Έντυπη Έκδοση

Ποίημα για το μικρό κορίτσι

Αντώνης Γκάντζης

Ωδή στο νέο Μεσολόγγι

εκδόσεις Αρμός, σ. 32, ευρώ 8,07

Η Ωδή... του Αντώνη Γκάντζη είναι ένα ενιαίο ποίημα σε τέσσερα μέρη. Το κάθε μέρος αποτελείται από στροφές-παραγράφους. Ο ποιητής δεν απορρίπτει τις μετρικές συμβάσεις. Ο λόγος του αποτελείται από 17, 15, 12σύλλαβους στίχους, σπασμένους με παύσεις και λιγοστά σημεία στίξης. Με έκπληξη ο αναγνώστης διαβάζει στίχους από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Διονυσίου Σολωμού, που ο δημιουργός έχει ενσωματώσει μέσα στο ποίημα. Η συγγένεια ξεπερνά ζητήματα τύπου, αφού το πανανθρώπινο και το θείο αναδεικνύονται στο ποίημα μέσα από ένα ειδικό κεφάλαιο της σύγχρονης παλαιστινιακής Ιστορίας.

Θεματικά το ποίημα καταπιάνεται με την πολιορκία της Γάζας από τις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής πριν από ενάμιση χρόνο. Με κομψό και ισορροπημένο λυρισμό υμνείται η θυσία του παλαιστινιακού άμαχου πληθυσμού, και είναι το κατηγορώ του ποιητή στην αδικία, όπου και όπως αυτή συντελείται . Είναι το μοναδικό έργο στην ελληνική λογοτεχνική παραγωγή που καταπιάνεται με τα γεγονότα της περιόδου και ένα από τα ελάχιστα παγκοσμίως που σχετίζονται με τους αγώνες των Παλαιστινίων. Αυτό είναι ένα ζήτημα που επισύρει την προσοχή μας, γιατί συνιστά τεκμήριο της ανθρωπιστικής ένδειας που χαρακτηρίζει τη νέα ελληνική λογοτεχνία εν γένει και ειδικότερα την ποίησή μας.

Ενα κορίτσι, ίσαμε εφτά χρόνων, ένα κορίτσι με μαύρα μάτια και σγουρά μαλλιά, που περπατά ξυπόλυτο σ' έναν έρημο δρόμο από τσιμέντο, σ' έναν δρόμο ούτε πολύ πλατύ ούτε πολύ στενό, στο τέρμα της καρβουνιασμένης από βόμβες πολιτείας, είναι μια εικόνα ανεκτίμητη για όσους αποποιούνται τον ρόλο του ηδονοβλεψία, του ενεργούς ήρωα της ομορφιάς του κόσμου ή του μέλους ταξιδιωτικού group. Είναι πιθανό ένα τέτοιο αιθέριο πλάσμα, που μία και μόνο ματιά της είναι αρκετή για να λύσει όλα τα αινίγματα, να μην υπήρξε ποτέ, εδώ, σ' αυτό τον άθλιο και βρόμικο κόσμο. Το ερώτημα δεν έχει καμία σημασία, τουλάχιστον για την αληθινή λογοτεχνία. Οποτε αυτή δεν χρησιμοποιεί το χιούμορ, τον σαρκασμό, την ειρωνεία ή τη ρεαλιστική ανάπλαση της πραγματικότητας, για να φτάσει και να αγγίξει τα φαινόμενα της ζωής, χρησιμοποιεί σύμβολα, που σαν μυστικοί καθρέφτες στέλνουν την αντανάκλαση τους ώς εδώ, σ' εμάς, που εφεξής καταλαβαίνουμε τον κόσμο γύρω μας και τους εαυτούς μας.

Ο Αντώνης Γκάντζης έχει ως σύμβολό του αυτό το μικρό κορίτσι με τα μαύρα μάτια και τα σγουρά μαλλιά, αυτό που τρέμει, αυτό του οποίου την απόγνωση ξέρει, γιατί σαν αράχνη ο φόβος γνέθει το νήμα του σφιχτά στα χέρια, στα πόδια, στον λαιμό, αυτό τελικά που σαν κοιμωμένη διαβαίνει απ' τη φωτιά στους μέσα κήπους της ερήμου. Σ' αυτό απευθύνεται ο ποιητής, και προς το τέλος της σύνθεσής του στην οικογένειά του, τη σημαδεμένη μάνα και τον δύστυχο πατέρα, και απ' αυτούς πιο πέρα ακόμη, στον παλαιστινιακό λαό, σ' όλους τους λαούς της γης που καταπιέζονται, κι εν τέλει στην ίδια τη ζωή, που ψυχορραγεί. Ετσι, το τραγούδι του γίνεται για εμάς μια νεκρανάσταση. Και μοιράζοντας τον ρόλο του ανάμεσα σε αφηγητή και λυρικό το καταγράφει σε ύφος επιστολικό με τελικό παραλήπτη του την αθωότητα. Θέλω να επιμείνω σε αυτό το σημείο. Τι σημαίνει σύμβολο, όταν αυτό δεν δηλώνει κάποια πραγματικότητα-ιδέα που μπορεί κανείς να την κατακτήσει υπεραισθητά, δηλαδή υπερβατικά, αλλά βλέπει τον τεμαχισμό της στην πράξη; Πάρτε, για παράδειγμα, τις λέξεις δικαιοσύνη και αγαθό. Ποιο είναι το νόημα των εννοιών αυτών όταν το μόνο που βλέπουμε είναι την παραμόρφωσή τους, τη σκιά τους; Και επίσης, τι συμβαίνει όταν εμείς παρατηρούμε την αποσύνθεσή τους ως μια απλή περιπέτεια. Σαν θεατές από τον εξώστη ενός πολυτελούς θεάτρου;

Ως όντα φυσικά, το 90% της αντίληψής μας προέρχεται από τις αισθήσεις μας. Αν αυτή τη στιγμή κάψω το χέρι μου, η αίσθηση που θα έχω θα είναι εντελώς διαφορετική από την ανάμνηση του καψίματος δύο μέρες μετά. Το ίδιο συμβαίνει και με τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας. Δύσκολα κάτι αγγίζει τη συνείδησή μας χωρίς τη μεσολάβηση της αίσθησης. Αλλά και στην περίπτωση αυτή ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπερβεί την εγωκεντρική του δυσχέρεια αν δεν αναπτύξει κάποιον τύπο ενδιαφέροντος, έγνοιας, μέριμνας, για το συμβάν. Αβυσσος μας χωρίζει από τα πράγματα έξω από εμάς. Οταν όμως ο άνθρωπος, είτε ως πράκτορας ηθικών ενεργημάτων είτε ως δημιουργός, καταφέρνει με κάποιον τρόπο να γεφυρώσει αυτή τη σχάση, κι ευθύς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κάτι παραπάνω από θεατή, ως μέρος του προβλήματος, ως συνένοχο, αυτό που μέχρι τότε θεωρούσε πραγματικότητά του δεν είναι παρά μια ρευστή παραμόρφωση του Ιδεατού. Ο Αντώνης Γκάντζης αποστέλλει τον λόγο του στο μικρό κορίτσι με τα μαύρα μάτια και τα σγουρά μαλλιά, και αυτό το κορίτσι μετουσιώνεται στην ψυχή του δημιουργού σε σκιά της δικαιοσύνης που κυβερνά ή που δεν κυβερνά τον κόσμο. Ομως επειδή ακριβώς της μιλά και δεν κωφεύει, συνειδητοποιεί τον εαυτό ως συνδαυλιστή του κακού. Εκεί όπου 'ν' ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι ζεις όταν εμείς οι χριστιανοί απ' τις κραιπάλες των γιορτών τα θύματα μετράμε. Ναι δάκρυα δεν φθάνουν ούτε στίχοι να φέρουν πίσω τα παιδιά τα σκοτωμένα , γράφει.

Απ' το σημείο αυτό αρχίζει η σύνθεσή του. Από το σημείο δηλαδή που αρχίζει να υπάρχει μια διαλεκτική κίνηση ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες. Την πραγματικότητα του καλοζωισμένου δυτικού ανθρώπου και του άλλου, εκείνου που τραβά τα μαρτύρια του Ιώβ. Η μία πραγματικότητα αρνείται τη νομιμότητα της άλλης. Η πραγματικότητα του Ιώβ μάς αρνείται γιατί νιώθει στο πετσί της τον σπαραγμό της δικαιοσύνης. Εμείς, με τη σειρά μας, την αρνούμαστε γιατί πιστεύουμε ακόμη στο μοντέλο της ιδιωτικής μακαριότητας, παρά τα εκατοντάδες ακτιβιστικά κινήματα ανά τον κόσμο, παρά τον Εξεγερμένο άνθρωπο του Αλμπέρ Καμί, που στο όνομά του προσεύχονται οι μη κυβερνητικές οργανώσεις. Φτάνει όμως μερικές φορές ο λόγος του δημιουργού, που σαν ακίνητος ισορροπιστής, διαμεσολαβητής θα λέγανε οι Ινδιάνοι, νοσταλγός του μέλλοντός μας θα έλεγα εγώ, ενός μέλλοντος ενότητας, διαισθάνεται σκεπτόμενος, σαν άφυλο ον που είναι, την αντανάκλαση της μιας σκιάς στην άλλη. Οταν δεν υπάρχει αυτή η αντανάκλαση δεν υπάρχει τίποτα, μηδέν, τυφλότητα. Οταν η αντανάκλαση είναι μονομερής, τότε υπάρχει νατουραλισμός, απλή και επιφανειακή περιγραφή του γεγονότος.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο κόσμος της μετανεωτερικότητας υποφέρει από τυφλότητα, τη βλέπουμε ολόγυρά μας, αλλά και από ακραίο νατουραλισμό. Τη στιγμή που πέφτουν βόμβες στη Λωρίδα της Γάζας, ιάπωνες τουρίστες χρησιμοποιούν τις καινούργιες Νίκον μπροστά στις Πυραμίδες ή στο λιμάνι της Υδρας, χωρίς να ξέρουν καλά καλά τι είναι αυτό που αντικρίζουν, χωρίς να σχετίζονται ουσιαστικά μαζί του, ταξιδιωτικά γραφεία διαφημίζουν πολυτελή ξενοδοχεία με «φουλ υπηρεσίες», σε τόπους που είναι ιστορικά θεσμοθετημένοι ως τόποι περιήγησης, και μερικοί που δέχονται απροβλημάτιστα τον τίτλο του ποιητή, γράφουν στίχους που μεταφράζονται με χώρισε το μανάρι μου χαΐρι από τότε δεν έχω δει. Οταν, όμως, οι πολλές πραγματικότητες του κόσμου ανακλώνται η μία μέσα στην άλλη, και παράγουν το αποτέλεσμα της ώσμωσης, όταν ο δημιουργός ή ο άνθρωπος της πράξης ζει σαν σε δωμάτιο κατόπτρων, τότε είναι που γεννιέται η σημαντική λογοτεχνία, με την κυριολεκτική ή τη μεταφορική σημασία του όρου, μια λογοτεχνία είτε βαθύτατα εξπρεσιονιστική είτε ρεαλιστική, η λογοτεχνία που κοινωνεί το αίσθημά της!

Κατά τη γνώμη μου Η Ωδή στο νέο Μεσολόγγι του Αντώνη Γκάντζη είναι μια ιδιότυπη περίπτωση, γιατί ούτε σκιαγραφεί το συμβάν (νατουραλισμός) ούτε οικειοποιείται την αντανάκλασή του, προσαρμόζοντας τη στο προσωπικό σύμπαν του δημιουργού της, για να ανακαλύψει εσωτερικές αλήθειες (εξπρεσιονισμός) του ανθρώπου· τέλος, δεν προσπαθεί να συλλάβει την ουσία της κατάστασης με την οποία καταπιάνεται το θέμα της σύνθεσης (ρεαλισμός κριτικός, πολιτικός, κοινωνικός). Αντιθέτως, επειδή ο δημιουργός καθυποτάσσεται ολότελα στο γεγονός, εφευρίσκοντας μια σκιά, τη σκιά του μικρού κοριτσιού με τα μαύρα μάτια και τα σγουρά μαλλιά που τρέμει, και έτσι παραδίδεται τόσο με την καρδιά όσο και με τον νου, σολωμικά δηλαδή, σε αυτό, στο τέλος τέλος ο αναγνώστης έχει την αίσθηση της πληρότητας. Οτι όλοι αυτοί οι δρόμοι συνενώνονται στην ξεχωριστή ικανότητα του να αναπαριστά την πραγματικότητα και να τη στοχάζεται. Το συγκινησιακό όμως αποτέλεσμα του έργου δεν εξηγείται μόνον επειδή η σύνθεση στο σύνολό της καταπιάνεται με ένα ιστορικό θέμα γνωστό σε όλους, ούτε επειδή ο δημιουργός της, ως έμπειρος τεχνίτης του λόγου, ξέρει να χρησιμοποιεί καλές μεταφορές και καλές παρομοιώσεις, καλές παρηχήσεις και χασμωδίες, που ο αναγνώστης συναντά διάσπαρτες μέσα στο κείμενο, ούτε επειδή ξέρει να παντρεύει τον λόγο του Διονύσιου Σολωμού με τον δικό του. Τα λόγια του απηχούν όσα δεν μπορεί να πει το μικρό κορίτσι, αφού κάθε μια πραγματικότητα από μόνη της είναι ένα κλειστό σύστημα, και καμία πραγματικότητα δεν επικοινωνεί με την άλλη δίχως τη μεσολάβηση του ποιητή, με την ευρεία πάντα σημασία. Αντικρίζει τη θλίψη της, τη φαντάζεται, αποδέχεται, αφομοιώνει και συσχετίζει ετερόκλιτα στοιχεία, αλλά όπου σταματά η διανοητική εμπειρία της, την αισθάνεται στο πετσί του, και για να μιλήσει καθαρότερα γι' αυτήν ενεργοποιεί το οπλοστάσιό του, εκείνο της μνήμης. Θυμάται την αραβική Αλεξάνδρεια των παιδικών του χρόνων, όπου τέσσερα παιδιά, ο ίδιος, ο Αλί, ο Μπάκρι και η Σαμίρα, εκεί κοντά στον δρόμο της πατρικής κατοικίας, Αμβροσίου Ράλλη 112, και κοιτάζοντας τη θάλασσα, πότε πράσινη, πότε γαλανή και πότε μολυβιά, ζούσαν τον παράδεισο, παίζοντας με γυάλινους βόλους, σβούρες και μανταλάκια, που σταυρώνοντάς τα έμοιαζαν με αεροπλάνα. Θυμάται τον καιρό της Ανάστασης, που σύσσωμοι οι ντόπιοι ακολουθούσαν τους Ελληνες στις εκκλησίες. Θυμάται, τέλος, τον θάνατο του Μπάκρι στον αραβοϊσραηλινό πόλεμο των Εξι Ημερών και τον χαμό ενός ολόκληρου κόσμου, που ήταν κάτι περισσότερο από μια μεμονωμένη κατάσταση των παιδικών του χρόνων, γιατί όποιος έχει μάτια και βλέπει, ξέρει καλά πως οι στιγμές ευτυχίας με τους άλλους ανοίγουν μια δυνατότητα ύπαρξης για τον άνθρωπο. Το αποτέλεσμα είναι μια ποίηση λυρική και συναισθηματική, οργανωμένη όχι χρονολογικά, αλλά συνειρμικά, που παραπέμπει στα νοήματά της, μια ποίηση της οποίας ο τόνος, ενώ υποκύπτει σε αλλαγές, που άλλοτε εκφράζουν ενοχή, άλλοτε βαθιά λύπη, άλλοτε οργή και θυμό, δεν χάνεται σε μάταιους συναισθηματισμούς, αλλά περιορίζεται στην ψυχική λειτουργία τού συναισθάνεσθαι, αφήνοντας πλέριο χώρο στον αναγνώστη για να ορμήξει μέσα σε αυτήν. Μια ποίηση που, κατά τη γνώμη μου, επιτυγχάνει τον μεγαλύτερο συντονισμό μεταξύ ευαισθησίας και ποιητικού ρήματος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Τριπλό βινύλιο με αφορμή το εγώ
Το λάλον δαιμόνιο του Σωκράτη
Αυτό που γράφει, δεν ξεβάφει
Η γενιά των 700 ευρώ διαβάζει Μπέκα;
Ενα «πράσινο» μυθιστόρημα
Η διαλεκτική του Διαφωτισμού: ενστάσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η κρίση του καπιταλισμού και το τέλος της εργασίας
Οι κώδικες της ανδρικής σεξουαλικότητας
Μελετώντας το μεσαιωνικό ερωτικό ποίημα
Η πράξη αφήγησης στα πεζά του Μιχάλη Γκανά
Μια απεριόριστη κατάφαση ζωής
Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Τριπλό βινύλιο με αφορμή το εγώ
Το λάλον δαιμόνιο του Σωκράτη
Αυτό που γράφει, δεν ξεβάφει
Η γενιά των 700 ευρώ διαβάζει Μπέκα;
Ενα «πράσινο» μυθιστόρημα
Η διαλεκτική του Διαφωτισμού: ενστάσεις σε μια θεωρία του πολιτισμού
Η κρίση του καπιταλισμού και το τέλος της εργασίας
Οι κώδικες της ανδρικής σεξουαλικότητας
Μελετώντας το μεσαιωνικό ερωτικό ποίημα
Η πράξη αφήγησης στα πεζά του Μιχάλη Γκανά
Ποίημα για το μικρό κορίτσι
Μια απεριόριστη κατάφαση ζωής
Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία
Οψεις της ανάγνωσης
Εξώφυλλα βιβλίων
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας πρωτοπόρος της σόουλ
Συνέντευξη: Γιάννης Οικονομίδης
Εξαντλώντας τα όρια της πραγματικότητας
Άλλες ειδήσεις
Εμπα στο σχήμα του άλλου