Έντυπη Έκδοση

Εις το όνομα του πατρός

Boualem Sansal

Ο Γερμανός μουτζαχεντίν

ή Το ημερολόγιο των αδελφών Σίλλερ

μτφρ.-επίμετρο: Ευγενία Γραμματικοπούλου

εκδόσεις Πόλις, σ. 302, ευρώ 17

Κάθε φορά που ο Ρασέλ, ο μεγαλύτερος από τους αδελφούς Σίλλερ, σκεφτόταν το χωριό του, βουλιαγμένο σε μια άκρη της ανατολικής Αλγερίας, υποτασσόταν αναγκαστικά στα φωτόλουστα μυθεύματα της παιδικής του ηλικίας, τα οποία αναβίωναν μέσω της ψευδεπίγραφης μνήμης «μια παλιά πολίχνη ενός παλιού ξεχασμένου παραμυθιού». Σε αυτόν τον φαντασιακό τόπο, χαρτογραφημένο από «το συνονθύλευμα της νοσταλγίας», οι άνθρωποι σάλευαν σαν ίσκιοι, «προτού χαθούν στον κορεσμένο από φως και στάχτη αέρα και γίνουν οχλοβοή που μπερδεύεται μες στους αντίλαλούς της». Οταν ο Ρασέλ επισκέφτηκε τη γενέτειρά του για να θρηνήσει τους γονείς του, οι οποίοι σφαγιάστηκαν ένα βράδυ του 1994 μαζί με τους περισσότερους κατοίκους του χωριού από αλγερινούς ισλαμιστές, μια άλλη, φασματική οχλοβοή ανείπωτης δριμύτητας του επιτέθηκε. Μαζί με την πραγματικότητα του τοπίου, η οποία κομμάτιασε το παραπέτασμα της γαλήνης που εξύφαινε από απόσταση η αναπόληση, αντίκρισε μια άγνωστη φρίκη, στις διαστάσεις του στρατιωτικού βιβλιαρίου του πατέρα του. Ενα έγγραφο το οποίο μαρτυρούσε το πέρασμά του ως αξιωματικού των Ες Ες από τόπους στοιχειωμένους από τις κραυγές εκατομμυρίων νεκρών· «όλη η βοή του κόσμου δεν θα μπορούσε να καλύψει τον πόνο που ξεπήδησε από εκείνους τους τόπους».

Ο Ρασέλ ακολουθώντας τη διαδρομή που σαν σαδιστική πυξίδα υποδεικνύει το στρατιωτικό βιβλιάριο, επιλέγει την αυτοτιμωρία ως μέσο εξιλέωσης του πατέρα του. Σε αυτήν τη νεκρική πορεία η κατανόηση αποτελεί αξίωση σταθερή και αδήριτη, όσο και αδύνατη. Κατά την περιπλάνησή του στην Ευρώπη ο Ρασέλ υποβάλλεται σε μια εξαγνιστική ψυχική δοκιμασία, η οποία συνίσταται στη σχιζοφρενική απόπειρα να καταβυθιστεί στο Ολοκαύτωμα φορώντας ένα προσωπείο διχοτομημένο, όπου δήμιοι και θύματα συνυπάρχουν. Γιος ο ίδιος ενός ναζί, δεν ξέρει πού σταματά η ενοχή του και πού αρχίζει το μαρτύριό του. Η πιο διακαής απαντοχή του είναι η διαφύλαξη της ανθρωπιάς για εκείνον, αλλά πολύ περισσότερο για τον πατέρα του. «Φοβάμαι τόσο πολύ μήπως συναντήσω τον πατέρα μου εκεί όπου δεν πρέπει, όπου κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί παραμένοντας άνθρωπος. Κινδυνεύει η ίδια μου η ανθρωπιά».

Η αυτοκτονία του, μίμηση θανάτωσης σε θάλαμο αερίων, απηχεί μια ύστατη πράξη αγάπης, επιχειρεί την ανάκτηση της ανθρώπινης υπόστασης για λογαριασμό του πατέρα του. Ηθελε ο θάνατός του να ισοδυναμεί με ανάληψη ευθύνης, εκείνης που αποποιήθηκε ο πραγματικός θύτης. Εστησε ο ίδιος για τον εαυτό του ένα ικρίωμα που δεν του αναλογούσε και πεθαίνοντας άδικα ήταν σαν να αναγνώριζε το υπέρτατο χρέος, που ήγειραν ανυπολόγιστοι αδικαίωτοι θάνατοι. Οπωσδήποτε αλυσιτελής η εξίσωση. Η ηθικότητα της αυτοθυσίας μοιάζει αμελητέα από τη στιγμή που προτείνεται ως αντίβαρο σε ένα δυσθεώρητο κακό. Αλλά για τον Ρασέλ καλό σημαίνει «να βλέπεις το δικό σου τέλος μέσα από το τέλος των άλλων». Το ημερολόγιό του συνιστά το χρονικό της συντριβής του στην προσπάθειά του να αντιμετρηθεί με μια αδιανόητη ενοχή. Εκείνο που κυρίως βαραίνει το ηθικό του χρέος είναι η σιωπή του πατέρα του, ύβρις ασύγγνωστη. Θαμμένος τώρα σ' έναν χώρο μαρτύρων σ' ένα αλγερινό νεκροταφείο, θα μνημονεύεται εσαεί ως ο σεβάσμιος σεΐχης του χωριού, που είχε μάλιστα τιμηθεί με τον τίτλο του μουτζαχεντίν, ενόσω στην ταφόπλακά του το γερμανικό του επίθετο αποσιωπάται από το μουσουλμανικό του παρωνύμιο. Ενας Γερμανός που είχε ασπαστεί το Ισλάμ διαφεύγοντας κάθε κατηγορητήριο και καταδίκη, εγκαταλείποντας εγκαίρως τις εκατόμβες του, και ο οποίος είχε πολεμήσει με τον εθνοαπελευθερωτικό στρατό για την ανεξαρτησία της καινούριας του πατρίδας, διασφαλίζοντας μια κίβδηλη υστεροφημία. Ο Ρασέλ συγκλονίζεται από την ειδεχθή απάτη, καταλήγοντας βορά μιας εξοντωτικής μεταμέλειας. Η σιωπή του πατέρα ανοίγει μέσα του ένα «κολοσσιαίο κενό», στο οποίο καταποντίζονται τα θύματά του, διπλά νεκρωμένα. «Και μια τεράστια στήλη πόνου υψώνεται στον ουρανό».

Ο Μάλριχ, ο βενιαμίν των Σίλλερ, γράφει το δικό του ημερολόγιο στον απόηχο της οδύνης του αδελφού του, σαφώς λιγότερο εκτεθειμένος από εκείνον, αν και έχει να θεραπεύσει ένα πένθος παραπάνω. Επειδή όμως ο ίδιος επιλέγει εξαρχής τη ζωή, παλεύει να επιστρατεύσει την απαραίτητη δύναμη για να συνεχίσει να ζει χωρίς το άλλοθι της άγνοιας. Διαβάζοντας τις σελίδες του αδελφού του, συνειδητοποιεί τη βία που άσκησαν πάνω του η ανηθικότητα της σιωπής και το ανεπίτρεπτο της λήθης και γι' αυτό αρχίζει να γράφει το δικό του ημερολόγιο αρκετά μακριά από τη θανατερή εσωστρέφεια του Ρασέλ. Ο δικός του λόγος επιζητεί να ακουστεί, να κοινοποιηθεί. Μοιάζει ακατέργαστος, εξαιρετικά επείγων, δεν καλλωπίζει ούτε σχετικοποιεί τα νοήματά του, είναι απερίφραστος, έχει καταπνίξει την ευγένεια της αμφιβολίας για να φωνάξει την επιτακτικότητα του «εδώ και τώρα». Εκεί που ο Ρασέλ λυγίζει και η λογική του σβήνει, ο Μάλριχ εφορμά ανήμερος, με τη βεβαιότητα ότι η ανθρωπότητα δεν παραδειγματίζεται από τα εγκλήματά της. Η θεία του έλεγε: «Η διαφορά μεταξύ του χθες και του αύριο είναι ότι δεν ξέρεις πώς θα τελειώσει η σημερινή μέρα».

Ο Μπουαλέμ Σανσάλ, διακεκριμένος εκπρόσωπος της αλγερινής λογοτεχνίας στη γαλλική γλώσσα, ενορχηστρώνει εκπληκτικά τις δύο φωνές του βιβλίου, οδηγώντας τες στη συμφωνία μέσα από την ανάδειξη των αντινομιών τους. Οι αντίρροποι λόγοι των Σίλλερ αναζητούν απαντήσεις στο ίδιο ζήτημα, πώς να επιβιώσουν όντας γιοι του πατέρα τους. Και οι δύο προσπαθούν να επωμιστούν κληροδοτήματα επαχθή, τα οποία τους επιφυλάσσουν μια ντροπή που τους αδικεί. Το κρισιμότερο ερώτημα που θέτουν στον εαυτό τους είναι πώς θα περάσουν ξανά από το πριν στο μετά, με τι τρόπο θα προχωρούν στο παρόν κουβαλώντας την επίγνωση του παρελθόντος. Τη στιγμή που ο ένας ανάγει την αυτοκτονία σε προπύργιο της ανθρωπιάς, ο άλλος αντιλαμβάνεται πως η ανθρωπιά διακυβεύεται κάθε στιγμή και φροντίζει να στήσει τα προπύργιά της στο σήμερα. Στον σπαραγμό του Ρασέλ αντιτάσσεται η απελπισμένη τραχύτητα του Μάλριχ. Οταν ο πρώτος σπαράσσεται από τον τερατώδη παραλογισμό και ταυτόχρονα την απαράμιλλη μεθοδικότητα της μαζικής εξόντωσης, ο δεύτερος εξεγείρεται, επαγρυπνώντας για τους δήμιούς του στις εργατικές πολυκατοικίες των παρισινών προαστίων. Ο ένας απαρνείται τη ζωή του, επειδή την οφείλει σε κάποιον που συνέτεινε στον καινοφανή ευτελισμό της, ενώ ο άλλος τη διεκδικεί λυσσαλέα, τοποθετώντας τη στην προοπτική ενός δυνάμει Ολοκαυτώματος. Μολονότι οι σελίδες του Ρασέλ μαγνητίζουν με τον οδυνηρό λυρισμό τους και την επίμοχθη διεισδυτικότητά τους, ριγώντας από αβυσσαλέα απόγνωση, ο Μπουαλέμ Σανσάλ εγχέει στις λέξεις του Μάλριχ το δηλητήριο παράτολμων, εφιαλτικών συσχετισμών που συγκροτούν την ουσία της προβληματικής του. Ο συγγραφέας εμπιστεύεται τη λογοτεχνικότητα και το δραματικό βάρος του βιβλίου στον μεγαλύτερο Σίλλερ και επαφίεται στον μικρότερο αδελφό για τη διατύπωση οξύληκτων πολιτικών σκέψεων, με εφαλτήριο τη συστοιχία εθνικοσοσιαλισμού και ισλαμικού φονταμενταλισμού. Ο Μάλριχ μετά την ανακάλυψη στο πρόσωπο του πατέρα του ενός γερμανού μουτζαχεντίν, αντικρίζει στους ιμάμηδες, εκείνους τους ετοιμοπόλεμους εντολοδόχους του Αλλάχ, οι οποίοι περιφέρονται στις εργατικές πολυκατοικίες «σαν σωστικά συνεργεία των φτωχών», εκκολαπτόμενους «φύρερ», ενώ τα προαστιακά γκέτο τον παραπέμπουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όχι εξόντωσης ακόμα, κατοικημένα από εκτοπισμένους μουσουλμάνους. Στον αιμοσταγή ισλαμιστικό μεσσιανισμό που κηρύττει την ηθική παλινόρθωση, παρασιωπώντας τους τάφους πάνω στους οποίους θα θεμελιωθεί, δεν δυσκολεύεται να διακρίνει αντιστοιχίες με τις ολέθριες επαγγελίες του ναζισμού, μια ανάλογη αγωγή του μίσους. Ο Ρασέλ απολογείται αυτοκτονώντας, ενώ ο Μάλριχ, ο οποίος θεωρεί τον θάνατο του αδελφού του ως υποταγή στην ελκτική δύναμη του κακού, περιφρονεί την αυτοταπείνωση και αποφασίζει να οριοθετήσει το πλαίσιο της προσωπικής του αντίστασης, μιας «αντι-τζιχάντ».

Κεντρικό ζητούμενο στα ημερολόγια των αδελφών Σίλλερ είναι η ηθική, η λύτρωση που υπόσχεται, σε αναλογία με το αντίτιμό της. Η αγωνία τους να ανταποκριθούν στην ηθική επιταγή που εκρέει από το παρελθόν του πατέρα τους, συμβαδίζει με τον αναλογισμό του βαθμού αυτοσυνειδησίας τους. Οπως ο πατέρας τους υπεραμύνθηκε δύο πατρίδων, σπιλώνοντας τη μία και υπεξαιρώντας την άλλη, με την αταλάντευτη αίσθηση του υψηλού φρονήματος, εκείνοι καλούνται να υπερασπιστούν τη δική τους αλήθεια. Πατρίδα τους δεν είναι μόνον ο τόπος όπου κείτονται οι τάφοι των γονιών τους, αλλά και το πεδίο μάχης όπου θα πολεμήσουν για την ταυτότητά τους και το νόημα της ζωής τους. Ο Ρασέλ κάνοντας τον θάνατό του αλληγορία, έγινε εξιλαστήριο θύμα από αγάπη προς τον θύτη, όχι όμως χωρίς να πυροδοτήσει τους αμυντικούς μηχανισμούς του αδελφού του, προειδοποιώντας τον: «Βρισκόμαστε σε μια νέα εποχή, το αδύνατο είναι το άθροισμα όσων είναι δυνατά». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Για να μη διαβούν οι Μήδοι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Για να μη διαβούν οι Μήδοι
Εις το όνομα του πατρός
Μουσική
Η τέχνη ως κάθαρση και αυτογνωσία
Βιβλία για το 2011
Τα βιβλία σβήνουν την τηλεόραση
Ξεχασμένη φρουρά με ιδιαίτερα παιδιά
Μαφίες, σε ανθρώπινα μεγαλεία τόπων
Με αντρική σκέψη ή συναίσθημα
Λίστες, μάνες και άγιοι χωρίς να θέλουν
Ανευ όρων και ορίων χαρά ζωής
Ενα ρεμπέτικο που σπάει κόκκαλα
Ασυνήθιστες στόφες
Τα «μικρά τίποτα» της καθημερινότητας
Αγόρια σε τόπους μαρτυρίας
Γκρο πλαν στο γυμνό σώμα
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ 2011
Από τις 4:00 στις 6:00
Αυτό είναι το βιβλίο των τραγουδιών
Ο James Dean της τζαζ
Άλλες ειδήσεις
Το ποίημα του λιονταριού
Ενα αντίο στον Εκτορα Κακναβάτο που έσυρε πίσω του τα τείχη
ΘΗΣΕΙΑ