Έντυπη Έκδοση

Το Μνημόνιο, η εργασία, το τέλος της κοινωνίας

Οταν ο Κ. Σημίτης έθετε στρατηγικό στόχο της αστικής τάξης την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ και στην ΟΝΕ, ουδείς μπορούσε να φανταστεί τότε ότι λίγα χρόνια αργότερα θα βιώναμε την πιο βάρβαρη καπιταλιστική αναδιάρθρωση που γνώρισε ποτέ ο τόπος.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1990, τα απομεινάρια των παλαιών τζακιών και οι επίδοξοι διάδοχοί τους αποφάσισαν πως η προοπτική του κοινού νομίσματος θα ενίσχυε την απομύζηση κοινοτικών κονδυλίων, θα διευκόλυνε τις χαριστικές επιδοτήσεις και θα παρέδιδε άνευ όρων στο πλιάτσικο τις κρατικές προμήθειες και εργολαβίες.

Ηροή φτηνότερου χρήματος και η συνεχής πιστωτική επέκταση άνοιξαν δουλειές, ανακύκλωσαν και αβγάτισαν εισοδήματα (κυρίως μαύρα και αφορολόγητα), δημιούργησαν έναν ψευδεπίγραφο πλουτισμό. Ομως τα προβλήματα του έωλου ελληνικού οικονομικού μοντέλου ήταν από τότε ορατά. Η ανάπτυξη δεν μείωνε την ανεργία και, κυρίως, δεν οδηγούσε στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, όπως θα συνέβαινε σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Πού πήγαινε λοιπόν ο παραγόμενος πλούτος; Οχι ασφαλώς στις τσέπες των δημόσιων υπαλλήλων που διόριζαν αφειδώς ο κ. Πάγκαλος και οι όμοιοί του, αλλά κυρίως στα φουσκωμένα πορτοφόλια των οικονομικών τους φίλων. Η παρασιτική, κρατικοδίαιτη ελληνική ελίτ δεν είχε κανένα λόγο να ανοίξει ιδιαίτερες παρτίδες με την παραγωγή. Εβγαλε τα λεφτά της στην Ελβετία ή τα έκανε χρηματοοικονομικά (και τοξικά) προϊόντα. Τώρα μας ζητεί προκλητικά και τα ρέστα.

Αυτό δεν σημαίνει, πάντως, ότι το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας που εντοπίζει η τρόικα δεν είναι πραγματικό. Η αιτία όμως και η λύση του παραμένουν σκόπιμα στο σκοτάδι. Τρόικα και κυβέρνηση θεωρούν σχεδόν αποκλειστικά υπεύθυνο για την ακρίβεια το σχετικά υψηλό κόστος της εργασίας στην Ελλάδα. Ολοι ξέρουν, ωστόσο, ότι τα υπερτιμημένα προϊόντα είναι το ενδημικό αποτέλεσμα της διαρθρωτικής μας ανεπάρκειας και της έλλειψης στοιχειωδών κανόνων επιτήρησης της αγοράς. Η εσωτερική υποτίμηση ξεκίνησε έτσι από τις αποδοχές των εργαζομένων και όχι από τα υπερκέρδη των μεγαλοεπιχειρηματιών.

Ηκαταφανώς κοινωνικά άδικη αυτή επιλογή δεν είναι τυχαία. Εντάσσεται στο δόγμα της ασυδοσίας-ευελιξίας των αγορών, καθώς η εργασία είναι η παραγωγική δύναμη που επιλέγεται να συμπιεστεί άμεσα με στόχο να ωφεληθούν οι υπηρεσίες, ο τουρισμός και η ναυτιλία, τα μόνα παραγωγικά στηρίγματα της μελλοντικής ανάπτυξης. Αγνοείται, ωστόσο, ένα εσωστρεφές πρόβλημα: η μείωση της κατανάλωσης πλήττει ήδη σφοδρά και τον τομέα των υπηρεσιών.

Το Μνημόνιο δεν είναι τίποτε άλλο από τη βίβλο του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού. Θα μπορούσε να αποτελεί το χαμένο όραμα του σημιτικού εκσυγχρονισμού, στη μετά ΟΝΕ εποχή. Στην πραγματικότητα προωθεί τη ριζική, βίαιη αναδιοργάνωση της ελληνικής οικονομίας, που είναι απαραίτητη για την επιβίωση του σημερινού κοινωνικού συστήματος. Και αυτό είναι απολύτως κατανοητό.

Ταυτίζεται πλήρως με την «ευκαιρία» που ευαγγελίζεται ο πρωθυπουργός και την «ευλογία» του Θ. Πάγκαλου. Εάν δεν υπήρχε θα έπρεπε να εφευρευθεί, είπαν υπουργοί.

Το Μνημόνιο αναδεικνύεται πλέον ως το μοναδικό, ρεαλιστικό, οικονομικό και πολιτικό σχέδιο για τη χώρα. Η ανικανότητα των κυβερνήσεων αναγόρευσε την τρόικα σε επίσημο επικυρίαρχο-τοποτηρητή. Τα υπαγορευμένα μέτρα των υπαλλήλων της υποκατέστησαν χωρίς ενδοιασμούς τη λαϊκή βούληση.

Παντελώς ανομιμοποίητες εξουσίες ακυρώνουν χωρίς δεύτερη κουβέντα την εθνική κυριαρχία, καταργούν τα παραδοσιακά θεμέλια του αστικού-δημοκρατικού πολιτεύματος, διαλύουν τον κοινωνικό ιστό, επαναορίζουν κατά βούληση τη νομιμότητα, ασκούν ιδεολογική τρομοκρατία, δημιουργούν ένα κράτος-υβρίδιο.

Οι απολογητές του Μνημονίου επιχαίρουν για την αποδόμηση του συλλογικού, τη δήθεν ανάδειξη της κρυμμένης ατομικότητας των πολιτών-εργαζομένων, την ήττα του συντεχνιακού κράτους. Ο εργαζόμενος άνθρωπος παραδίδεται σαν πρόβατο επί σφαγή στο βωμό των αγοραίων συμφερόντων. Η άγρια επίθεση στην εργασία αποτελεί τον βασικό πυλώνα αυτού του ταξικού στρατηγικού σχεδίου, που αντιμετωπίζει την κοινωνία ως οριστικά και αμετάκλητα ηττημένη της ιστορίας. Ζούμε άραγε το τέλος της κοινωνίας;

Το παλιό και το νέο

Το πολιτικό προσωπικό της χώρας (μαζί και οι επίσημες συνδικαλιστικές ηγεσίες) αντιμετωπίζουν πλέον υπαρξιακό πρόβλημα.

Οχι μόνο αδυνατούν να εμφανιστούν δημοσίως και να υποστηρίξουν τις θέσεις τους, φοβούμενοι τα χειρότερα (βλέπε περιπτώσεις Παναγόπουλου, Χατζηδάκη), αλλά κινδυνεύουν να μείνουν και από πελατεία. Οσοι όμως εξαγγέλλουν πανηγυρικά το τέλος των παλαιών συντεχνιών της πολιτικής και του κομματικού συνδικαλισμού, ας μη βιαστούν ακόμη να χαρούν. Το νέο που περιμένουν εναγωνίως μπορεί και να τους εκπλήξει (δυσάρεστα).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Δυο ματιές την εβδομάδα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Γιατί κυκλοφορεί η "Ελευθεροτυπία" Σάββατο και Κυριακή
Η «Ε» σπάει τη διαπλοκή
Εκθεση ΔΝΤ
Ακόμα τούτη η άνοιξη ραγιάδες
Σύνοδος Κορυφής
Μηχανισμός στήριξης, made in Germany, by Merkel
Κυβέρνηση Ερντογάν
«Μπίζνες» για το Αιγαίο στα μέτρα της Αγκυρας
WikiLeaks
Το WikiLeaks στην «Ε»
Βουλή
Συζήτηση για το πολιτικό άσυλο
Κόντρα στη Βουλή για την ακρίβεια
ΠΑΣΟΚ
Μονόλογος για 156 ακροατές
Νέα Δημοκρατία
Ν.Δ.: Σύγκρουση εντός, συναίνεση στα ευρωπαϊκά