Έντυπη Έκδοση

Πολιτική

Δυο ματιές την εβδομάδα

  • Πριν το αδιέξοδο βγάλει σε βάραθρο

    Δεν είναι η πρώτη φορά που σημαντικές αποφάσεις κυβερνήσεων έρχονται σε σύγκρουση με το λαϊκό αίσθημα ή τουλάχιστον με το αίσθημα μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων.

    Στο πρόσφατο, αλλά και στο απώτερο, παρελθόν κυβερνήσεις επέμειναν στις αποφάσεις αυτές και είτε τις πέρασαν είτε έσπασαν τα μούτρα τους. Και σε άλλες περιπτώσεις, υποχώρησαν σχεδόν εξαρχής, για να εκτονώσουν το κλίμα.

    Είναι η πρώτη φορά σήμερα που διαφαίνεται ένα πολιτικό αδιέξοδο (αν είναι και κοινωνικό θα φανεί στην πορεία). Η κυβέρνηση Παπανδρέου εφαρμόζει μια πολιτική που έρχεται σε προφανή αντίθεση με τις προεκλογικές δεσμεύσεις της. Το γεγονός αυτό και συνάμα η σκληρότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής κάνουν τον πολιτικό της βίο αβίωτο. Πλήττει μεγάλα στρώματα του πληθυσμού. Οι αντιδράσεις που βλέπουμε δεν αφαιρούν από την κυβέρνηση τη νομιμοποιητική βάση της. Αλλωστε, αυτό μόνο μια εκλογική αναμέτρηση μπορεί να το κάνει και η πρόσφατη (των αυτοδιοικητικών εκλογών) δεν το έκανε -μάλλον η κυβέρνηση μπορεί να ισχυρίζεται βάσιμα ότι κάθε άλλο παρά αποδοκιμάστηκε.

    Γνωρίζει, όμως, η κυβερνητική ηγεσία, από τον πρωθυπουργό ώς τον τελευταίο βουλευτή και ηγετικό κομματικό στέλεχος, ότι, αν η πολιτική αυτή συνεχιστεί, είναι θέμα χρόνου οι αντιδράσεις να πυκνώσουν και η θέση της να γίνει πολύ δύσκολη.

    Από την άλλη, η κυβερνητική ηγεσία γνωρίζει ότι τα περιθώρια να υπαναχωρήσει από την ασκούμενη πολιτική είναι από μηδαμινά ώς ανύπαρκτα. Διότι αυτή απορρέει από μια συμφωνία της με τους δανειστές της χώρας, χωρίς την οποία -λέει η κυβέρνηση- η χρεοκοπία ήταν προ των θυρών. Αν ο ισχυρισμός αυτός ισχύει -και όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ισχύει- τότε τυχόν καταστρατήγηση της συμφωνίας μπορεί να οδηγήσει στη διακοπή των δόσεων του δανείου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

    Ηαδήριτη αυτή πραγματικότητα δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση να κάνει κάποια υπαναχώρηση, κάποιον ελιγμό, ώστε να εκτονώσει τις αντιδράσεις. Αυτό που έγινε, για παράδειγμα, το 2001, με την κατά κράτος υποχώρηση της τότε κυβέρνησης στο Ασφαλιστικό, εκτόνωσε τις αντιδράσεις (είναι άλλο θέμα αν κανένα πρόβλημα δεν λύθηκε, με αποτέλεσμα το αδιέξοδο να συνεχίζεται και να οδηγηθούμε στις σημερινές επώδυνες -και εκεί- λύσεις).

    Τότε υπήρχε η δυνατότητα του ελιγμού, της υποχώρησης, η χώρα δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα δανεισμού και δεν είχε κανένα Μνημόνιο πάνω από το κεφάλι της. Ετσι, η κοινωνική ένταση εκτονώθηκε, οι συνδικαλιστές πέτυχαν άλλη μια νίκη και για άλλη μια δεκαετία η χώρα πορεύτηκε όπως πορεύτηκε, μάλλον με καλό επίπεδο κοινωνικής ειρήνης.

    Τι συμβαίνει σήμερα που οι αλλαγές είναι περισσότερο επώδυνες από ποτέ και η κυβέρνηση είναι ανυποχώρητη, επειδή δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά; Εχουμε το απόλυτο πολιτικό και κοινωνικό αδιέξοδο. Η κυβέρνηση έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και μπορεί να εξακολουθεί να ασκεί την πολιτική της, περνώντας από τη Βουλή τα νομοσχέδιά της. Αν δεν της συμβεί κάποιο απρόοπτο, να πάει έτσι ώς το τέλος της θητείας της και τότε να εισπράξει την επιβεβαίωση ή την καταδίκη.

    Ηάλλη λύση θα ήταν να ζητήσει να μοιραστεί με άλλους το βάρος αυτής της πολιτικής. Αν και στο παρελθόν η λύση των συμμαχικών ή οικουμενικών κυβερνήσεων απέτυχε οικτρά, οι σημερινές συνθήκες μπορεί να επιβάλλουν να ξαναγίνει το πείραμα. Με το άλλο κόμμα εξουσίας, τη Ν.Δ., είναι δυνατόν να βρεθούν κοινά σημεία συμφωνίας. Εστω κι αν χρειαστεί ν' αλλάξει το «μείγμα» της πολιτικής. Μπορεί αυτό να αποτελεί και διαπραγματευτικό χαρτί στις συζητήσεις με τους δανειστές, για περισσότερο επωφελείς συμφωνίες τα επόμενα χρόνια.

    Ο δρόμος είναι, έτσι κι αλλιώς, μεγάλος και δύσβατος. Και πρέπει όσοι έχουν την ευθύνη να κάνουν το παν ώστε στο τέλος να βγάλει σε ξέφωτο και όχι σε βάραθρο.

    Τα εν οίκω...

    Η πλειοψηφία του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ δεν αποδέχτηκε την πρόταση της «Ελευθεροτυπίας» να υπογράψει σύμβαση μαζί της κι ας ήταν η μόνη επιχείρηση που αποδέχτηκε πλήρως το διεκδικητικό της πλαίσιο.

    Η συνέλευση των εργαζομένων της «Ε» αποφάσισε να μην πειθαρχήσει στην απόφαση του σωματείου για απεργία. Θεωρώ την απόφαση της ΕΣΗΕΑ βαρύ λάθος, ηθικό και συνδικαλιστικό. Ως πρώην μέλος του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ, με βαριά καρδιά τηρώ, για λόγους αρχής, την απόφασή της και δεν εργάζομαι από τις 6 χθες το πρωί μέχρι αύριο το πρωί στις 6. Ομως πιστεύω ότι η σημερινή πλειοψηφία του Δ.Σ. ακολουθεί ολισθηρό και επικίνδυνο δρόμο.

  • Το Μνημόνιο, η εργασία, το τέλος της κοινωνίας

    Οταν ο Κ. Σημίτης έθετε στρατηγικό στόχο της αστικής τάξης την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ και στην ΟΝΕ, ουδείς μπορούσε να φανταστεί τότε ότι λίγα χρόνια αργότερα θα βιώναμε την πιο βάρβαρη καπιταλιστική αναδιάρθρωση που γνώρισε ποτέ ο τόπος.

    Στο τέλος της δεκαετίας του 1990, τα απομεινάρια των παλαιών τζακιών και οι επίδοξοι διάδοχοί τους αποφάσισαν πως η προοπτική του κοινού νομίσματος θα ενίσχυε την απομύζηση κοινοτικών κονδυλίων, θα διευκόλυνε τις χαριστικές επιδοτήσεις και θα παρέδιδε άνευ όρων στο πλιάτσικο τις κρατικές προμήθειες και εργολαβίες.

    Ηροή φτηνότερου χρήματος και η συνεχής πιστωτική επέκταση άνοιξαν δουλειές, ανακύκλωσαν και αβγάτισαν εισοδήματα (κυρίως μαύρα και αφορολόγητα), δημιούργησαν έναν ψευδεπίγραφο πλουτισμό. Ομως τα προβλήματα του έωλου ελληνικού οικονομικού μοντέλου ήταν από τότε ορατά. Η ανάπτυξη δεν μείωνε την ανεργία και, κυρίως, δεν οδηγούσε στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, όπως θα συνέβαινε σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

    Πού πήγαινε λοιπόν ο παραγόμενος πλούτος; Οχι ασφαλώς στις τσέπες των δημόσιων υπαλλήλων που διόριζαν αφειδώς ο κ. Πάγκαλος και οι όμοιοί του, αλλά κυρίως στα φουσκωμένα πορτοφόλια των οικονομικών τους φίλων. Η παρασιτική, κρατικοδίαιτη ελληνική ελίτ δεν είχε κανένα λόγο να ανοίξει ιδιαίτερες παρτίδες με την παραγωγή. Εβγαλε τα λεφτά της στην Ελβετία ή τα έκανε χρηματοοικονομικά (και τοξικά) προϊόντα. Τώρα μας ζητεί προκλητικά και τα ρέστα.

    Αυτό δεν σημαίνει, πάντως, ότι το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας που εντοπίζει η τρόικα δεν είναι πραγματικό. Η αιτία όμως και η λύση του παραμένουν σκόπιμα στο σκοτάδι. Τρόικα και κυβέρνηση θεωρούν σχεδόν αποκλειστικά υπεύθυνο για την ακρίβεια το σχετικά υψηλό κόστος της εργασίας στην Ελλάδα. Ολοι ξέρουν, ωστόσο, ότι τα υπερτιμημένα προϊόντα είναι το ενδημικό αποτέλεσμα της διαρθρωτικής μας ανεπάρκειας και της έλλειψης στοιχειωδών κανόνων επιτήρησης της αγοράς. Η εσωτερική υποτίμηση ξεκίνησε έτσι από τις αποδοχές των εργαζομένων και όχι από τα υπερκέρδη των μεγαλοεπιχειρηματιών.

    Ηκαταφανώς κοινωνικά άδικη αυτή επιλογή δεν είναι τυχαία. Εντάσσεται στο δόγμα της ασυδοσίας-ευελιξίας των αγορών, καθώς η εργασία είναι η παραγωγική δύναμη που επιλέγεται να συμπιεστεί άμεσα με στόχο να ωφεληθούν οι υπηρεσίες, ο τουρισμός και η ναυτιλία, τα μόνα παραγωγικά στηρίγματα της μελλοντικής ανάπτυξης. Αγνοείται, ωστόσο, ένα εσωστρεφές πρόβλημα: η μείωση της κατανάλωσης πλήττει ήδη σφοδρά και τον τομέα των υπηρεσιών.

    Το Μνημόνιο δεν είναι τίποτε άλλο από τη βίβλο του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού. Θα μπορούσε να αποτελεί το χαμένο όραμα του σημιτικού εκσυγχρονισμού, στη μετά ΟΝΕ εποχή. Στην πραγματικότητα προωθεί τη ριζική, βίαιη αναδιοργάνωση της ελληνικής οικονομίας, που είναι απαραίτητη για την επιβίωση του σημερινού κοινωνικού συστήματος. Και αυτό είναι απολύτως κατανοητό.

    Ταυτίζεται πλήρως με την «ευκαιρία» που ευαγγελίζεται ο πρωθυπουργός και την «ευλογία» του Θ. Πάγκαλου. Εάν δεν υπήρχε θα έπρεπε να εφευρευθεί, είπαν υπουργοί.

    Το Μνημόνιο αναδεικνύεται πλέον ως το μοναδικό, ρεαλιστικό, οικονομικό και πολιτικό σχέδιο για τη χώρα. Η ανικανότητα των κυβερνήσεων αναγόρευσε την τρόικα σε επίσημο επικυρίαρχο-τοποτηρητή. Τα υπαγορευμένα μέτρα των υπαλλήλων της υποκατέστησαν χωρίς ενδοιασμούς τη λαϊκή βούληση.

    Παντελώς ανομιμοποίητες εξουσίες ακυρώνουν χωρίς δεύτερη κουβέντα την εθνική κυριαρχία, καταργούν τα παραδοσιακά θεμέλια του αστικού-δημοκρατικού πολιτεύματος, διαλύουν τον κοινωνικό ιστό, επαναορίζουν κατά βούληση τη νομιμότητα, ασκούν ιδεολογική τρομοκρατία, δημιουργούν ένα κράτος-υβρίδιο.

    Οι απολογητές του Μνημονίου επιχαίρουν για την αποδόμηση του συλλογικού, τη δήθεν ανάδειξη της κρυμμένης ατομικότητας των πολιτών-εργαζομένων, την ήττα του συντεχνιακού κράτους. Ο εργαζόμενος άνθρωπος παραδίδεται σαν πρόβατο επί σφαγή στο βωμό των αγοραίων συμφερόντων. Η άγρια επίθεση στην εργασία αποτελεί τον βασικό πυλώνα αυτού του ταξικού στρατηγικού σχεδίου, που αντιμετωπίζει την κοινωνία ως οριστικά και αμετάκλητα ηττημένη της ιστορίας. Ζούμε άραγε το τέλος της κοινωνίας;

    Το παλιό και το νέο

    Το πολιτικό προσωπικό της χώρας (μαζί και οι επίσημες συνδικαλιστικές ηγεσίες) αντιμετωπίζουν πλέον υπαρξιακό πρόβλημα.

    Οχι μόνο αδυνατούν να εμφανιστούν δημοσίως και να υποστηρίξουν τις θέσεις τους, φοβούμενοι τα χειρότερα (βλέπε περιπτώσεις Παναγόπουλου, Χατζηδάκη), αλλά κινδυνεύουν να μείνουν και από πελατεία. Οσοι όμως εξαγγέλλουν πανηγυρικά το τέλος των παλαιών συντεχνιών της πολιτικής και του κομματικού συνδικαλισμού, ας μη βιαστούν ακόμη να χαρούν. Το νέο που περιμένουν εναγωνίως μπορεί και να τους εκπλήξει (δυσάρεστα).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Γιατί κυκλοφορεί η "Ελευθεροτυπία" Σάββατο και Κυριακή
Η «Ε» σπάει τη διαπλοκή
Εκθεση ΔΝΤ
Ακόμα τούτη η άνοιξη ραγιάδες
Σύνοδος Κορυφής
Μηχανισμός στήριξης, made in Germany, by Merkel
Κυβέρνηση Ερντογάν
«Μπίζνες» για το Αιγαίο στα μέτρα της Αγκυρας
WikiLeaks
Το WikiLeaks στην «Ε»
Βουλή
Συζήτηση για το πολιτικό άσυλο
Κόντρα στη Βουλή για την ακρίβεια
ΠΑΣΟΚ
Μονόλογος για 156 ακροατές
Νέα Δημοκρατία
Ν.Δ.: Σύγκρουση εντός, συναίνεση στα ευρωπαϊκά