηματική γραμμή του βιβλίου. Η βασανιστικά αργή προσέγγιση, το σμίξιμο και η επακόλουθη σύγκρουση ανάμεσα στους δύο εραστές παρέχουν αφορμές για να σχολιαστεί ο βαθμός στον οποίο η κουλτούρα προέλευσής μας είναι εγγεγραμμένη ακόμα και στις πιο προσωπικές στιγμές, το πόσο πολύ είμαστε ποιήματα μάλλον παρά ποιητές: «Δεν είχε νόημα να διαφωνείς με τους Κινέζους άντρες. Ειδικά αν ήσουν γυναίκα. Και μάλιστα ξένη. Το ερευνητικό ενδιαφέρον τους για εκείνη -για το ελεύθερο αμερικανικό πνεύμα της, το ειλικρινές γέλιο, το χλομό πρόθυμο κορμί- έκρυβε πάντα μια κάποια περιφρόνηση. Ωστόσο, αν κατάφερνε να κρατηθεί μακριά από αυτό το αρνητικό σημείο, η διέγερση ήταν απαράμιλλη».

Η προσπάθεια της Αλις Μάνεγκαν να επαναπροσδιοριστεί ως Κινέζα μέσα από τον έρωτα γίνεται μέσα στο πλαίσιο μιας αρχαιολογικής έρευνας για τα χαμένα οστά του Ανθρώπου του Πεκίνου, του μόνου εν υπάρξει ανθρωποειδούς, συνδετικού κρίκου ανάμεσα στον Homo Sapiens και ...σε κάτι άλλο. Αυτή η έρευνα είναι, με τη σειρά της, εγγεγραμμένη επάνω στα χνάρια της ιστορικής διαδρομής που πραγματοποίησε ο αρχαιολόγος και μυστικιστής Τεγάρ ντε Σαρντέν (1881-1995), ο οποίος επίσης έζησε σχεδόν εξόριστος στην Κίνα για 23 χρόνια.

Η παρεμβολή αποσπασμάτων από τα βιβλία του Ντε Σαρντέν [κυρίως από Το Φαινόμενο Ανθρωπος (1959)] είναι αβίαστη και καίρια, όπως είναι και η συνύφανση των ερωτικών και πνευματικών διλημμάτων της Αλις Μ. με την ερωτική ιστορία του Τεγιάρ και της Λουσίλ Σουάν, που υπήρξε η (πλατωνική) σύντροφος της ζωής του. Παρεμβάλλοντας, επιπλέον, εδάφια από την προσωπική αλληλογραφία αυτών των δύο, η Μόουνς καταφέρνει όντως να τους αναγάγει σε κάποιου τύπου προγονικά πνεύματα που, με την καθοδήγησή τους, παρηγορούν την απέλπιδα επιθυμία της ηρωίδας να είχε άλλο παρελθόν.

Οι διάσπαρτες, ακόμη, αναφορές στην πρόσφατη ιστορία της Κίνας διευρύνουν τον ορίζοντα του βιβλίου προς μια κατανόηση, η οποία, φυσικά, θα πρέπει για τον δυτικό αναγνώστη να μείνει εσαεί ημιτελής: «Είχε ακούσει πως τη δεκαετία του 1970 ήταν όλοι μυστικοπαθείς και φοβισμένοι. Κανείς δεν σε κοιτούσε κατάματα. Αλλά την εποχή που ήρθε η Αλις στην Κίνα, ο Μάο είχε πια πεθάνει και όλα είχαν βγει στη φόρα. Οι πάντες μιλούσαν, μιλούσαν αδιάκοπα, της έλεγαν τις τρομερές ιστορίες τους. Τότε όλη αυτή η τόσο μελοδραματική φλυαρία τής είχε φανεί σαν ένα παράξενο, ad hoc είδος κινεζικής όπερας... Εμοιαζε πολύ με τα χορογραφημένα θεατρικά έργα που παίζονταν με ξεφωνητά μπροστά σε ένα κοινό που ήδη γνώριζε την ιστορία, τη γνώριζε πολύ καλά και την απολάμβανε γελώντας, χειροκροτώντας, κουτσομπολεύοντας, τρώγοντας, φτύνοντας. Το Λουάνσι. Το Χάος».

Παρά τη συγκριτικά ανεπεξέργαστη σχέση κόρης-πατέρα, όπου η επανάκαμψη των αδιέξοδων συναισθημάτων γίνεται κουραστική, η μυθοπλασία της Μόουνς διατηρεί την ακμάδα της μέχρι τέλους. Σε αυτό, ας ξαναειπωθεί, συμβάλλει καθοριστικά η διαρκής ανανέωση του αιφνιδιασμού, που είναι σε θέση να προκαλεί μια καλά σταθμισμένη, διαπολιτισμική οπτική. Μέγα προνόμιο!

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Στον μυστικό κήπο του Θαλασσινού κοιμητηρίου με έλξη
Ποτέ πια...
Μακριά από το σώμα με λόγο οργής
Ο «πρωτόγονος κομμουνισμός» δεν είναι απλώς ένας ρομαντικός μύθος
Στα άδυτα μιας «ειδικής» λογοτεχνικής κριτικής
Ερμαια και ήρωες
Πρίγκιπες με ιστορίες γραφής χαμογελώντας στην Ελλη που γίνεται αόρατη
Πλήρους απασχόλησης τρόμος της θνητότητας
ΟΙ «ΚΛΑΣΙΚΟΙ» της νέας χιλιετίας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Στον μυστικό κήπο του Θαλασσινού κοιμητηρίου με έλξη
Ποτέ πια...
Μακριά από το σώμα με λόγο οργής
Ο «πρωτόγονος κομμουνισμός» δεν είναι απλώς ένας ρομαντικός μύθος
Στα άδυτα μιας «ειδικής» λογοτεχνικής κριτικής
Ερμαια και ήρωες
Πρίγκιπες με ιστορίες γραφής χαμογελώντας στην Ελλη που γίνεται αόρατη
Πλήρους απασχόλησης τρόμος της θνητότητας
ΟΙ «ΚΛΑΣΙΚΟΙ» της νέας χιλιετίας
Οδός Κυλινδρικού Πύργου Δρομάκι Αγοράς του Μαλλιού
Συνέντευξη: Θάνος Ψυχογιός
Με μολύβι και χαρτί
Βιβλίο
Greening the future
Λεξικά
Λεξικά για τη χειμαρρώδη ελληνική γλώσσα
Από τις 4:00 στις 6:00
Απλά μοναδική...
Άλλες ειδήσεις
Το τραγούδι του αρχέγονου βάθους και της αρχέγονης χαράς
Λάμπει η Βιβλιοθήκη της «Καίτης Λασκαρίδη» στον Πειραιά